Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

"Βίοι και βίοι..." Επιλογή από "Το Περιθώριο '68 - '69" του Μανόλη Αναγνωστάκη (1925 - 2005)

............................................................




Βίοι και βίοι...

Από "Το Περιθώριο
'68 - '69"

του Μανόλη Αναγνωστάκη (1925 - 2005) 





…Τα βράδια, τις πιο πολλές φορές, συναντιόμασταν  σε μια γωνιά του πάρκου, πλάι στο ερειπωμένο και ακατοίκητο περίπτερο που, άγνωστο γιατί, το λέγαμε «στους τροπικούς». (Σήμερα είναι εκεί το Λούνα Παρκ και το σκοπευτήριο). Ο Χάρης σκοτώθηκε το ’44, ο Ξενοφών είναι γιατρός στη Μόσχα, η Ισμήνη σκοτώθηκε το ’47, ο Μέρτζος εκτελέστηκε το ’48, ο Αργύρης έγινε καθηγητής στο Πίτσμπουργκ, ο Τάκης υπάλληλος στο ΙΚΑ Σερρών. Εγώ γράφω.

...........................................



Και πώς να τον βρίσεις κάθαρμα, όταν έχει κάτσει είκοσι χρόνια φυλακή…


...........................................


«Ο δικηγόρος του Σακκά πήρε 200 λίρες στο χέρι, με την υπόσχεση να κατεβεί αμέσως να αναστείλει την εκτέλεση. Την άλλη μέρα ο Σακκάς εκτελέστηκε. Ο δικηγόρος το ήξερε αυτό από τα πριν, τον είχανε καλέσει και τον ενημερώσανε για την απόρριψη της αίτησης για χάρη. Έκανα ό,τι ήταν ανθρωπίνως  δυνατόν, είπε. Μού πήρανε τα λεφτά και με γελάσανε κοτζάμ υπουργοί…».

   Γιατί να μου τα ξαναθυμίσει πάλι ο Γιώργος όλα αυτά χτες, όταν μας συστήσανε σ’ ένα σπίτι την κόρη του δικηγόρου, κυρία Τάδε σήμερα, με άντρα γιατρό, συνάδελφο, και με μια βίλα προικώα, στη Χαλκιδική.

...............................................



Όταν εκτελέστηκε ο Ζάννος ήτανε 27 χρονώ. Εμείς κλείναμε τότε τα 23. Τώρα είμαστε στα 45.


................................................ 


Ο Γ.Χ. το πλουσιόπαιδο, που παντρεύτηκε φοιτητής στην κατοχή τη Βάσω – ύστερα από 18 χρόνια στην Κέρκυρα και στο Ιτζεδίν,  ζει τώρα στα Σεπόλια, με κίρρωση του ήπατος, σάκχαρο δύο και ογδόντα πέντε και αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα. Ο γιος του λείπει εργάτης στη Γερμανία, η κόρη του συζεί μ’ έναν αξιωματικό της αεροπορίας στη Θεσσαλονίκη. Η Βάσω πέθανε. Τα παιδιά της γειτονιάς, όταν τα απογεύματα βγάζει την  καρέκλα του και κάθεται στο δρόμο μπροστά στην πόρτα του, τον χαιρετούν και τον φωνάζουν μπάρμπα.   

.......................................



Όταν ήμουνα με τυφοειδή πυρετό στο Αναρρωτήριο, κάθε πρωί, στις πέντε, περνούσαν κάτω από τα παράθυρα των μελλοθανάτων, κι εμείς στα κρεβάτια μας ακούγαμε τα τραγούδια, τις ζητωκραυγές, τις βλαστήμιες.  

   Εκείνο το πρωί νόμισα πως ξεχώρισα τη φωνή του Φαρμάκη, έναν τόνο πιο πάνω από τις άλλες – ύστερα κατάλαβα πως ήτανε για μένα τον άρρωστο, ένα τελευταίο μήνυμά του, ο αποχαιρετισμός.

.........................................................



Δεν έφταιγεν ο ίδιος. Τόσος ήτανε.

.........................................................



Πρόσκληση γραπτή να συναντηθούν οι παλιοί συμμαθητές – «μετά είκοσι πέντε έτη». Να πιούμε ένα κρασί να θυμηθούμε τα παλιά. Υπήρχε και μια φωτογραφία αποφοίτων, χαμογελαστοί όλοι, με το τσιγαράκι στο χέρι, στην παραλία, στα μπλόκια. Ο Γρηγορίου, που χάθηκαν τα ίχνη του γύρω στο ’48. Ο Σταθάτος, επιχειρηματίας νυν στον Πειραιά, πρώην χαφιές. Ο Μιχόπουλος ο επιλεγόμενος Μιράντα. Ο εκτελωνιστής Τζουβάρας. Ο Χρήστος Λαβίδας, που τον έπιασα με την Τίνα, στα χαλάσματα του εβραίικου νεκροταφείου, στις οχτώμιση το βράδυ, την Παρασκευή 6 Απριλίου του 1945.

   Κι άλλοι πολλοί.

................................................



Γυρίζοντας ο Κ.Λ. από την Ικαριά, βρήκε το γιο του, παλικάρι πια, σε μια σχολή κινηματογράφου, με τις σπουδές  του σταματημένες στη Γ’ Γυμνασίου. Πούλησε κάτι παλιά βιβλία, του αγόρασε καινούργιο κουστούμι, του ‘βαλε ένα γνωστό του καθηγητή να τον προγυμνάσει στα μαθηματικά. Το πέμπτο βράδυ, σ’ έναν καυγά στο σπίτι, το παλικάρι σήκωσε τη γροθιά του και του την έφερε στο πρόσωπο, βρίζοντάς τον χαμένο κορμί και παλιοκερατά.

.........................................
 



Κι η κόρη της Τίνας, της Τίνας που την κούρεψαν οι Χίτες το ’45, είκοσι τώρα χρονώ, σαν και τη μάνα της τότε, το ίδιο όμορφη, χόρευε χτες στο κλαμπ με κοντά-κοντά κομμένα αγορίστικα της μόδας μαλλιά.

...........................................



Είχαμε ραντεβού με τον Βαμβακά, στις εννιά παρά είκοσι, στην οδό Κωνσταντίνου  Μελενίκου – αυτός θ’ ανηφόριζε. Στις οχτώ και πέντε τον σκοτώσανε στη στάση Μισραχή, υην ώρα που έτρεχε να προλάβει το τραμ. Την άλλη μέρα είδα τη φωτογραφία του στην εφημερίδα. Τότε το είδα για πρώτη φορά και έμαθα πως αυτός που περίμενα και δεν ήρθε ήταν ο Βαμβακάς.

Συνεχίζω…

   Ο Κώστας Χατζημάλης, ο Γαμβέττας, ο Καπλάνης, ο Πάνος Οικονομίδης, ο Αυγέρης, ο Φίτσιος.

   Ύστερα…

   Ο Ζάννος, ο Μακρίδης, ο Πάνος Δουλγεράκης, ο Μέρτζος, ο Δραγάτσης, ο Χρήστος Μαλτέζος, ο Φαρμάκης, η Κούλα Ελευθεριάδου.

   Ύστερα…

   Ο Αλβανός, ο Τάκης Παπαγεωργίου, ο Αρδίττι, η Ευθυμία Πατσά, ο Βασδέκης, ο Νεγρεπόντης, ο Σταυρίδης, ο Τατάκης.

   Ύστερα…

   Ο Στίνης, ο Βασιλειάδης, ο Καμπάς, ο Δημητράκος, ο Λαζαρίδης, ο Μονέδας, ο Αργυριάδης, ο Μπαλλής, ο Νίκος Μπελλογιάννης.

   Ύστερα…

..........................................



…Και ποτέ μην ξεπέσεις στο αχ εμείς οι καημένοι.

   (Δε θέλει παρά ένα βηματάκι να το σκεφτούν οι άλλοι για σένα).



Ο Μανόλης Αναγνωστάκης είναι ο δεύτερος απ΄τ' αριστερά στη τρίτη σειρά

Δεν υπάρχουν σχόλια: