Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

"Η ΡΕΖΕΡΒΑ" η αρχή και το τέλος ενός μυθιστορήματος του φίλου στο fb και ποιητή Χάρη Μελιτά (facebook, 22/9/2016)

.............................................................



  
Χάρη Μελιτά

Η ΡΕΖΕΡΒΑ





Εύκολη λεία, είχε πει μόλις την είδε. Σκυφτή, με τη χλωμάδα
της απόγνωσης, χαμένη στο λαβύρινθο των αναστεναγμών της. Μπελάδες υψωμένοι στο ανέφικτο.
Η ανεργία. Οι ευθύνες. Το παιδί. Τα πέτρινα κελιά των ματαιώσεων. Οι κόκκινες πλατείες των λαθών. Οι συγχορδίες των ρυτίδων. Οι σκιές.Οι κραδασμοί της εμμηνόπαυσης.Τα χρέη.
Οι αρχικές επιφυλάξεις της προβλέψιμες. Ξυπνήσαν οι θολές
περγαμηνές. Κάτι δεκάρια στη σχολή, τα άγονα ταλέντα,
η λάμψη της σε πείσμα του καιρού, τα σκονισμένα σχέδια
στο δεύτερο συρτάρι.
Εκ των πραγμάτων, δεν τον πείραξε και τόσο. Άλλωστε ζούσε
μ' ένα τραύμα στα πλευρά, από μια νύφη που την άρπαξε ο δράκος κι ύστερα κάποιο αίσθημα αλλόκοτο, βγήκε απότομα στου δρόμου τη στροφή και τον παρέσυρε στις όχθες της λαγνείας.
Κράτησε βέβαια μια πόρτα ανοιχτή. Τη λες φιλία, αλλά σκέφτεσαι ρεζέρβα. Έτσι κι αλλιώς ο έρωτας έχει πολλά ποδάρια. Αν σπάσει ένα στη διαδρομή, χρειάζεσαι ανταλλακτικό για να κυκλοφορήσεις.
Μιλούσαν κάπου-κάπου στο τηλέφωνο.
Εκείνος, έμπειρος γραφιάς, ολίγον σιτεμένος, ξετύλιγε επιδέξια
το μύθο. Πατέρας, φίλος, εν δυνάμει εραστής-γιατί ν' αποσυρθεί
απ' το παιχνίδι;
Εκείνη, στριμωγμένη στο ανεκπλήρωτο, μ' ένα στιλέτο απατηλό
ανάμεσα στα σκέλια, τον άφηνε να ελπίζει ανεπαισθήτως...
Τα καλοκαίρια βρίθουν ψευδαισθήσεων. Τα πρωτοβρόχια σέρνουν διαψεύσεις. Τα όνειρα κρυώνουν στα μισά, πετάνε τρομαγμένα για το νότο. Ιδανικό το σκηνικό για την επίθεσή του.
Εύκολη λεία, είχε πει , ως ειδικός. Δεν ήταν δυνατόν να πέσει έξω. Αφέθηκε μια μέρα στο αναπόφευκτο. Πικρή, με τη γυαλάδα
της επίγνωσης, χείλη κλειστά ερμητικά, τα μάτια της δεν άνοιξαν
ως τον στερνό σπασμό της


........................................................
...................................................................................................



Δεν πρόλαβε να βγει στην επιφάνεια.
Βοήθεια, φώναξε απ' το βάθος της παγίδας.
Κάποιος να με τραβήξει.
Τον άκουσε. Τον τράβηξε στο ξέφωτο. Το βλέμμα της του άρμεγε
το φως.Τα νύχια της του μάτωναν τα χέρια.
Εύκολη λεία, είχε πει μόλις την είδε.
Πώς ήταν δυνατόν να πέσει έξω;
Την άφησε αργόσυρτα να τον καταβροχθίζει...

....................................................................................................


 ΩΔΙΝΕΝ ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΚΕΝ ΜΥΝ...
 
Συνηθισμένος από την βραχύλογη ποίηση
κι επηρεασμένος από τη φιλοσοφία των χα'ι'κού
το μυθιστόρημα που θα έγραφα, υπέστη τόση αφαίρεση
που κατέληξε σ' ένα ταπεινό διήγημα. Ιδού η αρχή και το τέλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: