Τρίτη, 11 Αυγούστου 2015

Πρώτο απόσπασμα από το "Κιβώτιο", το σημαδιακό μυθιστόρημα του Άρη Αλεξάνδρου (1922-1978)

.............................................................

"...είναι που κι όλη η Επιχείρηση Κιβώτιο στο σύνολό της, στάθηκε άχρηστη κι αυτή,..."





Άρης Αλεξάνδρου 
(1922 - 1978) 






 Πρώτο απόσπασμα από το "Κιβώτιο" (1975)

…και το ‘σωσα λοιπόν το σημείωμα, το φύλαξα πιο προσεχτικά κι απ’ την κομματική μου ταυτότητα και θα λύσω σήμερα τον επίδεσμο και θα σας επισυνάψω το «επισκεπτήριό» μου, για να πειστείτε εμπράκτως και γραπτώς ότι δε σας κρύβω τίποτα, γιατί όπως είπα, το αποφάσισα να παίξω το κεφάλι μου κορόνα γράμματα, να ρίξω το σημείωμα στον αέρα στριφογυριστό, να πέσει ή «έμπιστος», ή προδότης (αν κι εδώ που τα λέμε, ως προς αυτό το σημείο, δεν ρισκάρω τίποτα περισσότερο απ’ όσο ρισκάρισα ως τα τώρα, ισχυριζόμενος κατά τρεις διαφορετικούς τρόπους ότι δεν το έχω το «επισκεπτήριό» μου, διότι κι αν το ‘χα δώσει πράγματι στον λοχαγό Ανδρόνικο κι αν το ‘χα κρύψει στην αριστερή μου αρβύλα κι αν το ‘χα κρύψει στην κατασχεμένη ταμπακέρα μου, πάλι το ‘παιζα κορόνα γράμματα το κεφάλι μου, δεδομένου ότι ο ταξίαρχος Οδυσσέας, ή βρίσκεται, ή δεν βρίσκεται εν ζωή κι αν ζει μπορεί να μαρτυρήσει και να αποκαλύψει το περιεχόμενο των οχτώ τετράδων και άρα πήγε χαμένος ο κόπος μου, άδικα τις έγραψα τις τρεις παραλλαγές, άχρηστες και για σας και για μένα οι παραλλαγές μου) το αποφάσισα πάντως όπως και να ‘χει να επισυνάψω το σημείωμα σήμερα κιόλας, άχρηστο ίσως κι αυτό, μια και μπορεί να μην έχει καμιά σχέση με το άτομό μου, μια και μπορεί να μην προσθέτει τίποτα στα όσα ήδη γνωρίζετε για την Επιχείρηση Κιβώτιο, μια και μπορεί να μην το διαβάσετε καν, όπως δεν διαβάζετε, απ’ ό,τι μου είναι δυνατόν να κρίνω, τα χαρτιά μου και το μόνο που με παρηγορεί (μαύρη παρηγοριά!) είναι που κι όλη η Επιχείρηση Κιβώτιο στο σύνολό της, στάθηκε άχρηστη κι αυτή, άχρηστες οι εκτελέσεις, άχρηστοι οι θάνατοι από χίλιες αιτίες, οι κυανισμοί, άχρηστα τα πάντα, παρ’ όλο που το ‘φερα εις αρίστην κατάστασιν το κιβώτιο στην πόλη Κ και φτάνοντας στην Έδρα της Στρατιωτικής Διοικήσεως, δηλαδή στο πρώην Γυμνάσιο της Κ, ακολουθώντας το δρόμο που μού υπέδειξε  ο ταβλαδόρος της κεντρικής πλατείας, παρέδωσα το κιβώτιο και ο διοικητής της πόλεως Κ, ο συνταγματάρχης Αγαμέμνων, μου ‘σφιξε το χέρι και με τα δυο του χέρια, με αγκάλιασμα με δάκρυα στα μάτια, με φίλησε τρεις φορές σταυρωτά (λες και ήταν Ρώσος, σκέφτηκα, έτσι με φίλαγε η Νατάσα Ιβάνοβνα) και διέταξε να κατεβάσουν το κιβώτιο στο υπόγειο και το κουβαλήσανε προσεχτικά οι φαντάροι και το απιθώσανε στο πέτρινο δάπεδο, του υπόγειου διαδρόμου και ο συνταγματάρχης Αγαμέμνων τοποθέτησε φρουρά να φυλάει το κιβώτιο, τρεις φαντάρους οπλισμένους με αυτόματα από τη μια μεριά του διαδρόμου, τρεις φαντάρους απ’ την άλλη, να το προσέχουνε εκεί σαν τα μάτια τους, ώσπου να επιστρέψει στην πόλη Κ ο γραμματέας της Επιτροπής Πόλης Χαρίλαος, να ανοιχτεί το κιβώτιο ενώπιον των στρατιωτικών και των κομματικών αρχών και με ρώτησε ο συνταγματάρχης Αγαμέμνων τι θα ‘θελα να κάνω στο μεταξύ (υπήρχανε, μου είπε, και κορίτσια στην πόλη Κ, που περνάγανε ταχτικά από ιατρική εξέταση) μα εγώ ήμουν ψόφιος από την κούραση και τη νύστα, ζήτησα ένα κρεβάτι και με καθαρά σεντόνια αν ήταν δυνατόν και βέβαια ήτανε, μου παραχωρούσε ευχαρίστως το δικό του ο υπασπιστής του λοχαγός Θεμιστοκλής, που έμενε δίπλα στο πρώην Γυμνάσιο, σ’ ένα μονώροφο σπίτι και η μισόκουφη γριά, που περιποιότανε τον λοχαγό Θεμιστοκλή, μου ‘στρωσε πεντακάθαρα σεντόνια και κοιμήθηκα ξερός μέσα στο άρωμα της λεβάντας και δεν ξέρω τι ώρα ήτανε, είχε πάντως σκοτεινιάσει…


Δεν υπάρχουν σχόλια: