Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2020

«Το φουστάνι της Λελούδας» διήγημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877 – 1940) (από τα «Διηγήματα», εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», 2007)

............................................................



    Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877 - 1940)









·       «Το φουστάνι της Λελούδας»

διήγημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877 – 1940) 

(από τα «Διηγήματα», εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον 

της Εστίας», 2007)


   ΚΑΝΕΝΑΣ δεν ξέρει για ποιο λόγο η Λελούδα γεννήθηκε κουφή και μουγγή. Ο ξάδερφός της ο παπάς μαλώνει πολύ αυστηρά τους αδιάκριτους, που θέλουν  και καλά να μάθουν γιατί είναι σημειωμένη. «Τα γραμμένα του Κυρίου», τους λέει, «δεν είναι του ανθρώπου να τα ελέγχη, αλλά μόνο να τα υποφέρη. Σιωπή!» Είναι σήμερα εξήντα χρονών η Λελούδα και, μόλις σαλέψουν τα χείλη μας, διαβάζει όσα θέλομε να πούμε, ακόμα κι εκείνα που δεν είπαμε. Βλέπει νοήματα στο χέρι μας, στα φρύδια μας, στις πλάτες μας μόλις τα κινήσομε κι απ’ το ελάχιστο ζάρωμα του προσώπου μας ξέρει τι πέρασε στην ψυχή μας, αν ήταν ίσκιος, ήλιος, ψιλή βροχούλα ή μπόρα.

   Οι κουφοί κ’ οι μουγγοί τα ξέρουν αυτά. Εμείς όμως πώς να ξέρουμε αν λυπάται ή χαίρεται η Λελούδα, που το πρόσωπό της είν’ όλο το ίδιο; Τα μάτια της κοιτάζουν στρογγυλά κι ολάνοιχτα, και το πλατύ χαμόγελό της, που αρχίζει απ’ το ένα της αυτί και τελειώνει στ’ άλλο, είναι ξεχασμένο στο πρόσωπό της από κάποτε, που πρώτη και τελευταία φορά γέλασε – ποιος ξέρει πότε.

   Τι μεγάλη ζημιά θα ήταν τάχα, αν άκουγε η Λελούδα τις φωνές των ανθρώπων, και σε τι θα χαλούσεν η τάξη του κόσμου, αν μπορούσε να μιλήση; «Μα να ζητούμε να το μάθωμε» λέγει ο παπάς, «είναι σαν να ζητούμε λόγο του Δημιουργού και να γινώμεθα κριταί των πράξεών του. Ενώ εκείνος είν’ ο κριτής κ’ εμείς κρινόμεθα». Έτσι κανένας δεν ξέρει πώς η Λελούδα γεννήθηκε σημειωμένη. Και, μια φορά, που κάποια γυναίκα είπε σε μιαν άλλη: «Αρή, μπας και τόπιασαν ανάποδα το κορίτσι στη γέννα και τόβγαλαν σημειωμένο;», ο παπάς αγανάχτησε και της φώναξε:

   -Μα ο Κύριος, ασυλλόγιστη γυναίκα, δεν έβλεπε και δε μπορούσε να το γλυτώση το παιδί, αν ήταν η βουλή του να σωθεί; Σιωπή!

   Εδώ και πέντε χρόνια η Λελούδα υπηρετεί τον παπά και την κόρη του. Οι αδερφές της, φτωχές όλες, στο χωριό, δε μπορούσαν να τη ζήσουν, τόσο ακριβό που είναι τελευταία το ψωμί και τα γεννήματα λίγα. Έκαμε λοιπόν ο παπάς το ψυχικό να πάρη τη μουγγή ξαδέρφη του για υπηρέτρια. Κι από τότε που η Λελούδα δουλεύει και τη βλέπουν συχνά στο δρόμο, δε ρωτάει πια κανένας γιατί είναι τέτοια που είναι· το συνήθισαν. Όλα συνηθίζονται! Τα δέντρα ρίχνουν τα φύλλα των και βγάζουν άλλα, οι χειμώνες ακολουθούν τα καλοκαίρια, τα καλοκαίρια τους χειμώνες, κ’ η Λελούδα ανεβαίνει και κατεβαίνει την πλατιά ξύλινη σκάλα του παπά, σχεδόν τις ίδιες ώρες για να κάμη τις ίδιες δουλειές, τόσο ταχτικά, που ένας γείτονας μπορεί να βεβαιώση από πέρα: «Να, τώρα η Λελούδα θα πάρη τη σκάφη! Τώρα θα ρίξη σκύβαλα στις κότες! Τώρα θα διώξη το σκυλί! Τώρα θα πάρη το μεγάλο κλειδί ν’ ανοίξη το κατώγι, θα κάμη τα χθεσινά και τα περσινά…» Μόνον ένα δε θα κάμη ποτέ η Λελούδα – να ξεκουραστή. Δεν πάνε σε μια μουγγή πολυτέλειες. Τι; Να κάτση λοιπόν κι αυτή μια στιγμή σαν τις άλλες, για να κοιτάξη τα χρυσά και τα μαβιά λουλούδια, τους κατιφέδες και τις γαλανές περικοκλάδες που βγαίνουν στις κολοκυθιές και στα καλαμπόκια του κήπου; Τέτοιες χαρές δεν πάνε σε μουγγή.



   Στα χωριά τίποτα δεν αλλάζει, εκτός αν έρθη σεισμός ή κατακλυσμός. Μολαταύτα, έξαφνα, στα καλά καθούμενα, απίστευτο πράμα σημειώθηκε στη ζωή της Λελούδας. Φτιάνει καινούργιο φουστάνι! Είδανε μια μέρα τη μεγαλύτερη αδερφή της, την κυρά-Κατίγκω, να καθήση στον αργαλειό. Ήταν πολύ σοβαρή τη στιγμή που άρχιζε και τον συγύριζε. Τότε ζύγωσεν η μικρή εγγονή της και τη ρώτησε:

   -Κυρούλα, θα πεθάνη η θεια Λελούδα;
   - Ποιος σου τόπε, αρή;
   - Έτσι λένε, άμα μια γριά φτιάση τα καινούργια της.
   - Εσύ να μην ανακατεύεσαι σ’ ετούτα! Η θεια σου η Λελούδα είναι ζωντανή, μωρή, δεν τη βλέπεις πούρχεται;

   Η Λελούδα έφτασε. Ήρθε να βοηθήση στον αργαλειό. Κάθησε κοντά στην  αγαπημένη της αδερφή, στο χώμα, χωμένη στο φουσκωμένο της παλιό φουστάνι. Κ’ η αδερφή, απ’ την αγάπη που έχει της μουγγής, χωρίς να την πη ποτέ, τη μαλώνει – τάχα – εκεί στο βοήθημα:

   -Αρή; Του διασίδ’ δεν του τ’ ρας; Ουλότιλα; Τούτου κόπ’κι, μαρή! Πέρα από κει, ντε! Μασ’ τ’ν κλουστή, μαρή! Απού δω σίμουσι! Άιντι απού κει!

   Αστραπή τις νοιώθει τις προσταγές της Κατίγκως η μουγγή. Κόβει, κομποδένει, διορθώνει. Ετοιμάζουν το πανί. Τ’ ειν’ ο κόσμος! Δεν πρόφτασεν η κυρά-Κατίγκω να ρίξη τις πρώτες σαϊτιές, και μαθεύτηκε πως γίνεται καινούργιο φουστάνι της Λελούδας. Το απόγεμα τόμαθεν η γειτονιά. Το βράδυ τόξερε το χωριό. Και την άλλη μέρα το νέο ανέβαινεν απάνω στα χωράφια και στους λόγγους. Όλο περπατούσε! Ανέβηκεν ως απάνω στις φακές, ως τα ρεβίθια, ως τα πρόβατα! Οι στάνες, οι κορφές κ’ οι ερημιές μιλούν για το φουστάνι της μουγγής. «Έρμη Λελούδα! Το τελευταίο της!» έλεγαν οι χωριανοί κουνώντας το κεφάλι. Κι όσο διαβαίναν κ’ έβλεπαν την κυρά-Κατίγκω, σοβαρή και δυσκολομίλητη, να υφαίνη στην αυλή της, τόσο η κουβέντα γύριζε και ταξίδευε. Χωριανές που συναπαντιόνταν στο δρόμο, φορτωμένες κλαρί και γνέθοντας ρόκα, βρίσκανε τον καιρό, έτσι σκυμμένες κάτου απ’ το φόρτωμα, να ρωτούν η μια την άλλη.

   -Ε, μαρή! Έτοιμη ειν’ η Λελούδα;
   - Άβαφο ειν’ ακόμη της έρμης! Τώρα θα μπη στο λουλάκι.
   - Και θα την περιμένη ο Χάρος, μαρή, να σταφνιστή η καψο-Λελούδα;
   - Σώπα δα! Εξήντα χρονών γυναίκα είναι, τι δαίμονα! Να βιάζεται δα τόσο; Λέω πως θα την αφήση να ραφτή.

   Είναι παλιά συνήθεια. Κάθε γυναίκα, όποια κι αν είναι, πρέπει νάχη τη φορεσιά της έτοιμη για την ώρα του θανάτου. Ακόμα κι η φτωχότερη. Δεν εμποδίζεται βέβαια να τη φορέση καμμιά φορά σε γάμο ή βαφτίσια ή λειτουργία. Μα ο σκοπός είναι να τη φορέση στη μεγάλη γιορτή. Πρέπει την  τελευταία ώρα να βρεθή λαμπροντυμένη, ώστε, καθώς παρουσιάζεται στα πανηγύρια, να παρουσιαστή στη δόξα του Θεού.

   Ήταν παραμονή του Δεκαπενταύγουστου, όταν τελείωσε το φουστάνι. Το παλιό τής είχε τρυπήσει.
   -Μια που τόκαμες, της είπαν, δε θα τα βάλης αύριο, την επίσημη μέρα, να πας να προσκυνήσης;

   Η Λελούδα δείχνει το πλατύ χαμόγελό της, απ’ τόνα στ’ άλλο αυτί – και δεν απαντάει τίποτα, παρά κοιτάζει τον παπά, να πάρη στη συμβουλή του. Γυρίζει τα μάτια στις γειτόνισσες, ξανακοιτάζει τον παπά. Κι ο δέσποτας, που κατάλαβε, της γνέφει από μακρυά,, κουνώντας ενθαρρυντικά την κεφαλή του με το μαύρο σκούφο και τρεμίζοντας την ψαρή γενειάδα του.
   -Ναι, ναι, Λελούδα, να το φορέσης.
  
   Ωστόσο η Λελούδα συλλογιέται πως είναι μεγάλη αμαρτία να βάλη κατακαίνουργιο φουστάνι, πράμα που δεν τόκαμε ποτέ, παρά μια φορά, εδώ και πενήντα χρόνια, όταν μπήκαν κ’ οι δυο στην εκκλησιά με την αδερφή της την Κατίγκω και στάθηκαν μαζί. Και τώρα τι θα πουν οι χωριανοί, να την ιδούν έξαφνα καινουργιοντυμένη σαν να της συνέβηκε κανένα μεγάλο καλό; Σα να παντρεύτηκε ή να μίλησε; Φαίνεται πως χαμογελάει στ’ αληθινά η Λελούδα σήμερα που το συλλογιέται. Τι; Έκαμε το φουστάνι για να το φορέση; Και τότε τι τόχει το σεντούκι;

   -Μπα! Μπα! Μπα! είπε με το ξενομίλημά της.
   Και κοίταξε γύρω της, μήπως φανούν αυτά που συλλογίστηκε.
   Η αδερφή της όμως η Κατίγκω, πολύξερη και γνωστική γυναίκα, τόχει σε κακό να ετοιμαστή η φορεσιά και να μη φορεθή έτσι δα λίγο, από δω ως εκεί. Λένε πως αυτό δεν είναι καλό. Έχουν να πούνε πως, πριν μπη στο σεντούκι, το φουστάνι που γίνεται για τη δόξα του Θεού πρέπει να φορεθή και να το περπατήσουν μια στιγμή. Κάτι θα ξέρη η Κατίγκω. Για τούτο, άμα τα ετοίμασεν όλα, το γαλάζιο φουστάνι, το σιγκούνι με τις κόκκινες άκρες, το χιονάτο πουκάμισο και το φακιόλι, άμα της τα φόρεσε για να τα δοκιμάση, της είπε, σοβαρή πάντα, προσέχοντας να μη φαίνεται τίποτε απ’ την αγάπη και τίποτε απ’ τον καϊμό της:

   -Μαρή, κάμε δυο περπατησιές όξω, έτσι φορεμένη!
   - Μπα! Μπα! έκαμεν η Λελούδα τρομαγμένη.
   - Ίσαμε του παπά, μαρή, όχι παρέκει!
   - Μπα! Μπα!
   - Είναι κακοσημαδιά, μαρή, σου λέω, να τα πας ίσα στο σεντούκι. Περπάτει ως εκεί, δε σε τηράει κανένας.
   Η γειτονιά ήταν έρημη. Το σπίτι του παπά βρισκόταν λίγα βήματα μακρυά. Η μουγγή υπάκουσε στη μεγαλύτερη αδερφή της… Τι να κάμη; Αν το σέβας είναι υπάκουο, η αγάπη ακόμα περισσότερο. Έτσι ντυμένη ξεκίνησε.
   Περπατούσε βαριά και βιαστικά. Κιντύνευε να σκοντάψη. Πήγαινε κι όλο κοίταζε δεξιά κι αριστερά, μην τη βλέπουν, σαν κάτι νάκλεψε.

.     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     .     

   Είναι κάτι λεύκες εκεί κοντά, ψηλές, λιγνές, ίσιες – κάτι λεύκες καταπράσινες και πίνουν στο βροντερό νερό, που κατεβαίνει για τα καλαμπόκια. Θέλεις ο άνεμος έφταιγε, θέλεις τα δέντρα γνωρίζονται με τους ανθρώπους, οι λεύκες άρχισαν ένα σάλεμα κ’ ένα κρυφομιλητό που δεν τελείωνε, μόλις πρόβαλεν η Λελούδα. Γι’ αυτή θα μιλούσαν! Στον έρημο δρόμο δεν ακουγόταν τίποτε άλλο, παρά ο χτύπος των καινούργιων παπουτσιών της μουγγής στα χαλίκια. Το χωριό, βουβό, με κάποιο λάλημα πετεινού ή κουδούνισμα μουλαριού εδώ κι εκεί, σε μια από τις νεκρές του συνηθισμένες ώρες, με τα μεγάλα χαγιάτια του αδειανά, τις πόρτες του τρύπες, με τις φράχτες του που άνθιζαν και τους τοίχους του που έρεβαν, ήταν βυθισμένο στη δουλειά και στη μοίρα, χωρίς παράπονο για κείνο που ήρθε κ’ έτοιμο πάντα για κείνο που έχει ναρθή. Ψηλά στην εκκλησιά ο παπάς, έχοντας τελειώσει τον εσπερινό, καθόταν κατά τη συνήθειά του, κάτου απ’ το πυκνό και ψηλό πουρνάρι του αυλόγυρου κι αυτή την ώρα μιλούσε μ’ ένα λαμπαδιασμένο σύννεφο, σταματημένο κάτου απ’ το Γερακοβούνι. Χρόνια, τώρα, απ’ τον καιρό που έχασε δυο παιδιά του και τη γυναίκα του, κάθεται τέτοιαν ώρα και περιμένει ν’ ανάψουν τα τελευταία σύννεφα, εκείνα που δέχονται τα χαιρετίσματα του βασιλεμένου ήλιου απ’ την άβυσσο, τα χρυσά, τα βυσσινιά, τα μαβιά σύννεφα – βιβλία που στα μάτια του παπά έχουν γραμμένες τις βουλές του Κυρίου και κρύβουν τα μεγάλα χερουβικά της δόξας του. Ακούγοντας βαρύ πάτημα στο δρόμο, γύρισε κ’ είδε την ξαδέρφη του να περπατή ντυμένη. Δεν παραξενεύτηκε, δεν κούνησεν απελπιστικά το κεφάλι. Ξαναγύρισε στα φλογισμένα σύννεφα!

   Μα η Κατίγκω που δεν ξέρει να διαβάζη* τόσο ψηλά, η Κατίγκω είχε κρυφτή πίσω απ’ το μικρό παράθυρο και κοίταξε κρυφά την αδερφή της, καθώς πήγαινε.
   -Κλαίς, μαρή; της είπε η συννυφάδα της. Ντροπή σ’, Κατίγκω! Τ’ είν’ αυτά;
   - Δεν κλαίου τίποτα… είπε η Κατίγκω.
   Η Λελούδα έφτασε στο σπίτι, χαρούμενη που δεν την είδε κανένας. Ξεντύθηκε, δίπλωσε με προσοχή τα καινούργια, τάβαλε στο σεντούκι μαζί με δυο μήλα κι ένα κυδώνι και τόκλεισε.
   Δε θα ξαναβγούν από κει μέσα – παρά μόνο μια φορά.

*Σημείωση: στην αντιγραφή τηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα

 πλήν του πολυτονικού...

Δεν υπάρχουν σχόλια: