Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2020

"ΚΑΛΟΙ, ΒΡΕ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ, ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ, ΔΕΝ ΛΕΩ…" Από τον ποιητή, συγγραφέα και φίλο στο fb Πάνο Σταθόγιαννη (facebook, 6.9.2020)

..............................................................



ΚΑΛΟΙ, ΒΡΕ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ, ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ, ΔΕΝ ΛΕΩ…








Από τον ποιητή, συγγραφέα και φίλο στο fb  Πάνο Σταθόγιαννη (facebook, 6.9.2020)




Καλοί, βρε μάτια μου, οι ποιητές, δεν λέω, όμως πώς βρέθηκαν τόσον καιρό στα μπάρκα με τους Φοίνικες, τα κοντραμπάντα, τους τελώνηδες, το πούσι…
Ύστερα, στο λιμάνι, φορούν μακρύ παλτό. Με πολλές εσωτερικές τσέπες. Βγαίνουν στην αγορά και σε ζυγώνουν. Έχουνε κάτι ύπουλο πολύ, όπως ζητούν να αφεθούν στο έλεός σου.
Βέβαια, προσφέρουν κι αυτοί. Προσφέρουν τα πολύτιμα. Τα λίγα και τα γάργαρα που λείπουν. Γι’ αυτό και ξέρουν εξαρχής πώς κάθε αντίτιμό σου υπολείπεται εσαεί του εμπορεύματός τους. Και σε εκμεταλλεύονται. Ζητούν. Ζητούν και δεν χορταίνουν.
Ώσπου μια μέρα φθείρονται και οι ίδιοι ολοσχερώς. Γιατί οι ποιητές γίνονται κάποτε αυτό που εμπορεύονται. Το λίγο και το γάργαρο. Αυτό που λείπει. Και όντως λείπει. Σ’ εσένα περισσότερο.
Ύστερα πας πέρα δώθε κι ολοφύρεσαι. Με τέφρα πολλή στην κόμη. Έχεις να δώσεις κι άλλα. Όμως πού; Για ποιο μύρο, για ποια πόρπη, για ποιο δίκταμο; Και σε ποιον, πάνω απ’ όλα. Πάει πια το γάργαρο, πάει πια το λίγο. Κι αφήνεις μαύρη τέφρα πίσω καθώς πας. Και κλαις πηγαίνοντας. Κι ούτε ξέρεις που πας.
Αυτό είναι που μας διαολίζει περισσότερο. Πως φτιάχνουμε μαζί τους οικοσύστημα.
Μιλάω, βέβαια, για εμάς που βγαίνουμε στην αγορά, εμάς που μας αρέσουν τα λαθραία. Απ’ ό,τι φαίνεται, πάμε κι εμείς γυρεύοντας, καταπώς λένε κι οι σοφότεροι γειτόνοι
Καλοί, βρε μάτια μου οι ποιητές, δεν λέω, όμως για δες πόσο καχύποπτα κοιτάζουνε απ’ το μπαλκόνι οι γυναίκες τους…
Κάτω κοιτάζουν.
Κάποιες πετούν. Άλλες τις μαρμαρώνει η ερημιά. Ανάμεσα σε γλαστρούλες με θυμάρια και την ασχήμια του τσιμέντου απέναντι.
Λένε ότι τους αγαπούν, αλλά δεν λένε αλήθεια. Πώς ν’ αγαπήσεις κάποιον που φοβάται τις σπηλιές, μα όλο σε σπηλιές πηγαίνει. Και επιστρέφει τρέμοντας. Και το σπαθί του στάζει αίμα. Πετάει τον μίτο σε μιαν άκρη και πάει υπνωτισμένος κατά τη θάλασσα. Συχνά παραμερίζοντάς σε, Αριάδνη. Αφήνοντάς σε μόνη. Με τον ρόγχο του μισοσφαγμένου Μινώταυρου.
Δεν έχουν ελπίδα οι γυναίκες που ξαπλώνουν με τους ποιητές. Έχουν μονάχα όμορφους άντρες. Και μερικές φορές –ναι, ενίοτε συμβαίνει κι αυτό!– τους αγαπούν. Τους αγαπούν αληθινά, Έτσι όπως θέλει ο ποιητής να αγαπηθεί, Μονάχα για το πρόστυχο κορμί του.
Καλοί, βρε μάτια μου, οι ποιητές, δεν λέω, όμως συχνά, τι δρυοκολάπτες…
Ταράζουν δάσος ολόκληρο για ένα τοσοδά σκουληκάκι. Ύστερα κοιτάζουν γύρω με μάτια στιλπνά.
Εν διαρκεί εγρηγόρσει.
Αν πέσει ένα φύλλο παραδίπλα, αν τρίξει ο ασπάλακας στο χώμα, σκιάζονται, πετάνε σ’ άλλο δέντρο. Κι αμέσως πάλι, “τοκ-τοκ-τοκ-τοκ-τοκ!...” Από αλλού. Σαν να ’ναι πολλοί. Ενδεχομένως αμέτρητοι. Διάσπαρτοι εδώ κι εκεί μέσα στο δάσος. Αυτόνομοι πάντα κι ασυσχέτιστοι συναμεταξύ τους.
Μα, γιατί το κάνουν; Αφού είναι γνωστό τοις πάσι πως όλοι οι δρυοκολάπτες είναι μονάχα ένας δρυοκολάπτης. Που πάει σκιαγμένος από δέντρο σε δέντρο. Και μας ταράζει.
Αδύνατον να προσδιορίσουμε από πού θ’ ακουστεί το επόμενο ράμφισμα. Αδύνατον να υπολογίσουμε πόσοι ποιητές επιτέλους είναι αυτός ο ένας ποιητής.


***


Πιθανότατα αποτελούμε ίσκιους του σολιψιστικού του δρυμού. 
----------
“Ο Γραφιάς (Homo scriptor)”, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013.



Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, κοντινό πλάνο

Δεν υπάρχουν σχόλια: