Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

Απόσπασμα από "Το Παράθυρο" του Γιάννη Ρίτσου (1909 - 1990)

................................................................









Γιάννης Ρίτσος
(1909 -1990)














Από  το «ΠΑΡΑΘΥΡΟ»*



Δυο άντρες κάθονται σ’ ένα παραθαλάσσιο δωμάτιο κοντά στο παράθυρο. Φαίνονται παλιοί φίλοι, που είχαν καιρό ν’ ανταμώσουν. Ο ένας μοιάζει θαλασσινός. Ο άλλος – αυτός που μιλάει – όχι. Βραδιάζει αργά – ένα γαλήνιο ανοιξιάτικο απόβραδο, μενεξελί και πορφυρό. Η θάλασσα, αντίκρυ, λάδι, - φωτίζει με πολυκύμαντες ραβδωτές ανταύγειες τα πλευρά των καραβιών, τα σκοινιά, τα κατάρτια, τα σπίτια. Απλά και κουρασμένα στην αρχή.



...Και μένουν οι φωτογραφίες

κλειστές εκεί, μ’ όλη τους τη μετάνοια ή την τύψη, και την εχθρότητα ακόμη,

χωρίς να βγαίνουν απ’ την κορνίζα τους, απ’ την επιθυμία τους και το φόβο τους,

κατάντικρυ στον απαιτητικό ουρανό και στην άμετρη θάλασσα.

Γι’ αυτό διαλέγουμε συχνά ένα χώρο στενό που να μας προστατεύει

απ’ το ίδιο μας το απέραντο. Κ’ ίσως γι’ αυτό

κάθομαι εδώ, σε τούτο το παράθυρο, να βλέπω

τα νωπά χνάρια απ’ τις πατούσες του βαρκάρη

πάνω στις πλάκες της προκυμαίας να σβήνουν λίγο – λίγο

σα μια σειρά μικρά, στενόμακρα φεγγάρια μέσα σ’ ένα παραμύθι...



...Μέσα στα σπίτια, τα σεντόνια μοιάζουν με γερμένες σημαίες

σε μιαν ανεξήγητη θαλασσινή απανεμιά, όταν όλοι έχουν αφήσει το καράβι

κ’ οι σημαίες δεν έχουν για ποιον ν’ ανεμίσουν και κρέμονται στο απόβραδο

ζεσταμένες απ’ τον ήλιο, ξεχασμένες, άτονες

σα γδαρμένα τομάρια από μεγάλα ζώα που τάσφαξαν

μια μέρα πάνδημης γιορτής με παρελάσεις, μουσικές, χορούς, τραπέζια.

Η γιορτή πέρασε . Οι δρόμοι ερημώσανε. Στα πεζοδρόμια

λαδωμένα χαρτιά, πατημένες κονκάρδες, ξεροκόμματα, κόκκαλα –

κι όμως κανείς δεν γύρισε σπίτι του, σα να μετάνιωσαν,

σαν όλοι να πήραν μια παράταση που δεν τη χρειάζονταν.

Οι κάμαρες μένουν σκοτεινές κι ανόρεξες, φωτισμένες μονάχα

απ’ τα πολύχρωμα φώτα του δρόμου και των πλοίων ή από λίγα αφηρημένα

αστέρια

ή απ’ τον άξαφνο προβολέα ενός φορτηγού που περνάει φορτωμένο

μεθυσμένους φαντάρους, φωνές και τραγούδια,

κι ο προβολέας καρφώνει τον ίσκιο του παράθυρου μέσα στο σπίτι

βουβά κ’ εχέμυθα σα νάναι ένα μεγάλο, σανιδένιο κασόνι

που δυο σκοτεινοί ναυτικοί το μεταφέρουν σε μια ερημική παραλία.

Κάτι παράξενες ιδέες σου έρχονται τότε, - δε σου συμβαίνει και σένα ; -

πως τάχα καθένας από μας είναι δυο άνθρωποι

με σκεπασμένα πρόσωπα, κ’ οι δυο μνησίκακοι,

ασυνεννόητοι, και μόνο τούτη τη στιγμή συμφώνησαν

να μεταφέρουν αυτό το κασόνι, να σκάψουν με τα νύχια τους

λίγο πιο πάνω απ’ την ακρογιαλιά και να το θάψουν.

Και το ξέρεις και συ, καθώς και κείνοι, παρ’ όλη τους τη μυστικότητα,

πως μέσα στο κασόνι κείται ένα τεμαχισμένο σώμα,

ένα σώμα νεανικό, πολύ αγαπημένο· κ’ είναι το ένα

το σώμα το δικό τους, που το σκότωσαν οι ίδιοι και τόθαψαν σα νάταν δυο ξένοι.

Αυτό το κασόνι


με το άψογο σχήμα, κανονικό τετράγωνο,

μοιάζει με κλεισμένη πόρτα,

μοιάζει με κείνες τις φωτογραφίες που λέγαμε μες στις κορνίζες τους,

μοιάζει μ’ αυτό το παράθυρο απ’ όπου κοιτάμε την όμορφη κίνηση του

ανοιξιάτικου δρόμου.



Συχνά έχω συναντήσει αυτό το σώμα, αυτό το πρόσωπο,

Τις νύχτες μάλιστα που έχει φεγγάρι, να περιδιαβάζει

-κάπως ωχρό, μα πάντα νεανικό – στην προκυμαία

ή στον επάνω δρόμο με τα βρώμικα χαμαιτυπεία,

με τις βαμμένες γυναίκες, τα πεινασμένα σκυλιά,

                                                                 /τις σκουριασμένες λαμαρίνες,

Με τους αξύριστους ναυτικούς, τα σάπια φρούτα, τις βλαστήμιες,

                 τις λεμονόκουπες,

τους πράσινους νιπτήρες, τις λεκάνες, τα σπαρματσέτα,

                                                                         /τις ασετυλίνες.

Κάποτε μάλιστα τον είδα να παζαρεύει μια γυναίκα,

Μα εκείνη δε δεχόταν γιατί της έδινε πάρα πολλά. «Όχι, όχι»,

                                                                                     τούλεγε.

«Δε γίνεται. Όχι», με βραχνή φωνή, κ’ έτρεμε κάπως

Το χέρι της με τα κόκκινα νύχια. Είχε το φόβο

Μη και τη  μπλέξουν με τίποτε κλοπές, καταχρήσεις, αντικλείδια,

Με μεγάλες πόρτες σιδερένιες σαν αυτές που προμηνάνε πάντα οι

                                                                                         χαρτορίχτρες

και που ποτέ, στ’ αλήθεια, δε λείπουν. Τι τάθελε εκείνη;

Η τιμή είταν ορισμένη – όχι, βέβαια λιγότερα μα ούτε και πιότερα.





Ακατανόητος άνθρωπος, με κάτι μάτια

πελώρια κι ακατοίκητα στ’ ωχρό του πρόσωπο

σαν αναμμένα κάρβουνα. Μπορούσαν κιόλας να την κάψουν.
Μπορούσαν να λιώσουν κι οι φουρκέτες της
και το λιωμένο σίδερο καυτό να τρέξει απ' τα αυλάκια των 
                                                     /μαλλιών της μες στα μάτια της.



Έμοιαζε πάντα λυπημένος,- ίσως απ’ τη δύναμή του
που δεν κατάφερε ποτέ να τη σκοτώσει· - μια ωραία λύπη
σαν την πλατειάν, απογευματινή μελαγχολία της άνοιξης. Και 
του άρμοζε, 
και τού ήταν σχεδόν αναγκαία. Δεν υπήρξε ποτέ,

όπως νομίζουμε τεμαχισμένος. Άνοιγε ήσυχα εκείνο το κασόνι

σαν ν’ άνοιγε μια πόρτα, κι έβγαινε ακέραιος κάτω απ’ το φεγγάρι

κ’ οι φλέβες του διαγράφονταν έντονα στα χέρια του

κόκκινες, τόσο κόκκινες – παράξενο, μέσα σε τέτοιο φεγγαρόφωτο –

κάτω απ’ το ωχρό, χριστιανικό του δέρμα.

Αλήθεια, σκέφτομαι καμμιά φορά πως μόνο το τεμάχισμα

μπορεί να μας κρατήσει ακέριους – αρκεί να το ξέρουμε.

Και πώς μπορεί να μην το ξέρουμε μια κ’ η γνώση μας είναι

εκείνη που μας τεμαχίζει και μας επανασυνδέει μ’ αυτά που αρνηθήκαμε....



*Σημείωση: Από τη "ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ" (1956 - 1972) του Γιάννη Ρίτσου. Τόμος ΣΤ' των "ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ" του, ΙΗ' έκδοση ("Κέδρος", 1996)

Δεν υπάρχουν σχόλια: