Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

"Το αντίτιμον" Διήγημα του Δημητρίου Γρ. Καμπούρογλους

.....................................................





  
Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους
(1852 - 1942)













                          


 


·       Το αντίτιμον 


 Διήγημα του Δημητρίου Γρ. Καμπούρογλους




   ΠΟΛΥ ΗΣΥΧΟ κι ευχαριστημένο στην τύχη του ήταν ένα μεγάλο χωριό - άλλα είχαν περάσει βάσανα – όταν το γνώρισε στα 1806 ο Περιηγητής.
   Άφθονα νερά το έλουζαν και ήτον χωμένον μέσα σε δένδρα  που εφαινόντουσαν σαν οπισθοφυλακή  του αγρίου δάσους, που απαντά ο ταξιδιώτης  φεύγοντας απ’ τη Λακωνία και πηγαίνοντας κατά την Κυνουρία.
   Είχαν ξεχωριστούς κοινωνικούς νόμους στο χωριό αυτό, ακόμα και ξεχωριστή γλώσσα.
   Είχαν ξεχωριστούς κοινωνικούς νόμους στο χωριό αυτό, ακόμα και ξεχωριστή γλώσσα.
    Είχαν και την αριστοκρατία τους. Την αντιπροσωπεύουν οι πρωτόγεροι.
   Όταν πήγε ο Περιηγητής, εβάραινε ακόμα την ψυχή τους ένα έγκλημα, αν και ήτον περιλυγμένο με την κοινή απόφαση και με την δικαιολογία κάποιου ανώτερου σκοπού.

                                                        ***

   Μία ωραία κόρη του χωριού έμεινε ορφανή. Με όλη της τη μικρή ηλικία στάθηκε απ’ τους συγγενείς της στην Πόλη  για να υπηρετήσει εκεί και να γυρίσει μια μέρα με την προίκα της.
   Πέρασαν κάμποσα χρόνια, χωρίς αυτή να αιστανθεί την επιθυμιά να ‘ρθει στον τόπο που γεννήθηκε.
   Στα τελευταία ήρθε, μα πολύ αλλιώτικη.
   Κυρία με τα όλα της. Έλαμπε από πάστρα· κτενιζότανε διαφορετικά και περπατούσε με τσακίσματα.
   Το χειρότερο απ’ όλα, μιλούσε και Γαλλικά!...
   Οι πρωτόγεροι ξύνισαν τα μούτρα τους. Γενική κουτσομπολιά στο χωριό. Δεν ενήστεψε και κάποια Τετάρτη. Ο παπάς έγινε κι αυτός εχθρός της.
   «Πωπώ, η άμοιρη η μάνα της κάλλιο που δε ζει ναν τη βλέπει… την πήξε και τη δείξε…», έλεγαν οι γριές και τραβιόντουσαν λοξά-λοξά για να μην ‘γγίξουν απάνω στην οξαποδώ.
   Κι αυτή ανύποπτη διασκέδαζε με τις κουταμάρες των χωριανών της.
   Όσες φορές ερχότανε κανείς ξένος, πρώτη και καλύτερη αυτή. Η γλώσσα της πήγαινε ροδάνι.
   «Τι ναν του λέει τάχατες, γέρο-Σπύρο;».
   «Ξέρω κι εγώ; Δεν καταλαβαίνεις; Τι άλλο θα λένε!...»
   «Χαχούχα!... Αυτή, μωρέ μάτια μου, πήρε το δρόμο της για καλά!...».
   «Τι κάνει εκεί ο Φράγκος;!...»
   «Κοίτα, κοίτα… Πέρασε το δικό της μπράτσο μέσα στο δικό του και πάνε τον κατήφορο…»
   «Μα αυτό είναι ντροπή μας!... Θα γινούμε σεργούνι στα εφτά βασίλεια!».
   «Μεγάλη μας ντροπή, αλήθεια».
   «Πρέπει να λείψει το σκάνταλο».
   «Πρέπει να λείψει».
   Σε λίγες μέρες, έκτακτος απεσταλμένος πήγε στον Πασά το χρηματικό φόρο του χωριού για ένα φόνο που γίνηκε.
    Ο Πασάς όμως, άμα έμαθε πως η σκοτωμένη ήταν νέα, ωραία και απροστάτευτη κόρη, ζήτησεν άλλα τόσα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: