Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2020

"Μαργαρίτες" διήγημα του Σέργιου Γκάκα ("ΑΥΓΗ", 15.6.2020)

..............................................................


Μαργαρίτες















Του Σέργιου Γκάκα* ("ΑΥΓΗ", 15.6.2020)

Το «Adios» είναι ένα ήσυχο μπαράκι που οφείλει το όνομά του στη Μεξικάνα γυναίκα του ιδιοκτήτη. Τρία τραπέζια στο πεζοδρόμιο και μέσα μια μικρή μπάρα. Έπινα τη χωρίς αλκοόλ μπύρα μου και υπέμενα την γκρίνια του Γεράσιμου για την κατάσταση της επιχείρησης.

Ήμαστε μόνοι στο μαγαζί, αν εξαιρέσεις την Μπίλι Χόλιντεϊ που βάραινε περισσότερο την ατμόσφαιρα. Ήμουν έτοιμος να φύγω όταν άνοιξε η πόρτα. Ο συνομιλητής μου χαμογέλασε πονηρά. Είδα έναν καλοντυμένο τριαντάρη να χαιρετάει με ένα νεύμα και να κάθεται σ’ ένα τραπεζάκι. Ο Γεράσιμος άρπαξε το σέικερ κι άρχισε να ετοιμάζει ένα κοκτέιλ.

«Μην φύγεις, έχω καλή ιστορία για σένα» είπε. Γέμισε δύο ποτήρια και τα άφησε στο τραπέζι του νεοφερμένου.

«Κάθε βράδυ, εδώ και δέκα μέρες, από τότε που ανοίξαμε μετά την καραντίνα, η ίδια ιστορία. Έρχεται στις εννιά, παραγγέλνει δύο Μαργαρίτες, πίνει τη μία και φεύγει».

«Μίλα πιο σιγά...».

«Δεν ακούει, είναι κωφάλαλος».

«Κωφός» τον διόρθωσα.

«Ό,τι πει ο συγγραφέας» απάντησε, χωρίς φυσικά να καταλάβει τη διαφορά.

«Κάπου έχω διαβάσει πως το ίδιο έκανε κάποιος για έναν φίλο του. Μόνο που έπινε τζίμλετ» του είπα.

Άφησε στην μπάρα ένα χαρτί.

Το διάβασα.

Αναζητώ μια κυρία. Δεν γνωρίζω το όνομά της. Τη συνάντησα στις 21 Μαρτίου. Κλείσαμε ραντεβού στο «Adios». Μου ανέφερε ότι δεν το έχει επισκεφτεί ποτέ, αλλά κάποιος φίλος της είπε ότι φημίζεται για τη μαργαρίτα του. Είναι στο ύψος μου, έχει ξανθά μαλλιά, μπλε μάτια και στα χέρια της μικρές γρατζουνιές που τις έχει κάνει ο σκύλος της. Παρακαλώ πολύ, αν τη δείτε, πείτε της ότι τη γυρεύω. Δημήτρης, 6943620004

«Απίστευτο, ε;» είπε ο Γεράσιμος.

«Πράγματι».

Πλήρωσα την μπύρα, έβαλα το σημείωμα στην τσέπη και έφυγα αδιαφορώντας για το απορημένο βλέμμα του. Δεν του είπα ότι εγώ ήμουν ο «φίλος» που είχε παινέψει τη μαργαρίτα που έφτιαχνε.

***

Η εθνική ήταν σχεδόν έρημη. Σε μια ώρα έμπαινα στο Μελίσσι Κορινθίας. Πάρκαρα στο χωράφι απέναντι από το εξοχικό, θυμήθηκα το βροχερό σαββατοκύριακο που είχα περάσει ασχολούμενος με ένα υπέροχο γυναικείο σώμα και ξαναδιάβασα το σημείωμα. Τελικά όλες τους είναι καριόλες.

***

Είχα γνωρίσει την Αγγελική την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στο ρεβεγιόν κάποιου εκδότη. Καθόταν σε μια γωνιά, παρέα με μια τεκίλα, και δεν έδειχνε το παραμικρό ενδιαφέρον για τους διανοούμενους που έπιναν σαμπάνια, έτρωγαν μεζεδάκια και θρηνούσαν για την κατάντια του πνευματικού τοπίου.

Φορούσε ένα μαύρο φόρεμα και ήταν ελάχιστα βαμμένη. Δεν δυσκολεύτηκα να την παρασύρω στη βεράντα. Δούλευε παρτ τάιμ στην υποδοχή του εκδοτικού οίκου και παρακολουθούσε το Εργαστήριο Πειραματικής Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου. «Το όνειρό μου είναι να βοηθάω παιδιά που δεν βλέπουν, δεν ακούν, ή το μυαλό τους δεν λειτουργεί όπως εμάς των, ας πούμε, κανονικών». Είχε εντυπωσιαστεί από ένα βιβλίο μου για παιδιά.

Την άκουγα προσποιούμενος ότι μαγεύομαι από τα λόγια της και προσπαθώντας να φανταστώ τους θησαυρούς που έκρυβε το μαύρο φόρεμα. Όταν την άφησα στο σπίτι της είπε βραχνά, και μάλλον λίγο μεθυσμένα: Νομίζω ότι σ' ερωτεύτηκα. Δεν της είπα «κι εγώ», γιατί αυτά τα πρόχειρα «κι εγώ» στο παρελθόν είχαν προκαλέσει απεχθείς καταστάσεις. Περιορίστηκα σε πρόσκληση για δείπνο σ’ ένα ταβερνάκι. Δεν ήταν από τα κορίτσια που θα τα γοήτευε το «GB Corner» ή ο «Διόνυσος».

Οι επόμενοι τρεις μήνες ήταν παράξενοι. Δεν ήθελε να κοιμάται σπίτι μου. Προτιμούσε την παλιά μονοκατοικία που νοίκιαζε πάμφθηνα. Γιατί υπήρχε ο Κεντ. Ο τεράστιος σκύλος της. Δεν τον συμπάθησα. Ούτε εκείνος εμένα. Εγώ έκρυβα εύκολα την αντιπάθειά μου, αυτός την εξέφραζε με την αδιαφορία του.

Το σεξ κυριαρχούσε. Και ήταν καλό. Για μένα σίγουρα.

Στις 23 Μαρτίου επιβλήθηκε η καραντίνα. Σχεδόν χαθήκαμε. Μόνο τηλεφωνήματα. Δύο βράδια μόνο κατάφερα να αξιοποιήσουμε το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Μόλις επιτράπηκαν οι μετακινήσεις σε άλλους νομούς, μου είπε ότι θα πήγαινε στο πατρικό της στην Κορινθία. «Περιμένω παιδί. Θέλω να σκεφτώ το μέλλον. Το μέλλον μας» διόρθωσε διστακτικά.

***

Άνοιξε την πόρτα. Ξυπόλητη και πίσω της ο Κεντ. Προσπάθησε να χαμογελάσει. Δεν τα κατάφερε.

«Τι έγινε;» ψέλλισε.

«Τίποτα» είπα χαϊδεύοντας το μαχαίρι στην τσέπη του σακακιού μου. Καθίσαμε στην κουζίνα. Ο σκύλος αποχώρησε βαριεστημένα.

«Έχει γεράσει ο φουκαράς, όλο νυστάζει» τον δικαιολόγησε.

«Θέλω να διαβάσεις κάτι». Της έδωσα το σημείωμα. Το διάβασε.

«Τι θέλεις;» ρώτησε.

«Να μάθω τι έγινε στις 20 Μαρτίου, δυόμισι μήνες πριν μου ανακοινώσεις ότι περιμένεις παιδί, χωρίς φυσικά να γνωρίζεις ότι η επιστήμη έχει αποφανθεί οριστικά ότι είναι αδύνατον να αφήσω έγκυο μια γυναίκα».

Άναψε τσιγάρο.

«Σου θυμίζω ότι στις 19 Μαρτίου έδωσες μια συνέντευξη. Είπες ότι, αν ήσουν αναγκασμένος να επιλέξεις ανάμεσα σε γράψιμο και έρωτα, θα διάλεγες το γράψιμο γιατί γράφοντας έχεις όσες γυναίκες επιθυμείς. Τότε συνειδητοποίησα το λάθος μου. Την άλλη μέρα έβγαλα βόλτα τον Κεντ στη ρεματιά. Είχα μαζί μου ένα μπουκάλι τεκίλα. Το ήπια μαζί με έναν άγνωστο. Πολύ όμορφο. Μπορεί να μην μιλούσε, αλλά χάιδευε τα χείλη μου με τα μάτια. Κατάλαβα ότι οι λέξεις μας είναι πιο χρήσιμες από τις δικές σου. Είτε τις λες είτε τις γράφεις. Τρυφερές. Και πρώτη φορά έκανα έρωτα τυλιγμένη από μαργαρίτες. Σ’ ευχαριστώ πάντως. Έχω έναν αριθμό τηλεφώνου κι εσύ μια ιστορία να γράψεις».

Ποτέ δεν είχα νιώσει τόση οργή. Έβγαλα το μαχαίρι. Η Αγγελική χαμογέλασε κοιτάζοντας πίσω μου. Γύρισα και είδα τον Κεντ να με πλησιάζει. Μπορεί να ήταν ο θυμός ή η απελπισία, αλλά μου φάνηκε ότι τα δόντια του ζώου έσταζαν αίμα.

* Ο Σέργιος Γκάκας είναι συγγραφέας

Δεν υπάρχουν σχόλια: