Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

"Δημοσιογραφία και κοινή λογική" & "Ο Στέφανος… η τιμή… και η μικρότητα" δύο άρθρα του Γιάννη Η.Χάρη ("Εφημερίδα των Συντακτών", 16/1 & 9/1 του δίσεκτου έτους 2016)

.............................................................


Δημοσιογραφία και κοινή λογική

(Εφημερίδα των συντακτών 16 Ιαν. 2016)

Δεν ήθελα να βρομίσω παραπάνω το κείμενό μου για τον Στέφανο Στεφάνου και την απρέπεια του Γλέζου (9/1) και περιορίστηκα σ’ ένα υστερόγραφο, λέγοντας πως αυτοσχολιάζονται τα όσα ποταπά κυκλοφορούσαν ήδη στο διαδίκτυο, και ειδικά στο σάιτ και στο φέισμπουκ της εφημερίδας, κατά του Νίκου Κιάου, που πρώτος είχε επισημάνει εδώ την απρέπεια του Γλέζου.

Έγραφα λοιπόν για τον θάνατο του Στέφανου Στεφάνου, τις τιμές που του απέδωσε ο πολιτικός χώρος στον οποίο ανήκε, ο ΣΥΡΙΖΑ, και την απρέπεια του Γλέζου να επιτεθεί, με επικήδειο-ποίημά του, στον χώρο ακριβώς στον οποίο ανήκε ο νεκρός, στον ίδιο τον νεκρό από μιαν άποψη. Και ήδη οργίαζαν ροπαλοφόροι στο διαδίκτυο, ερήμην του νεκρού και της ταυτότητάς του, ερήμην της χειρονομίας του Γλέζου –που είπε δηλαδή ό,τι θα είχε ίσως νόημα σε κηδεία ορκισμένων αντιπάλων του ΣΥΡΙΖΑ, στελεχών λόγου χάρη, ή μάλλον ιδίως, της ΛΑΕ.

Φτιάχτηκε έτσι ένα εντυπωσιακά απλουστευτικό σχήμα: ο αγωνιστής και άρα εξ ορισμού μη υβριστής Γλέζος από τη μια, κι από την άλλη ο άρα υβριστής του Γλέζου Νίκος Κιάος, που διανοήθηκε επιπλέον να χαρακτηρίσει «ηγέτη», άκουσον άκουσον, τον Τσίπρα, ο οποίος χαιρέτησε θερμά τον Γλέζο, παρά την επίθεση που είχε δεχτεί.

«Έστειλε στην κηδεία σου στεφάνια η εξουσία ν’ απαλύνει την ντροπή της…», είπε ο Γλέζος, που δεν είχε φανταστεί, όταν έγραφε το ποίημά του, πως δεν θα έστελνε απλώς στεφάνια, μα θα εκπροσωπούνταν, πολλαπλώς και σε ανώτατο επίπεδο, η εξουσία, αυτή, ξαναλέω, την οποία στήριζε ο νεκρός. Και την οποία εξουσία, εντέλει, αν δεν πήγαινε στην κηδεία, θα την κατακεραύνωνε, ο ίδιος ο Γλέζος και ο χορός του ίντερνετ μετά, πως κρύφτηκε απ’ την ντροπή της, όμως εκείνη πήγε, κι ωστόσο δέχτηκε και πάλι (ή γι’ αυτό!) του κόσμου τις κατάρες και τους κεραυνούς!

«Αυριανιστής» λοιπόν, «πουλημένος», «αυλοκόλακας», ποίσος και δείξος ο Κιάος, που ούτε αυτόν, λέω εγώ, τον ήξεραν οι ροπαλοφόροι, «αυριανιστική» κι η εφημερίδα, «πουλημένη κυβερνητική», «ημιεπίσημο κομματικό όργανο του ΣΥΡΙΖΑ» κτλ.

Στάση εδώ, να δείξω πως όχι μόνο τον Στεφάνου και τον Κιάο αλλά ούτε την εφημερίδα δεν ήξεραν καν οι χουλιγκάνοι, δεν ήξεραν δηλαδή, δεν είχαν παρατηρήσει, ότι πέρα απ’ τα 3/4, αν δεν λέω πολλά κιόλας, του πολιτικού τμήματος, που πρόσκεινται στον ΣΥΡΙΖΑ, στην υπόλοιπη εφημερίδα: ελεύθερο, καλλιτεχνικό, αθλητικό, τελευταία σελίδα-βιτρίνα, και κυρίως αρθρογράφους, η αναλογία αντιστρέφεται, συχνά με τον πανηγυρικότερο, εννοώ κραυγαλέο, τρόπο.  Άλλη, μεγάλη ιστορία όμως αυτή, η καταστατική πολυφωνία που κάποτε γίνεται ηχηρή κακοφωνία, ή που, το βασικότερο, προσμετράει στις φωνές και κάποιες, όχι λίγες, άναρθρες κραυγές, σε επίπεδο στοιχειώδους ήθους εννοώ και ακόμα στοιχειωδέστερης δημοσιογραφικής δεοντολογίας, ανεξάρτητα δηλαδή από τις όποιες πολιτικοϊδεολογικές πεποιθήσεις.

Κάποια στιγμή η εφημερίδα διαχώρισε τη θέση της, σημειώνοντας ότι τα ενυπόγραφα άρθρα, όπως τώρα του Νίκου Κιάου, εκφράζουν τον συντάκτη και όχι κατ’ ανάγκην και την ίδια. Κι έμεινε μόνος ο συντάκτης, απέναντι στη μανία του «πλήθους». Η οποία παροξύνθηκε από το άρθρο άλλου συνεργάτη, του Γ. Σταματόπουλου (7/1), που σε μια μίνι πραγματεία «Περί ύβρεως και υβριστών» καταλήγει πως δεν μπορεί, πάλι εξ ορισμού, να είναι ο Γλέζος όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά, όπερ έδει δείξαι. Άρα ο υβριστής εντέλει είναι ο Κιάος, γι’ αυτό, φύγε, Κιάο, κρατάω μαχαίρι, έγραφε σε υστερόγραφο· κατά λέξη: «Αγαπητέ, Νίκο, θα σε παρακαλούσα να μην ανταλλάξουμε λόγια όταν ανταμωθούμε στα Εξάρχεια»! – Το αίμα αυτού εφ’ ημάς…, αλάλαξε το «πλήθος»: «φτύσιμο» όταν τον δούμε στα Εξάρχεια κ.ά.

Για την ώρα, τυχερός ο Κιάος, το λιντσάρισμά του υπήρξε μόνο ηθικό. Συνεχίζεται ωστόσο:

Πέρασε κοντά μία βδομάδα, και ιδού, στην ίδια ακριβώς γραμμή, και η τελευταία σελίδα (Δημ. Νανούρης, 11/1). Πάλι ερήμην του νεκρού και της ταυτότητάς του, πάλι εν γένει, εξ ορισμού και μεταφυσικώ τω τρόπω εκτός ανθρώπινης βολής ο Γλέζος, μένουν, ξανά εξ ορισμού, «αυτόκλητοι αυλοκόλακες» οι άλλοι, που «αναλαμβάνουν αυτοβούλως και εργολαβικώς [sic] την υπεράσπιση του ηγέτη», του Τσίπρα, ενώ δεν ήταν, δεν έπρεπε, δεν νοείται να είναι αυτό το θέμα!

Επανέρχομαι έτσι. Το θέμα δεν είναι η υπεράσπιση του Στέφανου, που τόσο βάρβαρα, ανιστόρητα προπάντων, τον χρησιμοποίησαν και τον χρησιμοποιούν για δικούς τους μικροπολιτικούς σκοπούς άνθρωποι που δεν ήξεραν καν το όνομά του, γράφοντας μάλιστα πως είχε «την ατυχία να του λάχουν διάσημοι πλην ασήμαντοι μαθητές», όπως λ.χ. καταλήγει ο αρθρογράφος της τελευταίας σελίδας. Και δεν είναι βεβαίως η υπεράσπιση του Νίκου Κιάου, που κι αυτός συμπτωματικά και μόνο έπεσε στην αρένα του αντιτσιπρισμού.

Ψιλά γράμματα κατάντησε να είναι όλα αυτά. Εδώ ξεμείναμε από λογική. Ποιο ήθος…


Ο Στέφανος… η τιμή… και η μικρότητα

(Εφημερίδα των συντακτών 9 Ιαν. 2016)
Ο Στέφανος…
«Είναι πολλά χρόνια που έχω καταλήξει στο ότι η ανθρώπινη ζωή –γιατί όχι απλώς η ζωή;– είναι μια “αξία” που δεν μπορεί να συγκριθεί σε τίποτα με άλλες αξίες. Τότε όμως ζούσαμε σε συνθήκες στις οποίες, αν θέλαμε να σταθούμε στο μπόι του ανθρώπου, έπρεπε πρώτα να έχουμε αποφασίσει για το αναλώσιμο της δικής μας ζωής. Αυτό ίσως ήταν ικανό να μας βοηθήσει να αποφασίζουμε για την ανάλωση και του Άλλου –φυσικά του αντιπάλου.

»–Τι εννοείτε μιλώντας για το “μπόι του ανθρώπου”;

»Εννοώ αυτό ακριβώς που λένε οι λέξεις “μπόι” και “άνθρωπος”. Και η λέξη “άνθρωπος” δεν είναι μόνο ένα οντολογικό σημαίνον. Αθροίζει, ως σημαινόμενο, ιστορικές κατακτήσεις, προαιώνιες και σύγχρονες ηθικές κατηγορίες, κάτι που θα έλεγα πως εκφράζεται με τον αυτοσεβασμό του ζωικού και του κοινωνικού μας είναι. Και το ανάστημα, για να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ωραία αρχαιοελληνική λέξη, εκφράζει την όσο και πιο πάνω, την όσο και πληρέστερη σημασία αυτού του σεβασμού. Έτσι νομίζω ότι μπαίνουμε σε μια εποχή όπου το μπόι του ανθρώπου συνεχώς δοκιμάζεται ή ακυρώνεται.»

Ο Στέφανος Στεφάνου, στην αυτοβιογραφία του, όπου αυτοχαρακτηρίζεται, στον τίτλο κιόλας: Ένας απ’ τους πολλούς της ελληνικής Αριστεράς: όχι από σεμνότητα, δήλωνε επίμονα, αλλά επειδή «τότε ήμασταν πολλοί, κι ήμουν ένας απ’ τους πολλούς».

Είναι σωστό αυτό που λέει ο Στέφανος: ήταν τότε πολλοί· κι άλλο τόσο σωστό πως ο ίδιος ήταν απ’ τους λίγους, τους πολύ λίγους.


η τιμή…

«Έφυγε σε ηλικία 90 ετών…» πιάνει τ’ αφτί μου στο βραδινό δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ1, και στήνομαι να παρακολουθήσω, σχεδόν μην πιστεύοντας πως θα μιλούσαν για τον Στέφανο Στεφάνου, που είχε φύγει μία μέρα πριν, ανήμερα Πρωτοχρονιά. Ναι, ήταν για τον Στέφανο: η κατάπληξη έγινε συγκίνηση, είπα να τηλεφωνήσω στον Παντελή, αλλά ώσπου να πάρω, σκέφτηκα, θα τελειώσει. Έμεινα έτσι ν’ ακούω, και όχι, δεν τελείωνε: παλιοί του συναγωνιστές, συνεξόριστοι κ.ά., ο Αριστείδης Μανωλάκος, ο Νίκος Κιάος, ο Θανάσης Καλαφάτης, ο Κωστής Γιούργος, δεν τους συγκράτησα όλους, με λίγα αλλά ουσιαστικά λόγια σκιαγράφησαν το πορτρέτο του Στέφανου Στεφάνου, της ίδιας της ιστορίας της Αριστεράς. Τηλεφώνησα αμέσως μετά στον Παντελή: «Ε λοιπόν, έχουμε κυβέρνηση της Αριστεράς», του είπα, μισοαστεία μα εντέλει σοβαρά· «με ποια άλλη κυβέρνηση θα είχε γίνει τέτοιο αφιέρωμα;»

Αυτήν εξάλλου την κυβέρνηση είχε στηρίξει ο νεκρός φίλος, παλιός κομμουνιστής που ακολούθησε έπειτα σ’ όλη της τη διαδρομή την ανανεωτική Αριστερά, μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ, στην ομάδα του «Χάους», με συνοδοιπόρους, από κοινούς και από καιρό φευγάτους φίλους, τον Δήμο Μαυρομμάτη και τον Αντώνη Καρκαγιάννη, στο ΚΚΕ Εσωτερικού, στον Συνασπισμό, στον Σύριζα, πάντοτε κριτικός αλλά και πάντα ενεργός.

Είχε συγκεκριμένη ταυτότητα λοιπόν ο Στέφανος Στεφάνου, δεν ήταν γενικά και αόριστα αριστερός, ταυτότητα για την οποία λίγο έλειψε να αφήσει τη ζωή του στις φυλακές και στα ξερονήσια, κι έτσι πιστεύω θα τη διεκδικούσε και τώρα.

Κι η παράταξη την οποία στήριξε, αυτή τον τίμησε, με την παρουσία του πρωθυπουργού και τριών υπουργών, του Αριστείδη Μπαλτά, του Νίκου Φίλη και του Πάνου Σκουρλέτη στην κηδεία του. Κανένας άλλος πολιτικός χώρος δεν εκπροσωπήθηκε –και δεν αναφέρομαι φυσικά στον κόσμο, τον πολύ κόσμο που ήρθε να τιμήσει τον άνθρωπο και φίλο. Δεν ενώθηκαν λ.χ. όλες οι τάσεις της Αριστεράς πάνω απ’ το φέρετρό του, όπως θα ήθελε μια κοινότοπη ρητορική: μόνο ο Σύριζα ήταν επίσημα παρών –δείγμα της μικροπρέπειας και της μισαλλοδοξίας του νέου μας διχασμού.


…και η μικρότητα

Κι όμως, βγήκε να χαιρετίσει τον νεκρό ο Μανώλης Γλέζος, ήμουν απέναντί του στη μικροσκοπική εκκλησία, άρχισε κάπως ποιητικά και συγκινητικά (δεν ήξερα τότε πως ήταν όλο ποίημα δικό του), ώσπου κατέληξε: «Έστειλε στην κηδεία σου στεφάνια η εξουσία / ν’ απαλύνει τη ντροπή της για το ρεζιλίκι της / μα δεν υπάρχει συγγνώμη να σβήσει την υποταγή». Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι: δεν στέκουν σε κηδεία τέτοια λόγια, και οπωσδήποτε απέναντι στον συγκεκριμένο νεκρό!

«Μ’ όλο τον σεβασμό» του είπα έπειτα στον καφέ, «το βρίσκω μικροπρεπές και ασεβές αυτό που είπατε, αφού το ξέρετε ότι αυτή την “εξουσία” στήριζε ο νεκρός»· «Είχε όμως απογοητευτεί» είπε με μένος μια κυρία δίπλα του. «Κι εμείς έχουμε απογοητευτεί, εδώ όμως είν’ άλλο» είπα. «Τον ήξερα καλά τον Στέφανο» μίλησε τώρα, ήρεμα έως απαθώς ο Γλέζος, «νομίζω πως το ποίημά μου τον εκφράζει απολύτως· αυτή είναι η γνώμη μου».

Τη δική μου την είχα πει· έφυγα, με την πίστη πως το χρωστούσα στον νεκρό.

Στον Στέφανο που, 75 χρόνια ανησύχαστος, αν μετρήσω από τη στράτευσή του, στα δεκαπέντε του, έφυγε ήσυχος, ο σοφός.


ΥΓ. Τα όσα αχαρακτήριστα διάβασα στο ίντερνετ για ανάλογο σημείωμα εδώ του Νίκου Κιάου πιστεύω πως αυτοσχολιάζονται επαρκώς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: