Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

Απόσπασμα από τη συλλογή διηγημάτων «Το Κοινόβιο»* του Μάριου Χάκκα (1931-1972) (εκδόσεις «ΚΕΔΡΟΣ», στ’ έκδοση, 1987)

..............................................................






Μάριος Χάκκας (1931 - 1972)









·        Απόσπασμα από τη συλλογή διηγημάτων  «Το Κοινόβιο»* του Μάριου Χάκκα (1931-1972) (εκδόσεις «ΚΕΔΡΟΣ», στ’ έκδοση, 1987)


…Να το έχουν υπόψη τους όσοι θα οικοδομήσουν στο μέλλον κοινόβια, έστω και στο φεγγάρι, τους αρχηγούς απ’ το ποδάρι σαβουρντιστούς μες στον κρατήρα. Εκεί ας μαζέψουν στάχτη, πέτρες, χώμα, κι ας χτίσουν ένα νέο κόμμα. Εμείς πια αποκλείεται, τουλάχιστον με τη θέλησή μας, για να μη λέμε και μεγάλα λόγια. Αν μας στριμώξουνε, θα πάμε, τι να κάνουμε; Δε θα σκεφτόμαστε όμως ούτε Μαραθώνα ούτε Γοργοπόταμο. Μόνο τη γέρικη πλαγιά με το δαφνώνα, το χέρι μας ανάμεσα στα σκέλια της γυναίκας, πώς θα την κοπανήσουμε επιστρέφοντας στο σπίτι με τα φερ φορζέ που θέλουν ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά, να κάτι τέτοια θα σκεφτόμαστε. Για τις «σταυροφορίες» μην ελπίζουν, σε τέτοια κόλπα δεν ξαναμπαίνουμε. Πόσο φυράναν οι ιδέες, πόσο λιγόστεψαν οι αφελείς σ’ αυτόν τον κόσμο και οι ήρωες.

   Κι αν στο κάτω κάτω χρειάζεται και κάποια κυβέρνηση, βάλτε επικεφαλής μια μητέρα στο Υπουργείο Γεννήσεων, έναν εικοσάρη στο Υπουργείο του Έρωτα, κι ένα γεροντάκι στο Υπουργείο Θανάτου. Κι αυτή ας είναι όλη κι όλη η κυβέρνηση. Οι άλλοι, κάτι με χαρτοφυλάκια, κι άλλοι χωρίς, ξεσπούν στη καμπούρα μας όλα τα κόμπλεξ τους, κι από πάνω πρέπει να ους θεωρούμε σωτήρες. Αμ’ δε. Δε μας σώζει κανένας, κι αυτό το ξέρει ο κύριος υπουργός του Θανάτου που βλέπει κάθε μέρα εκθέσεις σωρό – τσε α, τσε α, τσε α – πόσοι και πόσοι ξοφλούν, κανένας δεν σώζεται. Γι’ αυτό και δεν επαίρεται. Κάνει μια τυπική δουλειά, μετράει τους νεκρούς, συνειδητοποιεί τη μοίρα του, και δεν έχει όρεξη για μεγαλύτερη εξουσία.

   Ο νεαρός υπουργός του Έρωτα επιθεωρεί τα ξενοδοχεία αν έχουν παραστάσεις ωραίες, ευχάριστη μουσική εκείνη την ώρα, όχι εμείς σε κείνα τα άθλια σεπαρέ με το μεγαφωνάκι να τρίζει όλο γρέζια κι ο ξενοδόχος κατά τα κέφια του ν’ αλλάζει σταθμό από το δωμάτιό του. Κι έτσι, τις πιο κρίσιμες στιγμές έτυχε ν’ ακούω οδηγίες προς τους ναυτιλλομένους, ειδήσεις για χιλιάδες νεκρούς, μάχες, τυφώνες, σαχλά μηνύματα εργατών από τη Γερμανία. Άσε που τα καμαράκια χωρίζονταν μ’ ένα φτηνό κόντρα πλακέ κι άκουγες τα διπλανά λαχανιάσματα, ποιος ξέρει πόσες τρύπες θα είχαν και πόσα μάτια θα έβλεπαν. Και μετά ρωτάς πώς βγήκαμε έτσι. Πάλι σωστοί είμαστε. Θα μπορούσαμε να ‘μαστε πολύ χειρότεροι.


   Το παιδί των είκοσι χρόνων συνεχίζει την επιθεώρησή του, αυτή τη φορά στα πάρκα: «Εδώ», λέει, «να μπει ένα διπλό κρεβάτι με θέμα τη λιμνούλα. Εκεί ν’ αξιοποιηθεί το γρασίδι». Γύρω του υπάλληλοι που κρατούν σημειώσεις, όλοι νέοι που ξέρουν καλά τι θα πει να έχεις ένα κορίτσι στην αγκαλιά σου.


   Κι όλα θα ‘ναι καλά και όμορφα, τουλάχιστον για τους νέους. Για τους μεγάλους κανένα σύστημα και καμιά κοινωνία του μέλλοντος δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Αυτοί θ’ αντιμετωπίζουν το μέγα εξουσιαστή, τον υπουργό του Θανάτου. Εγώ ήδη τον βλέπω κατάματα, νιώθω πολλές φορές να μου χαμογελάει, κι έτσι σιγά σιγά εξοικειώνομαι να μην ελπίζω.


   Όσες φορές ονειρεύτηκα, ήλπισα, δε διαψεύστηκα· μόνο να πω «ε, δε βαριέσαι, έπεσα έξω». Κάτι παραπάνω: Αναγκάστηκα να πληρώσω γιατί ονειρεύτηκα, μου ήρθε τέτοιο απρόβλεπτο χτύπημα, που ορκίστηκα να μην ελπίσω ξανά. Όπως τότε που είχα ραντεβού με κάποια γυναίκα που την επιθυμούσα πολύ. Πήγαινα τεντωμένος και κοιτούσα ψηλά. Το βράδυ ούρησα αίμα. Έκτοτε δεν τόλμησα να τεντωθώ, ούτε να ξανακοιτάξω ψηλά. Πάω καμπουριάζοντας και μαζεμένος, υπάρχω σεμνά, στα κρυφά αν γίνεται, αν και τελικά δεν ξεχνιέται κανένας. Εκείνος έχει σημειώσει στις καταστάσεις του τσε α και περιμένει. Είμαι πια σημαδεμένος.

   Αν υπήρχε μιας εξαρχής εκείνη η μάνα στο Υπουργείο Γεννήσεων, μπορεί όλα να ήταν καλύτερα. Θα νοιαζόταν να υπάρξω σωστά, να ‘χω μια διαρκή επαφή με τον κόσμο. Όχι αυτό που έγινε: Με κόψανε από τον αφαλό μου. Τον κάνανε κόμπο για να μην ελπίζω σε καινούργια σύνδεση. Πονούσα κι έβαλα τα κλάματα που δεν είχα δεσμό με τον κόσμο. Από τότε αποκομμένος πέφτω σε ιδρωμένα σεντόνια, κι η ζωή μου η αγωνία της πτώσης.


   Έπεφτα, πάντα έπεφτα σε σχέση με κάποιο αστέρι. Έκανα μια ελλειψοειδή τροχιά και στο τέλος θα ‘βρισκα στο χώμα, ίσως ανοίγοντας και κάποιο λάκκο. Απατήθηκα. «Δεν ξεμπερδεύεις με μια γενική και αόριστη πτώση», αναβόσβηναν τ’ αστέρια – σήμα κινδύνου. «Στην άλλη βόλτα», σκέφτηκα και πήρα πάλι την κλίση μου μήπως και βρω κάποια σύνδεση σε γαλαξιακές καταστάσεις, από κάπου να γραπωθώ για να γλιτώσω το χάος…   



Σημείωση: Το απόσπασμα είναι από το ομώνυμο και πρώτο διήγημα της συλλογής...

Δεν υπάρχουν σχόλια: