Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

"ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ" του Γιάννη Πάνου (Νέα Κείμενα, Κέδρος, χειμώνας 1971(**) & από τον φίλο στο fb Athanase Athanassiou (facebook, 28/7/2017)

.............................................................






Γιάννης Πάνου(*)
(1943 - 1998)














ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Εκείνο το καλοκαίρι, μετά από πολλά χρόνια, υπήρχε διάχυτο παντού ένα αίσθημα σιγουριάς και ασφάλειας. Σιγουριάς όχι τόσο βέβαια, γιατί οι μνήμες της βίαιης δεκαετίας ήταν ακόμη ολοζώντανες, μ’ όλες τις προσπάθειες για το αντίθετο, αλλά ασφάλειας οπωσδήποτε. Οι μεγάλες υποσχέσεις, οι γενναίες επιχορηγήσεις, οι όρκοι φιλίας, τα γιγαντιαία παραγωγικά προγράμματα, τα σχέδια ριζικής ανοικοδόμησης, λόγια παχιά ίσως για τον πολύ κόσμο, στο χωριό μας είχαν φτάσει με την πιο συγκεκριμένη μορφή. Τσιμέντα, σίδερα, τούβλα, κεραμίδια, ξυλεία, κουφώματα, κείτονταν στις αυλές όλων σχεδόν των σπιτιών, μοιρασμένα απλόχερα, για την άμεση επούλωση των βασικότερων αναγκών.
Ξύπνια προπαγάνδα, στάχτη στα μάτια θα πουν πολλοί. Αλλά ο χωριάτης δεν καταλαβαίνει από τέτοια κι όταν βλέπει τούβλο, δε λέει προπαγάνδα, λέει τούβλο.
Από τα ημερολόγια και τις αφίσες που γέμισαν τους τοίχους των καφενείων -ταπετσαρία εποχής που λέμε- μάθαμε πως ολ’ αυτά γίνονται βάσει ενός μεγάλου σχεδίου, που το είπανε σχέδιο Μάρσαλ.
Τόση ήταν η αίσθηση πλούτου και αφθονίας, που πήγαζε απ’ όλη την καμπάνια του σχεδίου, ώστε έφτανε να εμφανιστεί κάποιος με καινούργιο φανελένιο πουκάμισο ή τσίλικο ντρίλι παντελόνι, για ν’ ακούσει όπου περνούσε : Άλα κουμπάρε, πολύ σχέδιο Μάρσαλ μου τραβάς.
Εκείνο όμως που τραβούσε αμέσως την προσοχή οποιουδήποτε ξένου ή περαστικού, ήταν το ψιλό συρμάτινο δίχτυ, που κάλυπτε γυαλιστερό κάθε πορτοπαράθυρο του χωριού. Μπορούσες να δεις σπίτια δίχως σκεπές, με καμένα παντζούρια και πορτόφυλλα, με τρεις τοίχους και στη θέση του άλλου μια κουρελού κρεμασμένη από σκοινί, μα από πουθενά δεν έλειπε το ψιλό και πυκνό συρμάτινο δίχτυ, που εμπόδιζε τα σύννεφα των κουνουπιών να μπαίνουν στα σπίτια, ενώ άφηνε ελεύθερο το άνοιγμα για τον αερισμό και την κυκλοφορία του ούριου άνεμου της αλλαγής.
Και δεν ήτανε μικρό το κακό με τα κουνούπια. Τ’ αεροπλάνα του υπουργείου, χρόνια είχανε να ρίξουν ντιντιτί, απασχολημένα μ’ άλλες δουλειές. Μα ποιος λογάριαζε θαρρείς και τα κουνούπια σε τούτα τα χρόνια. Τώρα που ξαναλέπτυνε το πετσί μας, τα θυμηθήκαμε.
Σιγά-σιγά η ζωή ξανάπαιρνε τον παλιό της ρυθμό. Τα λιοτριβιά άρχιζαν να καπνίζουν, οι σειρήνες τους ν’ αλλάζουν τις βάρδιες, τα τσιγάρα να φουμέρνονται ολόκληρα, μπήκε το καζάνι του συσσίτιου στο σχολειό -το πρωί γάλα σκόνη και κίτρινο τυρί του κουτιού- μέχρι κι η Μαρίκα του Βασιλόγιαννη έβαλε βρακί στον κώλο της, ροζ ωραίο. Τόσα χρόνια ούτε που την ένοιαζε να κάθεται στο παραπόρτι κι από κάτω τούρλα. Κι όταν την τύχαινε καμιά φορά ο άντρας της και της τις έβρεχε, όλο δεν έχω και δεν έχω το πήγαινε. Τώρα όμως, το σχέδιο βλέπεις. Εκαλύφθησαν άπασαι αι ανάγκαι της χώρας -και της Βασιλογιαννούς. Άνοιξε κι η Αμερική κι άρχισαν να φτάνουν τα δέματα, τόνα πάνω στ’ άλλο, από διάφορους συγγενείς και φίλους, χρόνια μετανάστες. Ολόκληρα κιβώτια καραμέλες και τσίχλες, ταφταδένια φορέματα, βελούδινα καπέλα με μαύρο βέλο, σπόρους από ένα σωρό ποικιλίες λουλουδιών, ωραία χοντρά φλιτζάνια του καφέ, παιχνίδια, τόπια με ζωγραφισμένη την αστερόεσσα, τεράστια φιγουρίνια σύγχρονης μόδας και άλλα χρήσιμα αντικείμενα, που σε καιρούς ειρηνικούς κάνουν πιο άνετη τη ζωή μας.
Περίεργες μικρές πολυτέλειες άρχισαν να μπαίνουν στο μίζερο περιβάλλον μας. Τα καφενεία κρέμασαν στα ταβάνια μακριές ταινίες με ειδική κόλλα για μύγες. Καινούριες μάρκες τσιγάρων διαφημίζονται. Το κοινοτικό γραφείο απόχτησε γραφομηχανή, κι όπου νάναι και τηλέφωνο.
Ακόμη και στα πρόσωπα έβλεπες κάτι καινούρια, βιασμένα χαμόγελα για τους άλλους, που προσπαθούσαν να δείξουν ότι δεν είδαμε, δεν ακούσαμε, δε θυμόμαστε τίποτα. Σήμερα γεννηθήκαμε. Το μερτικό μας από την τούρτα της αισιοδοξίας που κατάπιαμε, έπρεπε να κάνει τη δουλειά του.
Έπειτα ήρθαν οι εφημερίδες με τις επιταγές για Σταθερή Κυβέρνηση, για Αρραγή Εθνική Ενότητα, για Σταθερότητα του Νομίσματος, με τις συνέχειες του Τσακιτζή, Ιππότη των Ορέων, του Ταρζάν σε νέες περιπέτειες και άλλων επίκαιρων θεμάτων.
Τίποτα δε θαρχόταν να ταράξει τη γαλήνη και την πρόοδο. Μόνο τις Κυριακές στην εκκλησιά, σαν γύριζες τη ματιά κατά τον γυναικωνίτη, έβλεπες κάτι μαυροφόρες δίχως πρόσωπα, να ξεγλιστρούν αθόρυβα από την πίσω πόρτα, λίγο πριν απολύσει ο παπάς και να χάνονται. Κι αν ρωτούσες καμιά τους πότε θ’ απολυθεί ο Γιώργης ή ο Έρωτας -έξι χρόνια λείπανε- σ’ απαντούσαν αόριστα : Ε, όπου νάναι θάρθει κι αυτός. Και φεύγανε σκυφτές για τα σπίτια, να σφίξουν στα δάχτυλα το άδειο αμπέχωνο, το χωμένο βαθιά στο κασόνι του σταριού.
Έτσι κυλούσαν εκείνα τα χρόνια και ζούσαν εκείνοι καλά και μεις ακόμα. 

[Θεσσαλονίκη, Νοέμβρης 1970 –in Νέα Κείμενα, Κέδρος, χειμώνας 1971(**)]

(*)http://www.biblionet.gr/author/692 (**)https://el.wikipedia.org/…/%CE%95%CE%BA%CE%B4%CF%8C%CF%83%C… 

Δεν υπάρχουν σχόλια: