Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

Από το βιβλίο «Συνειρμοί, μαρτυρίες, μυθιστορίες» του Γ.Β.Δερτιλή (εκδ. "Πόλις", 2013) (αποσπάσματα) Δύο εφιάλτες και μία εφιαλτική πραγματικότητα...


............................................................



 




Από το βιβλίο «Συνειρμοί, μαρτυρίες, μυθιστορίες» του Γ.Β.Δερτιλή (εκδ. "Πόλις", 2013)*


 


            
  …Ένας εφιάλτης στα Κύθηρα, Μάιος 2011

Ο εφιάλτης των ημερών, τέρας με κεφαλή Σφίγγας και κορμί φιδιού, επανέρχεται εδώ και δυο-τρεις νύχτες, σφυρίζοντας το ίδιο πάντα ερώτημα: Ποιο μίσος θα σας ξεσκίζει στον εμφύλιο πόλεμο που ετοιμάζετε πάλι, πανηγυρίζοντας;

[Το σημείωμα αυτό γράφτηκε στα Κύθηρα το 2011]


 

…Από το «Ένας αποτυχημένος φιστικοπαραγωγός»

   …Δεν θα κάνουν ποτέ καρπό οι φιστικιές, κύριε Γιώργο, και δεν θέλω να σε γελάσω – άσε που για να στεριώσουν θα πρέπει να φτιάξω διακόσιους λάκκους τρία μέτρα, κι εσύ θα με πληρώνεις ένα χρόνο για να σκάβω λάκκους; Θα νομίσεις πως σε κοροϊδεύω».
   Έτσι γίναμε φίλοι με τον κυρ-Γιάννη. Ελάχιστους ανθρώπους έτυχε να εμπιστευθώ και να εκτιμήσω όσο αυτόν. Έμεινε στο κτήμα τριάντα χρόνια. Δυο μέρες την βδομάδα, κατά τις δώδεκα το μεσημέρι, μόλις ετοίμαζα τον καφέ μου, του φώναζα να έλθει να καθίσουμε μαζί και να μιλήσουμε, το καλοκαίρι στον ίσκιο, τον χειμώνα στο τζάκι. Απόφοιτος του Δημοτικού, πλούσιο λεξιλόγιο, σοφία εμπειρική και δημιουργική, αλάνθαστη κρίση, ο κυρ-Γιάννης έβλεπε από τότε τη φύση και το τοπίο του Σουνίου να καταστρέφονται και μιλούσε γι’ αυτά με πάθος, σωστός πολίτης, ακέραιος άνθρωπος. Φυσικά, είχε δίκιο, δεν θα έκαναν ποτέ πολύν καρπό οι φιστικιές, δεν θα έβγαζαν ποτέ τα έξοδά τους, αν είχα φυτέψει ελιές «θα είχαμε τουλάχιστον το λάδι μας».
   Πέρασαν πέντε χρόνια για να καταλάβω ότι είχε δίκιο, όχι μόνο για φυσικούς, αλλά και για περίπλοκους οικονομικούς λόγους. Οι φιστικιές είχαν βγάλει τα πρώτα διακόσια κιλά, περνάει ο έμπορος ξηρών καρπών από όλα τα κτήματα της περιοχής να μαζέψει τη σοδειά, περνάει κι από μένα. Μού δίνει αφ’ υψηλού την τιμή του και μένω άναυδος ως φιστικοπαραγωγός και ως οικονομολόγος. Βλέποντας την έκπληξή μου, γελάει και μού λέει: «Όταν δεν βρίσκω ν’ αγοράσω αρκετό φιστίκι στα κτήματα, αγοράζω από τον χονδρέμπορο. Μήπως προτιμάς να σού στείλω να σού δώσει εκείνος τιμή Τουρκίας; Εσύ θα χάσεις».
   Επέμεινα στις θεωρητικές ερωτήσεις και πήρα την απάντηση: «Τρεις ανθρώποι πρέπει να βγάλουν από αυτό το εμπόριο, φίλε, κι εγώ είμαι ο τελευταίος. Και ο χονδρέμπορος ψωνίζει από τον εισαγωγέα κάθε χρόνο για να συμπληρώσει το στοκ. Όταν έχει καλή χρονιά η Αίγινα, αγοράζω από αυτόν 90% Αιγίνης εξαιρετικό, βάζω στην αποθήκη μου 3% Τουρκίας για να μην τον δυσαρεστήσω και με πνίξει του χρόνου, μετά πάω σε άλλον εισαγωγέα για να τα έχω καλά και με αυτόν, και βάζω 7% Ιράν – πώς αλλιώς θα βγάλω κι εγώ το μεροκάματο;» Τον ερωτώ με όλη μου την ειλικρίνεια αν είναι καλή η χρονιά εφέτος, για να εισπράξω νέα απάντηση, πιο περιφρονητική: «Κακή χρονιά, φίλε, αλλά δεν βλάφτει. Θα μειώσω το Αιγίνης στα 80%, θα βάλω 10% Τουρκίας και 10% Ιράν ολόπαχο. Μήπως καταλαβαίνουνε τα ζώα τι τρώνε; Πάνε αυτά που ξέραμε». Πάνε, ομολογουμένως, σκέφτηκα, και του έδωσα τον καρπό του κτήματος και των κόπων του κυρ Γιάννη στο ένα πέμπτο της τιμής καταστήματος ξηρών καρπών. Καλοπληρωμένη η απάντησή του, φόρτωσε τα σακιά στο θεόρατο 4Χ4 κι έφυγε.
   Τη μεθεπομένη έκανα στους φοιτητές μου  μάθημα για την κρατούσα φιλελεύθερη θεωρία του διεθνούς εμπορίου και για τις πολλαπλές του πραγματικότητες, ιστορικές και ανθρωπολογικές. Χρησιμοποίησα ως παράδειγμα το εμπόριο φιστικιού στην Ελλάδα. Όταν ο καλός φοιτητής της ΚΝΕ, «πρώτος στα μαθήματα, πρώτος στον αγώνα», με ρώτησε τι σχέση έχουν αυτά με τις σοσιαλιστικές οικονομίες, του έδωσα κι εγώ την πληρωμένη απάντηση. Πρώτον, η Σοβιετική Ένωση δεν εισήγε από πουθενά το καπιταλιστικόν έδεσμα φιστίκι. Δεύτερον, εισήγε από την Ελλάδα πορτοκάλια 60% χειρίστης και 30% εξαιρετικής ποιότητος, τα εξαιρετικά στη μόστρα, πάνω-πάνω στο καφάσι, εν αγαστή συμπνοία με τους συνεταιριστές της Νέας Αγρέξ, «πώς αλλιώς θα έβγαζαν κι αυτοί το μεροκάματο;» Όσο για τους Σοβιετικούς καταναλωτές, «μήπως καταλαβαίνουν τα ζώα τι τρώνε;» έλεγαν οι Σοβιετικοί γραφειοκράτες αγοράζοντας τα πορτοκάλια και τσουγκρίζοντας τη βοτκίτσα με τους Έλληνες συνεργάτες τους. Στο κάτω-κάτω της γραφής, με κλήρινγκ πλήρωνε το σοβιετικό κράτος, τα λεφτά συμψηφίζονταν με ιπτάμενα δελφίνια εξαιρετικής ποιότητος και με κάποιο άλλο προϊόν βαριάς βιομηχανίας και χειρίστης ποιότητος.
   Στους φοιτητές δεν ανέφερα μια παρόμοια συζήτηση που είχαμε κάποτε με τον Φίλιππο Ηλιού περί εμπορικού καπιταλισμού, όταν του αφηγήθηκα την εμπειρία ως αποτυχημένος φιστικοπαραγωγός και έμπορος φιστικιού. Απαράμιλλος ειρωνιστής, ο Φίλιππος μου είπε κάποια στιγμή: «Δεν πειράζει, καημένε, και ο Κοραής αποτυχημένος έμπορος ήταν». Καλή ήταν η παρέα που μού κόλλησε, αλλά δεν με παρηγόρησε.
   Μετά πέρασαν χρόνια, και έχοντας βιώσει τέσσερις πυρκαγιές από το 1961, εβιωσα και Πέμπτη το 2001, που έκαψε τον λόφο πάνω από το σπίτι. Ο κυρ Γιάννης είχε καθαρίσει σχολαστικά τις πευκοβελόνες και κλαδέψει τα χαμηλά των δέντρων· κι έτσι, καταβρέχοντας συνεχώς με τη μάνικα, συγκράτησε την πυρκαγιά ώσπου ήλθαν τα πυροσβεστικά. Το κτήμα μου σώθηκε, μαζί και τα κτήματα των γειτόνων μου, εκτός από το μακρινότερο.
    Οι γείτονες ενθουσιάστηκαν με την ευκαιρία. Ο μακρινότερος καθάρισε μέρα μεσημέρι με εκσκαφέα την εντελώς δασική ιδιοκτησία του από τα καμένα πεύκα παρουσία του Δασαρχείου. Ήταν μέρες αργίας, έτυχε να είμαι στο Σούνιο. Όταν διαμαρτυρήθηκα στον παρόντα επιτόπου κύριο Δασάρχη, εκείνος μού απάντησε: «Μα έχει τίτλους ο άνθρωπος». Άρα, ο ίδιος ο Δασάρχης του είχε δώσει την άδεια να υλοτομήσει αγνοώντας το Σύνταγμα και τους Νόμους που απαγορεύουν την υλοτομία σε καμένες δασικές περιοχές. Και ήταν παρών για να τον προστατεύει από ανθρώπους σαν εμένα.
   Εβδομάδες αργότερα, ένας άλλος γείτονας, πολύ πλησιέστερός μου, έχτισε χωρίς άδεια τσιμεντόλιθη μάντρα μήκους 380 μέτρων και ύψους ενάμιση μέτρου με άλλο ένα μέτρο συρματόπλεγμα από πάνω, και καταπάτησε σε πλάτος ενός μέτρου τον δρόμο από όπου μόλις είχαν περάσει τα πυροσβεστικά. Όταν τόλμησα να διαμαρτυρηθώ, δέχθηκα μια βίαιη επίθεση που κόστισε σε εκείνον μεν πεντάμηνη φυλάκιση, την οποία βεβαίως εξαγόρασε και συνέχισε να παρανομεί, σε εμένα δε μια δωδεκαετία ψυχοφθοράς ώσπου να κερδίσω τελεσιδίκως τις αμέτρητες δίκες που χρειάστηκαν, να αποζημιωθώ για τις επίσης αμέτρητες προσβολές του καλού μου γείτονα – και, ευτυχώς να γκρεμιστεί η μάντρα του.
   Στο μεταξύ, είχα μάθει ότι ένας συνεταιρισμός είχε αγοράσει μερικές χιλιάδες στρέμματα σε αυτό το τμήμα του Εθνικού Δρυμού που ξεκινούσε από τον λόφο πάνω από το κτήμα μου, πασίγνωστο ως δασική περιοχή και αποδεδειγμένο με δεκάδες αεροφωτογραφιών. Η υποθηκοφύλαξ Λαυρίου είχε αρνηθεί να μεταγράψει τα συμβόλαια. Ο αρμόδιος Εισαγγελέα, γνωστός για την ακεραιότητά του, είχε παραπέμψει τους υπευθύνους της αγοραπωλησίας στο ποινικό δικαστήριο. Ζήτησα πληροφορίες και έμαθα ότι ο συνεταιρισμός περιλάμβανε κυρίως εφοριακούς υπαλλήλους και ότι είχε έως τότε πουλήσει σχεδόν 500 στρέμματα στα μέλη του, που περιελάμβαναν και συνταξιούχους βουλευτές και άλλους δημοσίους λειτουργούς.
   Απαυδισμένος, ξεπούλησα το κτήμα το 2004 και άφησα το σπίτι που αγαπούσα. Από μιαν άποψη και εκ των υστέρων μου βγήκε σε καλό. Σε λίγο θα έπαιρνα σύνταξη· ακόμη και ολόκληρη, δεν θα έφτανε για να καλύψω τα έξοδά του και για να ζήσω. Αλλά από τότε δεν ξαναπήγα ποτέ στο Σούνιο…




               Ένας εφιάλτης στα Κύθηρα, Μάιος 2012

   Ξαναείδα εκείνο τον εφιάλτη σήμερα, 1 Ιουνίου 2012, πάλι στα Κύθηρα. Ξαναείδα το τέρας με κεφαλή Σφίγγας και κορμί φιδιού να σφυρίζει πάντα το ίδιο ερώτημα: «Ποιο μίσος θα σας ξεσκίζει στον εμφύλιο πόλεμο που ετοιμάζετε πανηγυρίζοντας;» Ξαναείδα να ξετυλίγεται μπροστά μου ο πόλεμος που έρχεται, τόσο διαφορετικός από τον προηγούμενο, που ακόμη και το όνομα «Εμφύλιος Πόλεμος» του είναι ξένο. Μάχες για να καεί το ρημάδι το κοινοβούλιο, και όσοι δεν καούν μαζί του, να κρεμαστούν. Μάχες για να πάρουμε τους σταθμούς του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης, να μεταδώσουμε χορούς θριάμβου, μεθυσμένα μηνύματα, εκπομπές διαπόμπευσης, και συνθήματα αιώνιας εξουσίας που αύριο κιόλας θα μας την πάρουν, εφήμερη, οι επόμενοι.  Μάχες σώμα με σώμα ανάμεσα σε ανθρώπους που μόνα κίνητρα έχουν το μίσος, τη βία, το αίμα, το πλιάτσικο. Μάχες για ένα χαρτονόμισμα, για ένα χρυσό σταυρουλάκι, για μιαν ασημένια εικόνα. Μάχες για ένα ψωμί, για ένα τηλέφωνο, για το κορμί μιας γυναίκας, ενός άνδρα ή ενός παιδιού. Πόλεμοι μια ημέρας με στόχο την κλεψιά και το γκρέμισμα. Σήμερα να ξαφρίσουμε όσα μπουκάλια βρούμε, αύριο τριήμερο πιοτού και βιασμών. Μεθαύριο να καούν όλες οι εκκλησίες της πόλης, από βδομάδα να βγάλουμε από τις κρυψώνες τους όλους τους μαύρους και να τους καθαρίσουμε, ύστερα όλοι μαζί στα βόρεια προάστια για γκρέμισμα, κλοπές και πιοτό.
   Πόλεμοι χαοτικοί, άσκοποι, η βία για τη βία. Χωριστό κράτος σε κάθε πόλη, σε κάθε συνοικία, σε κάθε πολυκατοικία. Πόλεμος ανάμεσα σε συνοικίες και σε πόλεις, πόλεμος για να καθαρίσουμε το βουνό από τα καραβάνια των προσφύγων που κατέφυγαν εκεί νομίζοντας πως εκεί θα γλυτώσουν – μικροαστοί με κουβέρτες και πλαστικά ψυγεία με τρόφιμα, αστοί με γυναικόπαιδα, κοσμήματα, ασημικά και χαρτονομίσματα, βουλευτές και κομματάρχες και οπαδοί της «δεξιάς», της «αριστεράς», του Ολυμπιακού, συνδικαλιστές της ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ, Αλβανοί, Πακιστανοί και μουσουλμάνοι, ξένοι, όλοι ξένοι, όλοι για πέταμα, όλοι στη μεγάλη σφαγή.
   Ξυπνώντας από τον λήθαργο, αναζήτησα το όνειρο στο περυσινό μου ημερολόγιο. Ναι ήταν σχεδόν το ίδιο με εκείνο που είχα δει το 2011.

             [το σημείωμα αυτό γράφτηκε στα Κύθηρα το 2012] 


* : Το βιβλίο του Γ.Β. Δερτιλή είναι το φετινό βραβείο "Ν. Θέμελης" και η βράβευσή του θα γίνει στις 23/8/2014, όπως κάθε χρόνο στην Άνδρο  





Δεν υπάρχουν σχόλια: