Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

"Λίγο πριν πεθάνεις…" από το κορίτσι του διπλανού portal (www.protagon.gr, 31/10/2014)

...........................................................


Λίγο πριν πεθάνεις…









Ο παππούς μου ήταν φυσικός. Ήταν και 96 χρονών (όπως ο Μητσοτάκης). Όταν τον ρωτούσαν πόσων χρονών είναι απαντούσε «χοντρικά… λίγο πριν πεθάνω». Το καλύτερο είναι ότι χαμογελούσε όταν το 'λεγε. Γνήσια, όχι μ’ αυτό το χαμόγελο-μορφασμό-κάλυμμα τρόμου. Ο παππούς μου χώρισε από τη γιαγιά μου όταν ήταν 75 χρονών. Όχι γιατί βρήκε γκόμενα αυτός. Όχι επειδή βρήκε γκόμενο η γιαγιά. Χώρισε γιατί δεν ήθελε να πηγαίνει εκδρομές σε μοναστήρια μαζί της. Σιχαινόταν επίσης τις φίλες της, που αφού γλεντοκόπησαν με συζύγους και εραστές στις Μυκόνους και τα Καζίνα της Ευρώπης, αποφάσισαν να κάνουν πλέον Πάσχα στον πανάγιο τάφο μόνο και μόνο γιατί φοβήθηκαν ότι έχουν πάρει την άγουσα για τον δικό τους τον τάφο. «Αυτές παιδί μου είναι συνηθισμένες να τα ρυθμίζουν όλα ζητώντας ρουσφέτια από τους βουλευτάδες τους», μου είπε τότε. «Ε, δεν μπορώ να τις βλέπω να μετατρέπουν και το θεό σε βουλευτή. Ανάβουν κεριά, κάνουν τάματα, φτιάχνουν φανουρόψωμα, φιλάνε οστά και κάρες αγίων, γιατί αυτή τη φορά είναι γιγάντιο το ρουσφέτι: ρετιρέ στον παράδεισο. Καλύτερα μόνος μου.»
Και πράγματι. Έζησε άλλα 20 χρόνια καλύτερα μόνος του. Ο θεός του έδωσε υγεία – ίσως επειδή δεν το ζήτησε φιλώντας στα ξεκούδουνα την κάρα του Αγίου Μηνά. Επισκεύασε και αποσύρθηκε στο σπίτι της μάνας του σ' ένα χωριό με δέκα σπίτια κάπου στη νότια Πίνδο. Το πρωί έκανε μια μεγάλη βόλτα στο βουνό και μετά διάβαζε, έφτιαχνε το φαγάκι του και έπαιρνε ένα υπνάκι. Το απόγευμα πήγαινε στο καφενείο-μπακάλικο-ταβέρνα-πρόχειρο ιατρείο και συναντούσε τους άλλους 16 κατοίκους του χωριού. Έπιναν το κρασάκι που έφερνε αυτός (είχε τρελές προμήθειες σαββατιανού που ήταν η αδυναμία του), έτρωγαν ομελέτα με αυγά απ' το κοτέτσι της κυρά Μάγδας και μανιτάρια που μαζεύει ο ανιψιός του Θωμά. Μετά το τρίτο ποτηράκι παίζανε μπιρίμπα ή τάβλι. Όταν ο παππούς ήταν στα μεγάλα κέφια του τους εξηγούσε τους νόμους που διέπουν τον κόσμο μετά παραδειγμάτων. Η αντοχή των υλικών λ.χ. εξηγήθηκε με το διαζύγιό του. «Μαλώνεις, μαλώνεις για χρόνια και νομίζεις ότι δεν πειράζει. Τα βρίσκεις και συνεχίζεις. Όμως η σχέση έχει κουραστεί. Και όταν μια μέρα ξαφνικά χωρίζεις, απορείς αφού δεν έγινε τίποτα σπουδαίο. Αλλά δεν χρειάζεται να γίνει ένα σπουδαίο. Η καταπόνηση για χρόνια κάποια στιγμή θα φέρει το σπάσιμο. Έτσι και το πανί που το βλέπει ο ήλιος καθημερινά κάποια στιγμή ξαφνικά θα διαλυθεί». Μετά γυρνούσε σπίτι του, διάβαζε λίγο ακόμα και πήγαινε για ύπνο. Ήταν ήρεμος κι ευτυχισμένος. Η μόνη με την οποία μιλούσε στην οικογένεια ήμουν εγώ.
Χτες με ειδοποίησε η κυρά Μάγδα ότι δεν είναι καλά. Πέταξα κι έφτασα δίπλα του σε μισή μέρα. Όταν μπήκα σπίτι του τον βρήκα στο κρεβάτι χάλια αλλά με καθαρές ριγέ μπυτζάμες, τριζάτα σεντόνια, μια κούπα χαμομήλι και ένα βιβλίο στο χέρι. Χαμογέλασε με όλο του το μούτρο όταν με είδε. Και μετά με μάλωσε που άφησα τις δουλειές μου και ήρθα.
-Τι κάνεις παππού; τον ρώτησα προσπαθώντας να κρύψω άτσαλα την αγωνία μου.
-Προσπαθώ να καταλάβω ποιες από τις 8 άγνωστες διαστάσεις του σύμπαντος είναι η πιο ωραία για να μετεγκατασταθώ, μου είπε και ανέμισε το βιβλίο. Το πήρα στα χέρια μου. Ήταν ένα βιβλίο που ανέλυε τη θεωρία των υπερχορδών, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της οποίας υπάρχουν, όπως μου εξήγησε, παράλληλα σύμπαντα αόρατα για μας που ζούμε στις τρεις διαστάσεις.
-Σοβαρά τώρα παππού, λες να αληθεύει αυτό; Λες να είμαστε κλεισμένοι σε μια γυάλα σαν ψάρια και να νομίζουμε ότι αυτό είναι όλο, ενώ έξω είναι το σπίτι, η πόλη, ο κόσμος, ο γαλαξίας; Λες να είμαστε κοντόφθαλμοι σαν χρυσόψαρα;
-Θα σου πω σε λίγο μετά λόγου γνώσεως, μου είπε και γέλασε περιπαικτικά. Με ξέρεις εμένα τι ψαχτήρι είμαι. Θα βρω τρόπο, θα βρω ταχυδρόμο με άδεια κυκλοφορίας μεταξύ συμπάντων και θα σε ειδοποιήσω. Υπόσχεση!

Σκάσαμε στα γέλια και αγκαλιαστήκαμε. Το βράδυ πέθανε ήσυχα στον ύπνο του. Και ξαφνικά κατάλαβα τι θα πει ακριβώς «θανάτω θάνατον πατήσας» και τον ζήλεψα.
Καλό ταξίδι παππού. Θα χω το νου μου για τον ταχυδρόμο σου…

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Γ. Ιωάννου - Α. Πετρουλάκης 1-2 (κλαυσίγελοι στο τέλος Οκτωβρίου)


.........................................................

Γ. Ιωάννου - Α. Πετρουλάκης 1-2














































"Τα δάκρυα είναι δυο λογιώ" παραδοσιακό τραγούδι της Κρήτης με τον Λουδοβίκο των Ανωγείων (youtube, 15/12/2008)

.............................................................

Τα δάκρυα είναι δυο λογιώ




Τα δάκρυα είναι δυο λογιώ 

Μουσική / Στίχοι: Της Παράδοσης (Κρήτη)

ερμηνεία Λουδοβίκος των Ανωγείων 



Ξύπνα κι ο έρωτας περνά
από τη γειτονιά σου, ζουμπούλι μου.
Χρυσή κορδέλα σου κρατεί
να δέσεις τα μαλλιά σου, ζουμπούλι μου.

Στο βορεινό παράθυρο
στο γιασεμί `πο κάτω,
μου `πεσε το μαντήλι μου
χαιρετισμούς γεμάτο.

Πού είσαι διαμάντι και ρουμπί
κι ανθέ του μαλαμάτου,
που έχω δυο λόγια να σου πω
του παραπονεμάτου.

Ήθελα να `μαι δάκρυ σου
όταν θα κλαις να βγαίνω
στο όμορφό σου πρόσωπο
περίπατο να πιαίνω.

Τα δάκρυα είναι δυο λογιώ,
ένα των πονεμένων
και τ’ άλλο στη συνάντηση
των πολυαγαπημένων.

Φεύγεις και σφίγγω τη καρδιά,
το δάκρυ μη προβάλλει
για να το βγάλω στη χαρά
όταν γυρίσεις πάλι.

"Αριστερή παρέλαση;;;" έγραψε ο Χριστόφορος Κάσδαγλης (http://www.thepressproject.gr, 28/10/2014)

..............................................................

Αριστερή παρέλαση;;;

Έβαλες τη φιλαρμονική να παίξει τον ύμνο του ΕΑΜ και νομίζεις ότι κάτι έκανες. Φοβάμαι πως τίποτα δεν έκανες, τίποτα δεν συνέβη που να σχετίζεται με την πορεία της τοπικής κοινωνίας προς ένα άλλο σενάριο κοινοτικής συμβίωσης.

















Επειδή πολλή συζήτηση έγινε ένθεν κακείθεν σχετικά με τη μουσική υπόκρουση της παρέλασης στο Χαλάνδρι, θα ήθελα να ξεκαθαρίσουμε μερικά πραγματάκια. Καταρχήν εμένα ποσώς με ενδιαφέρει αν στην παρέλαση θα ακούγεται ο Ναύτης του Αιγαίου, η Ενάτη του Μπετόβεν, ο ύμνος του ΕΑΜ ή η Παπαλάμπραινα. Μπορεί να τα κανονίσει έτσι ο δήμαρχος ώστε να μη γίνονται παρελάσεις; Εδώ είναι όλο το θέμα. Το μέγα πρόβλημα είναι η ίδια η παρέλαση, όχι τα ηχητικά.

Μερικοί λένε, εντάξει μωρέ τώρα, τι σου φταίνε οι παρελάσεις, παράδοση είναι, επίδειξη του σφρίγους της ελληνικής νεολαίας, ένδειξη ανάτασης και ετοιμότητας του έθνους και άλλα τέτοια ηχηρά. Ε, αυτά είναι ακριβώς που με ενοχλούν. Και η παράδοση, τέτοια που είναι, και η επίδειξη του σφρίγους των νεολαίας και η φτηνή ένδειξη ανάτασης και ετοιμότητας του έθνους. Με ενοχλεί να μπαίνουν τα παιδιά στη στρατοκρατική λογική, με ενοχλούν οι επιδείξεις των αεροπλάνων και των τανκς, όλος αυτός ο στόμφος, η πατριδοκαπηλία και η ψευδεπίγραφη ετοιμότητα. Με ενοχλούν οι εργατοώρες που ξοδεύονται, η μόλυνση της ατμόσφαιρας από τα αεριωθούμενα, το κόστος της κινητοποίησης του στρατού – με ενοχλούν ούτως ή άλλως, αλλά ακόμα περισσότερο σε καιρούς ανθρωπιστικής κρίσης. Με ενοχλεί η αφέλεια του συμβολισμού και το πολεμοχαρές μήνυμα. Με ενοχλεί όλη αυτή η μούχλα και ο αποπροσανατολισμός από τις αληθινές προτεραιότητες της χώρας, που δεν θα ’πρεπε να έχουν καμία σχέση με πολεμικές αρετές, αλλά με την ευρηματικότητα, τη δημιουργικότητα, την εξωστρέφεια και την αλληλεγγύη. Αυτά μας λείπουν, και μόνο αυτά μπορούν να μας θωρακίσουν απέναντι σε οποιαδήποτε απειλή.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Δεν σε εκλέξαμε, σύντροφε, για να παραστήσεις τον αριστερό ντιτζέι, για να συνεχίσεις να κάνεις ό,τι και οι προηγούμενοι, αλλάζοντας το εμβατήριο για να μας εντυπωσιάσεις. Έβαλες τη φιλαρμονική να παίξει τον ύμνο του ΕΑΜ και νομίζεις ότι κάτι έκανες. Φοβάμαι πως τίποτα δεν έκανες, τίποτα δεν συνέβη που να σχετίζεται με την πορεία της τοπικής κοινωνίας προς ένα άλλο σενάριο κοινοτικής συμβίωσης. Είναι μεγάλο λάθος να κινείσαι με βάση τον πρόσκαιρο εντυπωσιασμό και την κραυγαλέα αριστεροσύνη.

Αριστερή πολιτική είναι να στήσεις δομές αλληλεγγύης, ν’ αλλάξεις τη λογική της πόλης, να παρέμβεις στη χωροταξία, να διευρύνεις τη δημόσια σφαίρα, να διώξεις τα ιδιωτικά τραπεζάκια και τα παρκαρισμένα ΙΧ από τους πεζόδρομους, να φτιάξεις ανακύκλωση, να αλλάξεις τις αναλογίες του πράσινου, να ενθαρρύνεις την αυτοοργάνωση του κόσμου, να εμπνεύσεις την πρωτογενή καλλιτεχνική δραστηριότητα, τον λαϊκό αθλητισμό, την κουλτούρα, να φτιάξεις βιβλιοθήκες, να βοηθήσεις την τοπική αγορά, να ξαναζωντανέψεις τις γειτονιές, να εμπεδώσεις την ασφάλεια.

Τα λέω χύμα, χωρίς να τα ιεραρχώ, και ασφαλώς ξεχνάω πολλά, αλλά σίγουρα δεν είναι αριστερή πολιτική να αναπαράγεις τις παλιές συνταγές με δήθεν προωθημένη συσκευασία. Οι άνθρωποι που παρακολούθησαν την παρέλαση δεν ξέρω κατά πόσον χάρηκαν με τις επιλογές σου, αλλά σίγουρα παρέμειναν παθητικοί θεατές ενός παλιομοδίτικου θεάματος, κι εσύ απλώς τους έδωσες μια αφορμή να το συζητήσουν λίγο, να το κουτσομπολέψουν, ίσως και να τσακωθούν. Και για να σου το πω και πιο σταράτα, δεν σε εκλέξαμε για να διαιρέσεις την κοινωνία με διλήμματα του προηγούμενου αιώνα, ούτε για να πάρεις καμιά ρεβάνς.

Δεν αμφιβάλλω ότι θα υπήρξαν και κάποιοι σκληροπυρηνικοί που σου είπαν μπράβο για την πρωτοβουλία σου, που είδαν καλοπροαίρετα σ’ αυτήν μια κάποια καινοτομία και μια ιστορική δικαίωση.

Εγώ πάντως θα σου πω μπράβο μόνο αν καταφέρεις να ενώσεις όλη την τοπική κοινωνία -κι εκείνους που δεν σε ψήφισαν- γύρω από έναν προωθημένο στόχο, γύρω από έργα κοινωνικής ανατροπής και αλληλεγγύης. Ή, ακόμα, όταν θα αναγκαστείς να συγκρουστείς με συμφέροντα και με το πιο οπισθοδρομικό κομμάτι του δήμου. Όταν θα ξεβολέψεις τους μεσάζοντες, τους σύγχρονους μαυραγορίτες, τους τοκογλύφους, τους εργολάβους, όλους εκείνους που κάνουν τις γειτονιές και τις πόλεις μουντές, φτηνές και αβίωτες. Όχι για το εμβατήριο, φίλε, αλλά για κάτι που να αξίζει πραγματικά τον κόπο, κάτι για το οποίο θα σκεφτεί ο δημότης σου ότι αξίζει να βγει από το καβούκι του και να κινητοποιηθεί. Για κάτι που θα κάνει την πόλη και την κοινωνία πιο ανοιχτές, που θα δίνει ανάσα και προοπτική στον τόπο και στους ανθρώπους του, κάτι που να ενεργοποιεί τη νεολαία, να τη βάζει σε κίνηση, όχι από τα πάνω, όχι με τη φιλαρμονική αλλά με τη δική της πρωτοβουλία, την παρουσία, την έμπνευση και τη συμμετοχή.

Εν πάση περιπτώσει ας μην τα πολυλογώ, εντάξει, δήμαρχε, το έκανες το κομμάτι σου, έκλεψες την παράσταση και στην TV, αλλά ας στρωθούμε τώρα στη δουλειά να κάνουμε και κάτι που θα μας κάνει πιο χαρούμενους και πιο δημιουργικούς - όλους. Λυπάμαι λίγο που σου χάλασα το εφέ, η αλήθεια είναι πως κι εγώ χάρηκα όταν εξελέγης, και τώρα βρίσκομαι -τόσο σύντομα- στην ανάγκη να διαφοροποιηθώ. Αλλά μην το βάζεις κάτω, έχεις ακόμα σχεδόν ολόκληρη την πενταετία μπροστά σου. Μονάχα μην τη χαραμίζεις, σε παρακαλώ, σε «αριστερά» πυροτεχνήματα.

Επί τη ευκαιρία, καλή σου επιτυχία, δήμαρχε, σήμερα στον εισαγγελέα!

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

"Στον ίσκιο της δεκαετίας του ’40" γράφει ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ (Καθημερινή", 28/10/2014)

 .......................................................

 

Στον ίσκιο της δεκαετίας του ’40





Παντελής Μπουκάλας γράφει ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ


Λιγοστεύουν χρόνο το χρόνο, μοιραίο είναι, όσοι έζησαν στα χρόνια του πολέμου, της Κατοχής και της Αντίστασης· όσοι πολέμησαν, μάτωσαν, ελπίσανε. Λιγοστεύουν οι άνθρωποι που με εφόδιο τη μνήμη τους, παρά τα αναπόφευκτα κενά ή την επιλεκτικότητά της, θα μπορούσαν να μας φωτίσουν λέγοντάς μας με τον ήρεμο τρόπο της ωριμότητας πώς ένιωσαν τότε και πώς τώρα· και αν το τώρα ανταποκρίνεται στον πόνο κατ’ αρχάς του τότε κι ύστερα στις ελπίδες που γέννησε, με το δεύτερο έπος, του αντικατοχικού αγώνα. Αν στηριχτούμε ωστόσο στις γραπτές μαρτυρίες, στις ιστορικές μελέτες, στις λογοτεχνικές αναδιφήσεις της δεκαετίας του ’40 από όσους βρίσκονταν τότε στα είκοσι ή στα τριάντα τους, καθώς και στις προφορικές εξιστορήσεις που τυχαίνει να έχουμε ακούσει, μπορούμε να υποθέσουμε με αρκετή ασφάλεια ποια είναι τα αισθήματα των επιζώντων. Αλλά και ποια λόγια θα απηύθυναν σ’ εμάς τους επιγενόμενους, που σχηματίζουμε τη γνώμη μας μέσα από διαβάσματα και ακούσματα· είναι δηλαδή εκ προοιμίου μερική και διαμεσολαβημένη, κυρίως δε επηρεασμένη από τις ιδεολογικές επιλογές του καθενός και από τη μέθοδο «ερμηνείας» της ιστορίας που του προσφέρουν.
Πιθανότατα, το πρώτο που θα μας έλεγαν οι εναπομένοντες, ακόμα κι εκείνοι ανάμεσά τους που η κρίση εξανέμισε τα ήδη περιορισμένα οικονομικά τους και τους στέρησε έναν στοιχειωδώς αξιοπρεπή βίο, το πρώτο που θα μας παρακαλούσαν ή μάλλον θα απαιτούσαν να κάνουμε θα ήταν να μη μιλάμε για «δεύτερη Κατοχή» και «νέους Χίτλερ». Τέτοιοι χαρακτηρισμοί, θα μας έλεγαν αυστηρά, αποκαλύπτουν τερατωδώς επιπόλαιη γνώση της Ιστορίας. Και επιπλέον αδικούν βάναυσα όσους μαρτύρησαν στην πραγματική Κατοχή, είτε πέθαναν είτε άντεξαν.

Οποια κι αν είναι σήμερα η ανέχεια που πλήττει τα λαϊκά στρώματα, αλλά και η μείωση της εθνικής κυριαρχίας, επίσημα ομολογημένη, η Κατοχή παραμένει μία και μόνη· δεν συγκρίνεται με οτιδήποτε οικείο μας. Οπως και ο Χίτλερ βέβαια, και η μηχανή εξολόθρευσης εθνών, φυλών και πολιτικών αντιπάλων που έθεσε σε λειτουργία. Κατά συνέπεια, επιπόλαιη και ανιστόρητη είναι και η ταύτιση της σημερινής γερμανικής ηγεσίας -όποια κι αν είναι η ηγεμονική αλαζονεία της και ο μικρόνους συμφεροντολογισμός της, καταστροφικός για τους τύποις εταίρους της- με τη ναζιστική.

Θα μας έλεγαν επίσης οι επιζώντες πως είναι αναμενόμενη και ώς έναν βαθμό λογική η ενοτητολογία που διακρίνει εθιμικά τους πανηγυρικούς και τα επετειακά «μηνύματα», η ενότητα, πάντως, που παρουσιάζεται ως απαραίτητη προϋπόθεση κάθε εθνικής επιτυχίας, δεν υπήρξε ούτε το ’40, ιδίως μετά την εισβολή των Γερμανών. Η Κατοχή, αφόρητη για τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων, στάθηκε ευκαιρία για ορισμένους, τους συνήθεις μηδίζοντες· ευκαιρία ωμού μαυραγορίτικου πλουτισμού (που έφτιαξε κάμποσα «τζάκια» για τις επόμενες δεκαετίες) ή επωφελούς εθελόδουλης συνεργασίας με τους δυνάστες. Το τρίτο λοιπόν που θα μας έλεγαν οι επιζώντες: Να φυλαγόμαστε από τους επιγόνους των εθελόδουλων· από τους ναζιστές της σήμερον σε μια χώρα που μάτωσε από τον ναζισμό και τον πολέμησε όσο λίγες.

Από μιαν αντιηρωική σπουδαία μαρτυρία : Βασίλη Καραζάνου "Από τη ζωή μου στον Πόλεμο Αλβανία 1940 - 1941" (εκδόσεις;ΑΣΚΙ - Βιβλιόραμα)

..............................................................

Από μιαν αντιηρωική σπουδαία μαρτυρία


 
[28 Οκτωβρίου-31 Δεκεμβρίου 1940]Καραζάνος Βασίλης  
Η ένοπλη σύγκρουσή μας με τους Ιταλούς, με την οποία μπήκαμε κι εμείς στον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο, άρχισε τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940. Κι άρχισε με δική τους, πρώτα, επίθεση. Επειδή κατά τις πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες της ημέρας εκείνης απορρίψαμε τελεσίγραφό τους, με το οποίο απαιτούσαν να δεχτούμε να καταλάβουν ορισμένες παραγωγικές θέσεις στον τόπο μας, για να διασφαλιστούν, όπως ισχυρίζονταν, από πιθανή επίθεση αντιπάλων τους, αποφάσισαν να καταλάβουν τις θέσεις αυτές με τα όπλα, με πόλεμο. Και στα σύνορά μας με την Αλβανία (την οποία είχαν καταλάβει από το προηγούμενο έτος) απ’ όπου, προς τον σκοπό αυτό, εξεκίνησαν, άρχισε ο σκληρός αγώνας της απόκρουσής τους. Ένας αγώνας που αρκετοί δεν περίμεναν να κρατήσει πολύ. Ύστερα από κάποια αντίσταση –έλεγαν όλοι– που θα κάναμε για εθνικό γόητρο περισσότερο, θα αναγκαζόμασταν να τον σταματήσουμε. Είτε με κάποια ανώδυνη, κατά το δυνατόν, για μας, συνθήκη είτε βάσει άλλης ευλογοφανούς δικαιολογίας, θα δίναμε τέλος στις εχθροπραξίες. Περιθώρια για άλλη λύση δεν άφηνε η συντριπτική υπεροχή των Ιταλών σε στρατό και σε μέσα. Αλλά, πολύ γρήγορα, τα πράγματα διέψευσαν τις εκτιμήσεις αυτές. Διότι δεν πετάξαμε μόνον έξω από τα σύνορά μας τους αλαζόνες εισβολείς, αλλά τους απωθήσαμε εν συνεχεία και μέσα στον αλβανικό χώρο, που προκαλέσαμε τον παγκόσμιο θαυμασμό. Κάναμε τον αγώνα μας έπος. Το «έπος της Αλβανίας», όπως έμεινε να λέγεται.

 
Εγώ, που υπηρετούσα τότε δάσκαλος στην Θεσσαλονίκη, δεν ήμουνα από τους πρώτους επιστρατευθέντες. (Έτσι ησύχασε κι ο μικρός μου ανιψιός Γιώργος, ηλικίας 8 χρονών, ο οποίος, στο άκουσμα του πολέμου εκείνο το πρωί, άρχισε να κλαίει και να μου λέει: «Να μην πας συ, θείε!». Η κλάση η δική μου –του 1928– κλήθηκε μερικές ημέρες αργότερα, ακριβώς δε στις 20 Νοεμβρίου. Κι από το Ναύπλιο, την έδρα του συντάγματός μου –του 8ου– όπου παρουσιάστηκα στις 22, ήμουνα, την 1η Δεκεμβρίου, μαζί μ’ άλλους 200 στρατιώτες, στα Γιάννενα. Εκεί, χωρίς να το περιμένουμε, μείναμε ώς τις 23 του μηνός. Κι όλες αυτές τις ημέρες τις περάσαμε με μικροδιασκεδάσεις στις ταβερνούλες. Σ’ αυτές συνήθως περνούσαμε τα βράδια μας. Κάναμε όμως, η παρέα μας –καμιά δεκαριά Καστρίτες–,1 και έξω από την πόλη μερικά γλεντάκια, σ’ έναν μικρό συνοικισμό που απείχε λιγότερο από ώρα. Κι ήσαν κι αυτά ευχάριστα, όπως ήτανε και επόμενο, αφού, οι περισσότεροι, ήμασταν παλαιοί συμμαθητές στο Σχολαρχείο, μερικοί δε είχαμε να ιδωθούμε από τα χρόνια εκείνα. Για φαγητό φρόντιζε, με προθυμία πάντοτε, ο συμπαθής κρεοπώλης του Καστρίου, Πέτρος Καλούτσης, που σκοτώθηκε, ο ατυχής, αργότερα.

 
Στις 23 Δεκεμβρίου φύγαμε κι απ’ εκεί. Πήγαμε στην Πρεμετή πρώτα, όπου κάναμε την πρώτη γνωριμία μ’ ένα από τα δυσάρεστα παρεπόμενα του πολέμου. Με την πείνα. Περάσαμε τα Χριστούγεννα νηστικοί. Έπειτα πήγαμε λίγα χιλιόμετρα πιο πάνω, στο χωριό Πόγκρι, στο οποίο είχε την έδρα της και η μεραρχία μας, η 15η.2 Κατά την έως εκεί διαδρομή μας γινήκαμε μάρτυρες κι ενός τραγικού συμβάντος. Σκοτώθηκε, δίπλα μας σχεδόν, ένας φαντάρος τμήματός μας, που επέστρεφε από τις επιχειρήσεις για ανάπαυση. Το κακό έγινε στις όχθες ενός παραπόταμου του Αώου, όπου συναπαντηθήκαμε με το τμήμα αυτό. Επειδή οι στρατιώτες του διαγκωνίζονταν για το ποιος θα περάσει ενωρίτερα το πρόχειρο γεφύρι που υπήρχε (ένας κορμός δέντρου, τοποθετημένος στο στενότερο μέρος του ποταμού), για να διαπεραιωθεί στην απέναντι όχθη όπου είχαμε φθάσει κι εμείς, ο αξιωματικός τους, με την πρόθεση να τους βάλει σε κάποια σειρά, έβγαλε το μπιστόλι του και με την ψεύτικη, φυσικά, απειλή ότι θα πυροβολήσει κατά των ανυπάκουων τους διέταξε να κάνουν γραμμή πρώτα και κατόπιν να προχωρήσουν. Το μπιστόλι του όμως εκπυρσοκρότησε και σκότωσε έναν· τον είδαμε κατόπιν, όταν περάσαμε απέναντι, ξαπλωμένο στην ακροποταμιά, με το καίριο πλήγμα στον μαστό, και τον κάηκε η ψυχή μου. Είχε γλιτώσει σε τόσες πολύνεκρες μάχες και χάθηκε εκεί για το τίποτε. Επάνω του είχε σκύψει και τον έκλαιγε με λυγμούς ένας άλλος φαντάρος (γαμπρός του ή κουνιάδος του, κάτι τέτοιο ακούσαμε), δίπλα του δε έκανε νευρικές βόλτες ο ακούσιος δολοφόνος. Οι άλλοι στρατιώτες του τμήματος, μετά την πρώτη, την οδυνηρή βέβαια εντύπωση, που τους τάραξε, ηρέμησαν πάλι, λόγω και της πλούσιας εμπειρίας που είχαν από παρόμοια γεγονότα, και συνέχισαν τον δρόμο τους αδιάφοροι. Πιο κάτω, μάλιστα, μου φάνηκε ότι άρχισαν και το τραγούδι.
     Στο Πόγκρι μείναμε μια βραδιά μόνο, την οποία και δεν την περάσαμε καλά. Εκτός από την πείνα που μας θέριζε (και δεν μας άφηνε να κλείσουμε μάτι), είχαμε να κάνουμε και με το κρύο. Κόψαμε καρφιά, εκεί, δίπλα σε μια ακροποταμιά, όπου στήσαμε τις σκηνές μας και διανυκτερεύσαμε, και νοσταλγούσαμε φωτιά περισσότερο, παρά κουραμάνα.
     Από εκεί, το πρωί, ανεβήκαμε μερικές ώρες ψηλότερα, όπου βρισκόταν η στρατολογική μας υπηρεσία και όπου συναντήσαμε και τα πρώτα, λιγοστά ακόμη, χιόνια. Μας κατένειμαν στα Συντάγματα της Μεραρχίας, το 28ο, 33ο, 90ό (στο πρώτο από τα οποία έπεσα κι εγώ, ειδικότερα δε στον 6ο λόχο του), αλλά δεν φύγαμε αμέσως για τις μονάδες στις οποίες προσκολληθήκαμε. Επειδή, πού και πού, περνούσαν ιταλικά αεροπλάνα πάνω από τα κεφάλια μας, περιμέναμε να νυχτώσει και κατόπιν (χωρίς τον φόβο τους πια) να ξεκινήσουμε.
     Κατά την ώρα δε της παραμονής μας αυτής, είδαμε να γίνεται πιο πέρα και η ταφή ενός φαντάρου. (Επρόκειτο περί τραυματία που μεταφερόταν στα Γιάννενα και πέθανε καθ’ οδόν, εκεί). Την όλη επικήδεια πομπή την αποτελούσαν οι δύο τραυματιοφορείς του και ο παπάς. Αυτοί μόνον τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία. Και ήσαν και οι τρεις τους συναισθηματικώς άχρωμοι και ανεκδήλωτοι. Τον κατέβασαν στον τάφο, με την ψυχραιμία και την απάθεια με την οποία φυτεύει κανείς ένα δέντρο. Κι αυτό με μελαγχόλησε. Δεν ήξερα ακόμη αυτό που έμαθα την επόμενη κιόλας, ότι δηλαδή όσους σκοτώνονται στον πόλεμο τους θάφτουν και πιο απέριττα ακόμη. Και χωρίς παπά. Και βαρύς, ψυχικώς, όπως έγινα, τραβήχτηκα κατόπιν πιο πέρα, μόνος, για ν’ αγναντέψω τα μέρη και να διώξω από τα μάτια μου την θλιβερή σκηνή που είχα παρακολουθήσει. Αλλά δεν αλάφρωνα και εκεί που πήγα.
     Την ώρα εκείνη, ώρα απογεύματος, από κάποιο χωριό, που φαινόταν χαμηλά, ακούστηκε η καμπάνα της εκκλησίας. Κάποιος παπάς (στρατιωτικός βέβαια, αφού όλους τους Βορειοηπειρώτες τους είχαν μετακινήσει οι Ιταλοί στο εσωτερικό της Αλβανίας, από την αρχή ακόμη του πολέμου) σήμαινε εσπερινό. Κι ο ήχος της καμπάνας δεν έφτασε στ’ αυτιά μου (και μέσα μου) όπως άλλοτε. Άλλοτε, η καμπάνα του εσπερινού, με την ιλαρότητα που διαχέει, γέμιζε την ψυχή μου με αισιοδοξία, ελπίδες και χαρά. Τώρα την γέμισε, κόμπο τον κόμπο, με κατάθλιψη και απαισιοδοξία. Και κατάλαβα τα μάτια μου να θολώνουν...
     Όταν έφτασε το βράδυ, αρχίσαμε πια να φεύγουμε. Στην αρχή ξεκινήσαμε όλοι μαζί, αλλά σιγά-σιγά λιγοστεύαμε. Άλλη κατεύθυνση πήραν, πιο πάνω, οι προοριζόμενοι για τα δύο άλλα συντάγματα της Μεραρχίας –το 33ο και το 90ό– κι άλλη, εν συνεχεία, όσοι είχαν τοποθετηθεί στο 1ο και 2ο Τάγμα του δικού μας. Και συνεχίσαμε τώρα εμείς, οι υπόλοιποι, που πηγαίναμε στο 2/28, μόνοι, ακολουθώντας ένα στενό και ανηφορικό μονοπατάκι, που είχαν ανοίξει πάνω στο χιόνι παλαιότεροι βηματισμοί. Βαδίζαμε κατ’ άνδρα και προσεκτικά, διότι κινδυνεύαμε να γλιστρήσουμε και ή να τσακιστούμε πάνω στο παγωμένο έδαφος ή να κατρακυλήσουμε στην απότομη κατηφοριά που ήτανε δεξιά μας. Γι’ αυτό και φτάσαμε αργά στο Τάγμα. Το βρήκαμε στην πιο προκεχωρημένη θέση του τομέα, στην πλαγιά ενός βουνού, πίσω από το οποίο, σ’ άλλο βουνό επάνω, ήσαν οι Ιταλοί. Οι σκηνές του, σκόρπιες καθώς ήσαν στην κατωφέρεια, έδιναν, με το σχήμα τους και με το χρώμα τους, στην κάτασπρη έκταση την μορφή ενός γραφικού τοπίου.
     Αποθέσαμε κάπου και κυκλωθήκαμε, μετά ταύτα, από μερικούς αγρυπνούντες ακόμη φαντάρους, που μας ζητούσαν νέα από την Ελλάδα. Ήρθαν επίσης και μας είδαν και δύο αξιωματικοί, ένας από τους οποίους ήταν γνωστός μου. Ήταν ο έφεδρος υπολοχαγός Πολύκαρπος Χατζηγιαννάκης, δάσκαλος κι αυτός στην Θεσσαλονίκη, και λοχαγός των πολυβόλων εκεί. Τα είπαμε φυσικά λίγο ή, ακριβέστερα, μου είπε εκείνος μερικά για την ζωή εκεί πάνω, στο τέλος δε και την πληροφορία ότι την επομένη θα δίναμε μάχη.
     Έπειτα μας παρέλαβαν οι οικείοι λοχίες και μας οδήγησαν στους λόχους μας. Και άρχισε τότε η επίπονη προσπάθεια να στήσουμε τις σκηνές μας, πράγμα που δεν το καταφέραμε όλοι. Η νύχτα, το κρύο και η κατωφέρεια δεν μας βοήθησαν. Και την περάσαμε, αρκετοί, έξω, τυλιγμένοι ανά δύο με τις κουβέρτες και τα αντίσκηνά μας. Πόσο υπέφερα εκείνη τη νύχτα από το κρύο και την έλλειψη και μικρού ακόμη επίπεδου μέρους, που θα μου επέτρεπε ν’ απλώσω τα πόδια μου και να τα ξεμουδιάσω λίγο, δεν περιγράφεται. Ήτανε σωστό μαρτύριο.
     Το πρωί-πρωί της 30ής Δεκεμβρίου 1940, μας ξύπνησαν από τις 5:30. Ήρθαν οι λοχίες στις σκηνές μας και με σκουντήματα (διότι απαγορευόταν και ο ελάχιστος θόρυβος) μας κάλεσαν να σηκωθούμε. Ήτανε για την μάχη που θα δίναμε. Μαζέψαμε αθόρυβα τα πράγματά μας και, αθόρυβα πάντοτε, ανεβήκαμε, από την πλαγιά του βουνού που βρισκόμασταν, στην κορυφή του. Απ’ εκεί βλέπαμε τώρα, απέναντι, και το βουνό εναντίον του οποίου θα κάναμε την επίθεση. Ήταν ψηλότερα από τα άλλα γύρω, γυμνό από δένδρα απ’ την μέση κι επάνω, χώριζε δε από το δικό μας με μια λαγκαδιά αρκετού βάθους. Ήταν δηλαδή ένα κοινό βουνό, το οποίο όμως στα δικά μας τα μάτια φάνταζε σαν κάτι το γεμάτο μυστήριο και απειλή. Κάπως έτσι το βλέπαμε, τα παγερά εκείνα χαράματα. Μας είπαν τότε οι αξιωματικοί και την προκαταρκτική ενέργεια που είχαμε να κάνουμε. Μας είπαν ότι θα κατεβαίναμε πρώτα στο βάθος της ενδιάμεσης λαγκαδιάς, στη βάση δηλαδή του κατεχομένου από τους Ιταλούς υψώματος, κι απ’ εκεί, κατόπιν (στις 6:40´ κατά το πρόγραμμα) θα εξορμούσαμε για να τους διώξουμε από πάνω του. Εν συνεχεία μας έκαναν μια μικρή επιθεώρηση (αν έχουμε σφαίρες, χειροβομβίδες κλπ.) κι έπειτα μας έδωσαν από λίγες σταφίδες κι από ένα παγούρι κονιάκ στην κάθε διμοιρία. Το κονιάκ εκείνο το ήπιαμε –θυμάμαι– με τυπικότητα ιεροτελεστίας. Δίναμε το παγούρι ο ένας στον άλλο με την σειρά και αμίλητοι, σαν να μετείχαμε σε ενέργεια μυσταγωγικού χαρακτήρος. Κατόπιν αρχίσαμε, κατά μικρά τμήματα (κατά διμοιρίες), να ροβολάμε προς τα κάτω, προς το βάθος της λαγκαδιάς, φροντίζοντας να καλυπτώμεθα όσο ήταν δυνατό κάτω από τα δέντρα, για να μη μας πάρουν είδηση οι Ιταλοί από απέναντι. Και φτάσαμε εγκαίρως στην αφετηρία της επιθετικής μας ενεργείας.
     Πόσο όμως συγκινήθηκα, κατά την ώρα των διαδοχικών αυτών κινήσεών μας, δεν μπορώ να ειπώ. Κάθε φορά που τα τμήματά μας χάνονταν στο βάθος της λαγκαδιάς, χανόμουνα κι εγώ μέσα στους βαρείς συλλογισμούς μου. Ας ήξερα καλά γιατί βρισκόμουνα εκεί πάνω. Μόνο τότε κατάλαβα πλήρως ενώπιον ποιας καταστάσεως βρισκόμουν και δεν μπορούσα να πιστέψω ότι θα λάβαινα μέρος στα δραματικά γεγονότα που θα επακολουθούσαν. Θυμήθηκα, την ώρα εκείνη, και κάτι το σχετικό από μάχη του Α´ Παγκοσμίου Πολέμου, που γράφει στη «Ζωή εν τάφω» ο Μυριβήλης, μια μάχη κατά την οποία «θα ορμούσαν χίλιοι άνδρες απ’ εδώ και χίλιοι απ’ εκεί, για να σφάξουν», όπως λέει, «οι μισοί τους άλλους μισούς», κι ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά, να συνταράσσεται. Όχι από φόβο. Γενναίος δεν ήμουνα, αντιθέτως όμως προς τους πολλούς, οι οποίοι όσο να «βαφτιστούν» στη μάχη κατέχονται από αγωνία, εγώ τέτοια αγωνία δεν είχα. Ένιωθα να συγκλονίζομαι από την σκέψη του μακελειού που θα γινόταν, σαν άνθρωπος μόνον, που δεν είχα ακόμη εξοικειωθεί με τα αίματα και τους σκοτωμούς. Γι’ αυτό και μόνον.
 
 
Στις 6:40´, ύστερα, αρχίσαμε και την επίθεση. Και το τι γινόταν τότε δεν μπορώ να περιγράψω. Ο ενθουσιασμός μας από την μια μεριά και οι λάμψεις των κανονιών μας, με τα κελαηδήματα των πολυβόλων από την άλλη, σ’ έκαναν να νομίζεις ότι κάτι άλλο –ευχάριστο πάντοτε– επιχειρείται, κι όχι συμπλοκή ανθρώπων «για να σφάξουν οι μισοί τους άλλους μισούς». Αλλ’ όσο προχωρούσαμε προς τα επάνω, όσο πλησιάζαμε στις εχθρικές θέσεις, τα πράγματα γίνονταν δυσκολότερα και για πολλούς απέβαιναν μοιραία (το πρώτο θύμα που είδα ήταν ένας από τους προελαύνοντας δίπλα μου: είχε δεχτεί σφαίρα στον λαιμό και, ημιλιπόθυμος, προσπαθούσε να σταματήσει το αίμα με την παλάμη του), πολύ περισσότερο δε όταν φτάσαμε στην άδενδρη ζώνη του υψώματος. Οι Ιταλοί τότε από ψηλά, από το φρύδι της κορυφογραμμής που βρίσκονταν, επεσήμαιναν ευκολότερα τις κινήσεις μας και ματαίωναν, αιματηρά, κάθε προσπάθειά μας να τους πλησιάσουμε.
     «Προχωρείτε παιδιά», φώναζαν από πίσω διμοιρίτες και λοχαγός. Προχωρείτε, προχωρείτε, προχωρείτε-είτε», σάλπιζε και ο σαλπιγκτής. Άδικα όλα. Κάτι μικροάλματα που επιχειρήσαμε τα πληρώσαμε αμέσως και με νεκρούς και με τραυματίες. Αλλά το ύψωμα έπρεπε να καταληφθεί, να το πάρουμε. Ήταν η δεύτερη επίθεση που κάναμε εναντίον του και δεν έπρεπε να αποτύχει όπως η πρώτη, που είχε γίνει από άλλο τμήμα λίγες ημέρες ενωρίτερα. Γι’ αυτό αποφασίστηκε η κατάληψή του με έφοδο. Με μια ακάθεκτη δηλαδή εξόρμησή μας κατά των Ιταλών, για να τους εκτοπίσουμε από τις θέσεις τους με την λόγχη. Και η έφοδος αυτή ανετέθη σε τρεις διμοιρίες, μια από τις οποίες (της δεξιάς πτέρυγος) και η δική μου. Μας το διεμήνυσαν, με την πρόσθετο σύσταση να αφήσουμε όσα από τα πράγματά μας θα μας δυσκόλευαν στο τρέξιμο (εγώ άφησα την κουβέρτα μου). Και ύστερα από μερικά λεπτά, κατά την διάρκεια των οποίων όλα μας τα όπλα έβαλλαν κατά των εχθρικών θέσεων, για να δυσχεράνουν την δυνατότητά τους να μας αναχαιτίσουν, αρχίσαμε, με την ιαχή «Αέρα!» πάντοτε, να τρέχουμε προς τα επάνω, με όση δύναμη είχαμε. Στην αρχή έπεσαν μερικοί, κι άλλοι, τραυματισθέντες, έμεναν εκτός μάχης, αλλ’ οι λοιποί δεν σταματήσαμε. Κι όταν εκείνοι που πλησίασαν πρώτοι τους Ιταλούς (και ήσαν οι της αριστερής παρατάξεως) άρχισαν να πετούν χειροβομβίδες στα πολυβολεία τους, η μάχη πήρε τέλος. Οι Ιταλοί το ’σκασαν. Μόνο δύο τραυματίες είχαν απομείνει στα οχυρά τους, οι οποίοι βέβαια παραδόθηκαν. Έτσι, το ύψωμα αυτό, το «1200», το κύριο έρεισμα των Ιταλών στον τομέα (τον τομέα της Κλεισούρας), περιήλθε στα χέρια μας. Και σήμανε, ακόμη, ότι η ίδια τύχη περιμένει τους Ιταλούς όλου του ορεινού συγκροτήματος της περιοχής, διότι η πτώση του 1200 αποδυνάμωσε την αμυντική ισχύ τους.3 (Το ύψωμα δεν είχε ύψος 1200 μέτρα αλλά 1294. Η φανταρία όμως το στρογγύλεψε στα 1200, και έτσι το λέγαμε όλοι).
     Τους κυνηγήσαμε κατόπιν (αφού πρώτα εμείς, της εφόδου, γυρίσαμε και πήραμε τα πράγματά μας, που είχαμε αφήσει) επί ώρες πολλές (ώς το απόγευμα), χωρίς εκείνοι να κοιτάξουν να αμυνθούν κατά κάποιο τρόπο. Έτρεχαν συνεχώς αλαφιασμένοι. Έπειτα σταματήσαμε. Μπροστά, για διασφάλιση της γραμμής, προχώρησαν άλλα τμήματα, από τα μη λαβόντα μέρος στη μάχη. Ήμασταν κατάκοποι αλλά και υπερήφανοι.
     Εμένα τουλάχιστον ποτέ ώς τότε δεν με είχαν διακυβερνήσει παρόμοια συναισθήματα. Εκεί ήρθε σε λίγο και μας συνεχάρη και ο ταγματάρχης μας Δημήτριος Σιώκος, από την Ευρυτανία, αξιωματικός ικανός και με πίστη στον αγώνα που κάναμε. Η φανταρία τον δέχτηκε με χειροκροτήματα και ζητωκραυγές, καθώς και με πολλά αστεία, που γελούσαμε πολύ. Μεταξύ άλλων, από τα αστεία, που έλεγαν: «Να μας ζήσεις π...τσούλα ταγματάρχη. Θα πάμε και στη Ρώμη και θα τις... κανονίσουμε όλες τις Ιταλιάνες!...». Δηλωτικά όλα αυτά του ενθουσιασμού που διατηρούσε ο στρατός μας, παρά τις ικανές κάπως απώλειες που είχαμε. Κατά την έφοδο η διμοιρία μας είχε έξι νεκρούς.
     Εκεί ήρθε και ρώτησε για μένα –για να ιδεί αν επιζώ– και ο λοχαγός των πολυβόλων Πολύκαρπος Χατζηγιαννάκης, τον οποίο είχα ιδεί την προηγούμενη. Και με συνεκίνησε το ενδιαφέρον του αυτό, διότι δεν είχαμε και ιδιαιτέρα φιλία στην Θεσσαλονίκη που υπηρετούσαμε.
     Κατά το απόγευμα με φώναξαν στην σκηνή του λοχαγού (του εφέδρου υπολοχαγού Ηρακλή Γριπονησιώτη, τραπεζικού υπαλλήλου στον πολιτικό του βίο, από τις Κυκλάδες) και έκανα τον γραφέα στις προτάσεις των αξιωματικών για προαγωγή οπλιτών επ’ ανδραγαθία. Ο διμοιρίτης μου, Αναστάσιος Καγιάφας, έφεδρος υπολοχαγός από τον Βόλο, πρότεινε και μένα, αφού είχα λάβει μέρος στην έφοδο τους άνδρες της οποίας ήθελαν να αμείψουν πρωτίστως, αλλ’ ο λοχαγός δεν δέχτηκε την πρότασή του. «Αυτός», του είπε, δείχνοντάς με, «χτες ήρθε, ενώ οι άλλοι πολεμάνε μήνες. Άστονε».
     Την επομένη, 31 Δεκεμβρίου 1940, μας σήκωσαν πρωί πάλι. Ήταν για την νέα μάχη που θα έδινε το τάγμα μας, στην οποία όμως ο δικός μας λόχος δεν θα λάβαινε μέρος. Θα περιμέναμε πίσω, εφεδρικοί, εμείς.


Το ύψωμα κατά του οποίου θα κάναμε την επίθεση λεγόταν Μάλι Τοπιάνι. Και είχε κι αυτό μεγάλη στρατιωτική σημασία για τους Ιταλούς. Ήτανε κι αυτό από τα στηρίγματά τους στον κεντρικό τομέα. Θυμάμαι ότι κατά την έως εκεί οδοιπορία μας δοκίμασα δύο πολύ έντονες συγκινήσεις.
     Την μία, όταν πάτησα (χωρίς να το καταλάβω βέβαια, μέσα στο σύθαμπο) πάνω σ’ έναν σκοτωμένο Ιταλό. Ρίγησα όταν το αντιλήφθηκα. Και για πολλή ώρα κατόπιν γύριζε επίμονα στο μυαλό μου η σκληρή του μοίρα. Η μοίρα του, να σκοτωθεί πρώτα και να μείνει άταφος κατόπιν, για να τον πατάμε εμείς σήμερα και να τον φάνε τα αγρίμια αύριο.
     Την άλλη, όταν περνούσαμε μπροστά από τα έτοιμα ήδη κανόνια μας, που θα υποστήριζαν στην επίθεσή μας. Οι πυροβολητές τους νόμιζαν ότι θα κάναμε εμείς την επίθεση και μας έλεγαν «Καλή τύχη, παιδιά». Σπανίως ευχή έφτασε τόσο βαθιά μέσα μου.
     Όταν φτάσαμε στο ύψωμα, στο Μάλι Τοπιάνι, ήταν νύχτα ακόμη. Προτού ακόμη προφθάσουμε να αποθέσουμε, εκεί πίσω που σταματήσαμε, όπου την ώρα εκείνη βρισκόταν και συζητούσε με αξιωματικό του Πυροβολικού ο συνταγματάρχης Δημήτριος Παπαδόπουλος, ο επιλεγόμενος και παππούς, αξιωματικός από τους ηρωικότερους που είχαμε, μας αρχίζουν αιφνιδιαστικά, με όλα τους τα όπλα, οι Ιταλοί, και το ύψωμα μετεβλήθη αμέσως σε τσακμακόπετρα. Λάμψεις παντοίων εκρήξεων, γύρω μας και παντού, που νόμιζες ότι ο τόπος πήρε φωτιά. Ότι η γη σειόταν από τους κρότους που ’μοιαζαν με αστραπόβροντα. Έβλεπες πελώριους βράχους ν’ ανατινάσσονται σαν πετραδάκια στα ύψη από τις οβίδες και τεράστια δέντρα να κόβονται σαν τρυφεροί βλαστοί και να γέρνουν, αργά στην αρχή, σαν να μην ήθελαν, σαν να αρνιούνταν να υποταχτούν στη μοίρα τους, και απότομα κατόπιν, σαν κεραυνόπληκτα. Και την φοβερή αυτή κατάσταση να την συμπληρώνουν οι θλιβερές ουρές των τραυματιών που άρχισαν να έρχονται από την γραμμή του πυρός. Σε τέτοιο απροσδόκητα φονικό περιβάλλον βρεθήκαμε. Και όπως ήτανε επόμενο, διαταχτήκαμε αμέσως όλοι, κι εμείς δηλαδή οι εφεδρικοί (που είχαμε εν τω μεταξύ σκορπίσει σε θέσεις με σχετική ασφάλεια, για να σωθούμε), να σπεύσουμε να βοηθήσουμε τους μαχόμενους που δεκατίζονταν και υπήρχε φόβος να υποχωρήσουν. Όλοι μαζί τότε, με ενέργειες ασυνήθους τόλμης και αποφασιστικότητας, κατορθώσαμε ν’ αναχαιτίσουμε τους Ιταλούς και ν’ αποτρέψουμε τα χειρότερα.
 
 
Η μάχη αυτή ήτανε μια από τις σκληρότερες που έδωσε το τάγμα μας στην Αλβανία. Και τούτο διότι με την αιφνιδιαστική τους ενέργεια οι Ιταλοί κατόρθωσαν να βρεθούν σε πλεονεκτική θέση εν σχέσει μ’ εμάς. Πρόλαβαν και κατέλαβαν μερικά καίρια σημεία στο ύψωμα, από τα οποία μπορούσαν ν’ αναπτύσσουν άνετα φονική δράση εις βάρος μας, χωρίς να έχουμε την δυνατότητα εμείς να τους προκαλέσουμε σημαντική φθορά. Και αν δεν πάθαμε χειρότερα, ήταν γιατί ενεργήσαμε με τον τρόπο που είπα. Φτάσαμε, να φανταστείς, έρποντες ώς τις καίριες εκείνες θέσεις που είχαν καταλάβει με τον αιφνιδιασμό τους και τους αναγκάσαμε –όπως και στο 1200 περίπου–, με τις χειροβομβίδες, να τις αφήσουν και να φύγουν. Και να πάρει, εν συνεχεία, τέλος και η όλη μάχη.4
     Για την δική μου τώρα συμμετοχή (για τον βαθμό της συμμετοχής μου στη σκληρή αυτή μάχη) έχω να ειπώ ότι, όπως όλοι, έτσι κι εγώ δεν φάνηκα κατώτερος των περιστάσεων. Πολέμησα με θάρρος κι εγώ, μόλο που στην αρχή είχα χαμηλό κάπως το ηθικό. Μου το είχε κλονίσει και ο εχθρικός αιφνιδιασμός βέβαια (όπως κλόνισε και όλων, λίγο πολύ), αλλά και το γεγονός ότι κατά την ώρα εκείνη της εκδήλωσής του είδα να σκοτώνεται δίπλα μου ένας άγνωστός μου φαντάρος. Είχε έλθει βιαστικά ο ατυχής προς το μέρος που είχα καταφύγει για να προφυλαχτώ και, βιαστικά επίσης, άρχισε να ετοιμάζεται για σωματική του ανάγκη. Μόλις όμως έκανε την κάμψη να καθίσει, πέφτει ένας μεγάλος όλμος στην πλάτη του και τον κατακομμάτιασε. Στην τύχη αποδίδω ότι δεν βρήκαν και μένα τα θραύσματά του, τόσο κοντά που βρισκόμουνα, κι αυτό με κλόνισε ακόμη περισσότερο.
     Η υπόλοιπη ημέρα, κατόπιν, πέρασε με συνεχείς ρίψεις όλμων εναντίον μας, από τους Ιταλούς, για να έχουμε και τώρα μερικά θύματα. Μπορέσαμε όμως κατά τα μικρά διαλείμματα που μας «ξεχνούσαν» να στήσουμε τα αντίσκηνά μας, όσοι δεν είχαμε προφθάσει να το κάνουμε το πρωί. Τότε την στήσαμε κι εμείς, εγώ δηλαδή κι ο συστεγαζόμενος σ’ αυτή Γιώργος Κεραμιδάς από την Πτολεμαΐδα.
     Κατά το απόγευμα πέρασα και μια μικρή στενοχώρια. Ακούσαμε ότι θα πηγαίναμε (ο λόχος μας) το βράδυ φρουρά στα χαρακώματα, κι αυτό μου χάλασε λίγο το κέφι. Επηρεασμένος ίσως και από τα αιματηρά γεγονότα της ημέρας, από την σφοδρή και φονική δράση των Ιταλών εναντίον μας, νόμιζα ότι δεν θα γυρίσω πάλι, ότι οι Ιταλοί, εκεί κοντά τους που θα πηγαίναμε, πικαρισμένοι όπως θα ήσαν από την πρωινή τους αποτυχία, θα μας έκαιγαν με τους όλμους, που τους είχαν πολλούς και τους έριχναν αλογάριαστα. Νόμισα ότι διανύω την τελευταία ημέρα της ζωής μου, τόσο πολύ απελπίστηκα. Ευτυχώς που όσο να έρθει το βράδυ για να φύγουμε οι ώρες ήσαν πολλές, και κατά το διάστημα αυτό ξαναβρήκα την ψυχραιμία μου, έτσι που όταν πήγαμε πήρα την θέση που ήτανε να πάρω (μέσα σε ένα σκάμμα) ήρεμος. Και ήρεμος παρέμεινα μέχρι που ήρθαν και μας αντικατέστησαν άλλοι, αφού, επί τούτοις, δεν συνέβη να μας ενοχλήσουν οι Ιταλοί. Θυμάμαι ότι κατά τις ώρες της φρουράς μας αυτής ήρθε στο μυαλό μου ένα σχετικό ποίημα, που είχαν τα παλιά αναγνωστικά: «Με το κράνος βαρύ, στο σκοτάδι, την πατρίδα φυλάττω. Τίς ει;». Το ψιθύρισα ολόκληρο κι ένιωσα εγώ, ο οποίος λίγες ώρες ενωρίτερα είχα στενοχωρηθεί για την αποστολή που μας περίμενε το βράδυ, ένιωσα τιμή και καύχηση για την συμμετοχή μου στην νυχτερινή εκείνη επαγρύπνηση.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Καταγόμενοι, όπως και ο συγγραφέας, από το Καστρί της Αρκαδίας, που τότε ανήκε στην επαρχία Κυνουρίας και σήμερα ανήκει στον Δήμο Βόρειας Κυνουρίας.


2. Η 15η Μεραρχία διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην κατάληψη της Κλεισούρας και στη νίκη των ελληνικών δυνάμεων στον κεντρικό τομέα του μετώπου.

3. Το ύψωμα 1200 όπως και το ύψωμα Μάλι Τοπιάνι ανήκουν στο ορεινό συγκρότημα Σεβρανίν Γαρονίν, όπου έγιναν σκληρότατες μάχες για την κατάληψη και εξασφάλιση του κόμβου της Κλεισούρας. Η επίθεση κατά της Κλεισούρας άρχισε στις 30.12.1940 και διήρκεσε πλέον του δεκαπενθημέρου.


4. Η κατάληψη του υψώματος Μάλι Τοπιάνι ήταν η δεύτερη μεγάλη μάχη για την κατάληψη της Κλεισούρας όπου έλαβε μέρος και ο συγγραφέας. Στην μάχη αυτή οι Ιταλοί εμφάνισαν για πρώτη φορά την επίλεκτη μεραρχία με το όνομα «Οι λύκοι της Τοσκάνης» η οποία ηττήθηκε από την 15η ελληνική Μεραρχία. Στην 15η Μεραρχία επικρατούσε σε αριθμό το ποντιακό στοιχείο, γι’ αυτό και την ονόμασαν, άτυπα, «οι λύκοι των Καιλαρίων».
(από το βιβλίο: Βασίλης Καραζάνος, Από την ζωή μου στον Πόλεμο: Αλβανία, 1940-1941, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Μαρτυρίες VIIΙ, Βιβλιόραμα, 2007)

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

"Εμένα οι φίλοι μου..." ποίημα της Κατερίνας Γώγου (1940-1993) ("ΑΥΓΗ", 24/10/2014)

..............................................................






Κατερίνα Γώγου (1940 - 1993)






Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια, Πατήσια, Μεταξουργείο, Μετς
Κάνουν ό,τι λάχει
Πλασιέ τσελεμεντέδων κι εγκυκλοπαιδειών
Φτιάχνουν δρόμους κι ενώνουν ερήμους
Διερμηνείς σς καμπαρέ της Ζήνωνος
Επαγγελματίες επαναστάτες
Παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν
Τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν
αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται


                                                ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ

από το "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ" της "ΑΥΓΗΣ (24/10/2014)
με ανθολόγο του Οκτωβρίου του 2014 τον Γιώργο Λίλλη


Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ: "Για να γεννηθεί ένα ποίημα..." (από τη «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ» της «Ε», 3/7/2009)

..............................................................




Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ (γ. 1939)






‘’...Για να γεννηθεί ένα ποίημα – ίσως και κάθε έργο τέχνης, αλλά εγώ μόνο αυτό γνωρίζω – θέλει να το γεννήσει μια πληγή. Το ποίημα είναι η ουλή. Πάνω στην ουλή πατάει το ποίημα, με το ποίημα γιατρεύεται η ψυχή. Ο πόνος βέβαια πάντα βιώνεται, αλλά απλώνεται σαν σύννεφο και παύει να είναι αποκλειστικά προσωπικός. Και επειδή η ουλή είναι αναγκαστικά αντιαισθητική, σε ωθεί να δημιουργήσεις κάτι που να τρέφεται από την ομορφιά, έστω κι αν αυτό συχνά αποτυχαίνει. Η ουλή δεν είναι μόνο ένα χνάρι που άφησε πίσω του ο πόνος. Είναι η δοξολογία της ύπαρξης που μπορεί να ξεπερνάει τον πόνο...
...Κοιτάζω τη φωτογραφία. Το κοριτσάκι με το βαθύ καστανό βλέμμα και μια ελάχιστη κίνηση των χειλιών προς το χαμόγελο. Τι δεν θα ‘δινα για να θυμηθώ πώς αισθανόταν αυτό το πλάσμα, τι σκεφτόταν... Γιατί ακόμη κι όταν έχουμε αναμνήσεις, τις βλέπουμε σαν σκηνές σε προβολή ταινίας· ποτέ δεν εμφανίζεται το μέσα κι αυτό που μένει είναι λίγο σαν το λογικό συμπέρασμα για το πώς θα έπρεπε να αισθανόμαστε τότε, αφού όπως ξέρουμε τώρα, ακολούθησε εκείνη ή την άλλη πράξη.
    Ναι, στο βλέμμα αυτό, νομίζω, κατοικεί η μοναξιά σαν γνώση και όχι σαν θλίψη. Είναι, στ’ αλήθεια, πολύ ευαίσθητη η γραμμή που χωρίζει τη μοναξιά από την απομόνωση, που σημαίνει, βέβαια, ότι την πρώτη στην επιβάλλουν και τη δεύτερη την επιλέγεις. Αλλά δεν είναι τόσο εύκολος ο διαχωρισμός όπως και κάθε διαχωρισμός στη ζωή. Πότε διαλέγεις και πότε δέχεσαι αυτό που σου επιβάλλεται ή σου υπαγορεύεται; Δεν θα το μάθουμε ποτέ «εμείς τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής», όπως λέει ο Καβάφης.
    Σ’ ένα διάλογο που ‘γραψα όταν ήμουν δεκαέξι χρόνων (οκτώ χρόνια μετά τη φωτογραφία) λέω: «- Τι θα ‘θελες να γίνεις μετά το θάνατο; -Ένα μικρό αστεράκι πολύ άσημο, με λίγο φως στα στενά όρια ουρανού και γης. –Μα δεν θα ‘σαι στη γη για να το χαίρεσαι από κάτω. – Θα είμαι επάνω και θα χαίρομαι τη γη».
                                                     
                                                  Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ
                          
                           (από τη «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ» της «Ε», 3/7/2009)

Η ιστορία ενός τραγουδιού :Από ένα yiddish τραγούδι, τη Zarah Leander και την Ella Fitgzerald σ' ένα τραγούδι της Κατοχής

 .............................................................

Η ιστορία ενός τραγουδιού που "παρηγόρησε" τους πρόγονούς μας στα χρόνια της Κατοχής

 


 Bei Mir Bist Du Schoen -"original" yiddish version
 




.............................................................

Zarah Leander - Bei mir bist du schön (1938)

 



..............................................................


 Bei mir bist du schoen - Ella Fitzgerald


 
..............................................................



Πατάω ένα κουμπί - Πάνος Τζαβέλλας




Dance the Night Away - Cream & Jack Bruce

....................................................

Dance the Night Away - Cream & Jack Bruce




Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

"Αντιδραστική, ζντανοβική και δεξιά κουρελού" Της Ελενας Πατρικίου* ("Εφημερίδα των Συντακτών", 23/10/14)

........................................................


"Εφημερίδα των Συντακτών", 23/10/14 

 
Ακόμα μία άποψη πάνω στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό

Αντιδραστική, ζντανοβική και δεξιά κουρελού

Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής κατεδαφίζει τις θέσεις του ίδιου του κόμματός της και δηλώνει ότι θα τις πολεμήσει με όλες της τις δυνάμεις.
     
ΕΛΕΝΑ ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ    Της Ελενας Πατρικίου*

Το κείμενο που αναρτήθηκε διαδικτυακά ως πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό ξεσήκωσε την μήνιν και την κατηγορηματική απόρριψη ανθρώπων, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων δεν είναι απλώς εξέχοντες στην τέχνη τους, είναι αποδεδειγμένα Αριστεροί και στην συνείδηση και στην πολύχρονη πολιτιστική πρακτική τους (Νίκος Ξυδάκης, Μισέλ Δημόπουλος, Γιώργος Κουρουπός, Φίλιππος Δρακονταειδής…).

Υπό την πίεση της απόρριψης, προσπάθησαν αρχικά να πείσουν ότι το πρόγραμμα συντάχθηκε από έναν άνθρωπο και αναρτήθηκε ως σημείο εκκίνησης για συζήτηση. Εν συνεχεία, υποστηρίχθηκε ότι αποτελεί συνοπτική παρουσίαση της εργώδους προσπάθειας « ομάδων και υπο-ομάδων », όπως αφελώς αποκάλυψε ο Μίλτος Λογιάδης στην Εφημερίδα των Συντακτών και εν συνεχεία με καμάρι υπογράμμισε ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος. Στο μυαλό του μηχανισμού, ο ένας συντάκτης σημαίνει υποβάθμιση του κύρους του κειμένου, ενώ οι πολυάριθμοι συντάκτες των πολυάριθμων ομάδων και ανθυπο-ομάδων φέρουν το κύρος της συλλογικής αυθεντίας και της δημοκρατίας. Αλλά το ασαφές ευάριθμον και το ανώνυμο πολυπρόσωπον είναι χαρακτηριστικά της γραφειοκρατίας, σύντροφοι του μηχανισμού, όχι της δημοκρατίας. Εν πάση περιπτώσει, είτε από έναν είτε από πολλούςπατέρες (και μητέρες), το κείμενο δεν έχει σπονδυλική στήλη, δεν έχει κεντρική άποψη, έχει πλήρη άγνοια των θεμάτων, έχει στενά συνδικαλιστικοκρατούμενη κατεύθυνση, δεν έχει καμία θεωρητική γνώση και καμία πρακτική έμπνευση. Εν ολίγοις, είναι ντροπή.

Δεν έχω τον χρόνο να εκθέσω εδώ την απόλυτη κενότητα κάθε του πρότασηςανεξαιρέτως (μπορώ ευκολότατα να το κάνω όποτε και σε όποιον μου το ζητήσει). Ως τυχαία παραδείγματα της άγνοιας που το διαπερνά, τρία μονον :

α. Η εξαγγελία ίδρυσης« πανεπιστημιακής έδρας χορού » – δεν γνωρίζουν οι συντάκτες ότι δεν υπάρχουν εδώ και δεκαετίες πανεπιστημιακές έδρες, άρα δεν μπορούν να τις ιδρύσουν, εκτός αν μας επιφυλάσσουν και τέτοιες μείζονες αλλαγές στην Παιδεία• αλλά δεν γνωρίζουν καν ότι ο χορός και η χορογραφία διδάσκονται τριτοβαθμίως (δυστυχώς) και ότι το ελληνικό Πανεπιστήμιο [η Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου] προσφέρει πτυχιούχους χορογράφους στην χειμαζόμενη ελληνική κοινωνία εδώ και επτά περίπου χρόνια.

β. Η ιδέα ότι η Εθνική Βιβλιοθήκη και η Βιβλιοθήκη της Βουλής θα « λειτουργούν καθοδηγητικά » για τις υπόλοιπες βιβλιοθήκες της χώρας δηλώνει αναφανδόν ότι οι συντάκτες δεν έχουν ιδέα ούτε για το ποιές είναι οι « υπόλοιπες » και ποιόνειδικό προορισμό έχουν (θα καθοδηγήσει η Βιβλιοθήκη της Βουλής την Γεννάδειο, την βιβλιοθήκη του Ευγενιδείου, την βιβλιοθήκη του Εθνικού Κέντρου Ερευνών ;), ούτε ποιά προβλήματα αντιμετωπίζουν αυτές, ούτε καν ποιός πραγματικά είναι και οφείλει να είναι ο προορισμός μίας Εθνικής Βιβλιοθήκης ως copyright library, ως χώρος συντήρησης και αποκατάστασης και ως χώρος έρευνας και ασφαλώς ούτε ποιός είναι ο ρόλος των δημοτικών και άλλων μικρών δημόσιων βιβλιοθηκών. Επίσης οι ανώνυμοι συντάκτες αγνούν ότι, δυστυχώς γιαυτούς, η Εθνική Βιβλιοθήκη δεν υπάγεται στο Υπουργείο Πολιτισμού. (Δικαιούμαστε, αντιθέτως, να υποθέσουμε, ότι κάποιοι τουλάχιστον από τους ανώνυμους συντάκτεςείναι ενήμεροι περί των ευρωπαϊκών προγραμμάτωνχρηματοδότησης για «δράσεις» που συμπεριλαμβάνουν την ακροδεξιά εφεύρεση της δια βίου μάθησης και ως εκ τούτουπασπάλισαν με ολίγην τοιαύτηντις προτάσεις τους, ανεξαρτήτως του ποιά είναι η αριστερή πανευρωπαϊκή άποψη επί του θέματος…).

γ. Ο ευαγγελισμός της ίδρυσης Θεατρικού Μουσείου – αγνοούν δηλαδή οι συλλογικά τελούντες συντάκτες ότι υπάρχει ένα άκρως σημαντικό Θεατρικό Μουσείο, ότι έχει αναστείλει την λειτουργία υπό το βάρος των χρεών του και των δυσμενέστατων συνθηκών στέγασής του, ότι έχει ιδρυθεί από εξέχοντες μελετητές της ιστορίας του νεοελληνικού θεάτρου (τον Γιάννη Σιδέρη και την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων), και ότι διευθύνεται από εξέχοντα μελετητή (τον Κώστα Γεωργουσόπουλο), ώστε να μην χρήζει ουδεμίας ιδρύσεως και να μην χρειάζεται παρά μόνον την στοιχειώδη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Πολιτείας απέναντί του.

Αφήνω τα περί «ίδρυσης Μουσείων Εθνικής Αντίστασης και «διαδραστικών δράσεωνμε σκοπό την διάδοση-γνωστοποίηση της ιστορικής έρευνας», γιατί εκεί η ντροπή δεν έχει πάτο και η επικίνδυνη αφέλεια με την οποία διατρανώνεται η φιλοδοξία ποδηγέτησης και της ιστορικής επιστήμης ξεπερνά τα όρια της ανοχής και μετατρέπεται αυτομάτως σε αιτία πολέμου.

Αλλά το κύριο ζήτημα δεν είναι τα επιμέρους, είναι το πνεύμα από το οποίο εμφορείται το όλον πόνημα. Γιατί το κείμενο που παρουσιάζεται ως πρόγραμμα είναι έως μυελού οστέων αντιδραστικό και μέχρι το μεδούλι τουζντανοβικό (και, φευ, το ζεύγμα δεν είναι αντιφατικό).

Παρά τους πομφόλυγες της εισαγωγής περί καπιταλιστικής συσσώρρευσης, πολιτιστικών «εκφάνσεων» και πολιτιστικού ιμπεριαλισμού, το κείμενο είναι βαθύτατα αντιδραστικό. Είναι αντιδραστικό γιατί αναμασάει μία άλλ’ αντ’ άλλων διαταραγμένη μεταφορά της παλαιάς οικονομικής θεωρίας του Σαμίρ Αμίν περί καπιταλιστικού κέντρου και υποτεταγμένης περιφέρειας, που στον πολιτισμό και τις τέχνες δεν στέκει με τίποτα. Είναι αντιδραστικό γιατί, μη έχοντας ιδέα τι σημαίνει «οργανικός διανοούμενος» και ποιούς εντάσσει ο Γκράμσι σ’ αυτήν την κατηγορία, επαίρεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα «κατασκευάσει οργανικούς διανοούμενους» και δεν θα «δημιουργήσει ηγεμονίες». Ο Θεός (της Αριστεράς) να μας φυλάει…

Η απόλυτη νοητική, ιδεολογική και πολιτική σύγχυση εννοιών και πραγμάτων είναι αντιδραστική και ως τέτοια άκρως ύποπτη. Διότι, ευαγγελιζόμενο την μη κατασκευή οργανικών διανοουμένων, τί άλλο κάνει αυτό το κείμενο παρά να συμπορεύεται επί της ουσίας με την δεξιά αντεπίθεση, που από το 2004 συστηματικάοργανώνει μία πρωτόφαντη πολεμική απέναντι στους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους. Στα πλαίσια αυτής της οργανωμένης επίθεσης, η κατηγορία του «κρατικοδίαιτου» αποτέλεσε το χυδαιότερο όπλο διασυρμού της υπόστασης και της αξιοπρέπειας των ανθρώπων του πνεύματος, άρα και απαξίωσης του πνευματικού έργου, εμπεδώνοντας έτσι στην συνείδηση της κοινωνίας την αποδοχή της νεοφιλελεύθερης κατάργησης κάθε «προνομιακού καθεστώτος» για τον πολιτισμό. Η Αριστερά όφειλε στο πρόγραμμά της, στην αναγγελία των μελλοντικών πολιτικών της και στην καθημερινή πρακτική της να ανασκευάζει αυτήν την άποψη, εξηγώντας ότι το «προνομιακό καθεστώς» δεν αφορά τους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους ως άτομα, αλλά τους θεσμούς και τις θεσμοθετημένες πρόνοιες που θεραπεύουν τις τέχνες και τον πολιτισμό, κάνοντας ανεκτές τις ιδορρυθμίες της παραγωγής και της συντήρησής τους, προς όφελος όχι των ενδιαφερομένων, αλλά προς όφελος του κοινού και της κοινωνίας. Το κείμενο που δυστυχώς ετέθη υπόψιν μας, μόνον αυτό δεν κάνει.

Είναι αντιδραστικό και δεξιό, γιατί παρά την επίκληση του «Ανθρωποκεντρισμού», δεν είναι, ως θα επιθυμούσε,«Ουμανιστικό» (sic!), εφόσον θεωρεί ρητώς πως ο πολιτισμός είναι εργαλείο και όχι αυτόνομη αξία και αυτόνομη διαδικασία παραγωγής, της οποίας η πολυπλοκότητα της δημιουργίας, της πρόσληψης και της αναπαραγωγής διαφεύγει των ταξικών συγκρούσεων και τις ξεπερνά.

Είναι αντιδραστικό και δεξιό, γιατί είναι βαθειά συγκεντρωτικό και ελεγκτικό – ευαγγελίζεται την αποκέντρωση, αλλά την ταυτίζει με τις διοικητικές περιφέρειες, αποκαλύπτοντας ότι ως αποκέντρωση εννοεί το έκτρωμα που γνωρίσαμε σ’ αυτόν τον τόπο, το αποκεντρωτικό προκάλυμμα του κρατικίστικου συγκεντρωτισμού.

Είναι δεξιό και ταυτοχρόνως ζντανοβικό, γιατί υποσκελίζει τους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους υποδουλώνοντάς τους σε μία ακαδημαϊκή αστική (ου μην αλλά και σοβιετίζουσα) λογική διαχείρισης και κανόνων.

Είναι δεξιό και ζντανοβικό γιατί αγνοεί την κοινωνία επιδεικτικά, όσο κι αν παριστάνει ότι την επικαλείται• γιατί υποβιβάζει την κοινωνία σε « φορείς » που τάχα θα ασκήσουν πολιτική ελέγχου, όταν ξέρουμε πολύ καλά, και στο πετσί μας, πού οδηγούν αυτές οι τρομαχτικές πολιτικές (και δυστυχώς δεν οδηγούν μόνον στον λαϊκισμό, οδηγούν, κυρίως, στην ποδηγέτηση και την εξόντωση).

Ο γραφειοκρατικός ζντανοβισμός του, διάχυτος σε κάθε φράση, γίνεται ολοκάθαρος στην εμμονή με τις συγκεντρωτικές και ελεγκτικές δομές που φιλοδοξεί να ιδρύσει : δεν ονομάζονται ευθέως Ακαδημαϊκές, αλλά είναι : Στέγη Χορού, Στέγη Μουσικής και Όπερας, Εθνικός Οργανισμός Μουσικής, Κέντρο Ελληνικό Κινηματογράφου ριζικά αναδιαρθρωμένο, ίδρυση Μεγάλων Περιφεριακών Θεάτρων, Εθνικό Δίκτυο Βιβλιοθηκών, επανίδρυση δημόσιου φορέα υλοποίησης Εθνικής Πολιτικής Βιβλίου, Ίδρυση Διεθνούς Φεστιβάλ παραδοσιακών χορών… και πάει λέγοντας. Και γίνεται έτι φανερώτερος, όταν στο όνομα της κοινωνίας (γιατί όχι και του Λαού ;) προσπαθεί να δικαιώσει το χυδαίο συνδικαλιστικό αίτημα της χειρότερης συντεχνιακής παράδοσης, που θέλει τους ηθοποιούς όχι καλλιτέχνες αλλά μισθωτά έρμαια και ευαγγελίζεται ως δημοκρατική κατάκτηση την κατάργηση της « παντοκρατορίας των καλλιτεχνικών διευθυντών » των κρατικών θεάτρων, των μουσείων και των άλλων καλλιτεχνικών ιδρυμάτων.

Το υποτιθέμενο πρόγραμμα μιλά για το « οικονομικό όφελος » που μπορεί να προκύψει από τον πολιτισμό, αλλά καθώς οι συντάκτες του δεν έχουν ιδέα για το πώς μπορεί να γίνει αυτό, ταυτίζουν ρητώς το προσδοκώμενο όφελος με τον τουρισμό ! Η ιδέα είναι εξόχως αντιδραστική για όποιον έχει ελάχιστη μνήμη : ποιός προσέδεσε την μοίρα και την σημασία του νεοελληνικού πολιτισμού με τον πιο πρόστυχο τουρισμό, αν όχι η καραμανλική ΕΡΕ ; Ποιός συνέχισε να διαπομπεύει τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό και την νεοελληνική τέχνη, αν όχι το κράτος της τουριστικής αντιπαροχής, της οικιστικής ασυδοσίας και της εργολαβικής παντοκρατορίας ; Είναι η ελάχιστη απαίτηση από ένα αριστερό πρόγραμμα να επανεπεξεργαστεί την ίδια την ιδέα του τουρισμού ως οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας, άρα και την ένταξη κάποιων πλευρών αναπαραγωγής και διάδοσης του πολιτισμού προς όφελος των οικονομικών δυνατοτήτων που δυστυχώς προσφέρει ο τουρισμός. Ο πολιτισμός μπορεί και σε κάποιες χώρες έχει καταφέρει να είναι στοιχείο οικονομικής και κοινωνικής ανάκαμψης. Αλλά οι συντάκτες του υποτιθέμενου προγράμματος αγνοούν κατάφωρα τί ακριβώς σημαίνει αυτό, πώς γίνεται και πώς μπορεί να αποδόσει. Στην χώρα όπου τα μνημεία (αρχαία και σύγχρονα) φθείρονται χωρίς καμία μέριμνα και μαζί τους οι τόποι, τα τοπία, και το ήθος των ανθρώπων από τον ασύδοτο τουρισμό, ένα αριστερό πρόγραμμα όφειλε να είναι λιγότερο προκλητικό και στοιχειωδώς στοχαστικότερο.

Τα περί πολιτισμού ως δημόσιου αγαθού, από τα οποία πιάστηκαν ο Γιώργος Κιμούλης (στην Εφημερίδα των Συντακτών) και η Μαρία Κανελλοπούλου (στην Εποχή), ο μεν άπελπις, η δε ματαίως καυχωμένη, για να υπερασπιστούν το κείμενο, είναι ρητορικώς κενόλογα και επικινδύνως θλιβερά. Γιατί το « πρόγραμμα » δεν αντιμετωπίζει τον πολιτισμό ως « δημόσιο αγαθό » – τον αντιμετωπίζει ως διαχειρίσιμο αγαθό, που θα το διαχειριστούμε χειραγωγόντας το με την πιο άθλια και άσχετη γραφειοκρατία. Γιατί στο γλωσσοδιαρροϊκό αυτό κείμενο, που παπαγαλίζει τα περί δημοσίου αγαθού, δεν υπάρχει ούτε μισή πρόνοια για το ίδιο το κοινό, άρα για την ίδια την κοινωνία. Το « πρόγραμμα » ευαγγελίζεται διαρκώς την επιστροφή λογής επιχορηγήσεων (ασφαλώς με αξιοκρατικά κριτήρια), αλλά πουθενά δεν διαπιστώνει ο αναγνώστης την παραμικρή συνείδηση του γεγονότος ότι η αριστερή πολιτιστική πολιτική δεν γίνεται για χάριν και προς εξυπηρέτησιν των καλλιτεχνών, αλλά για χάρη του ΚΟΙΝΟΥ. Η αριστερή πολιτιστική πολιτική (αυτή δηλαδή την οποία εμπνεύστηκε και εισηγήθηκε στην Ευρώπη ολόκληρη ο Μαλρώ) έχει το κοινό ως αποδέκτη, όχι τον καλλιτέχνη ή τον διανοούμενο. Αλλά το κοινό είναι τραγικά απόν και από την σκέψη και από την λογική του κειμένου και των συντακτών του.

Δυστυχώς, όλη αυτή η αστοιχείωτη αντιδραστική και κουκουεδίστικη κουρελού, που παριστάνει το πρόγραμμα προς γελοιοποίησιν κάθε έννοιας αριστερής πολιτικής, θεμελιώνεται σε μία αυτάρεσκη και αξιωματική παραδοχή : στην μετά πλείστης όσης παρρησίας δεδηλωμένη πεποίθηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο « κύριος » εκφραστής της Αριστεράς, άρα είναι ο νόμιμος κληρονόμος του ιστορικού της παρελθόντος, άρα είναι ο νόμιμος και μοναδικός κληρονόμος « του ρόλου που αυτή έχει, διαχρονικά, διαδραματίσει στον πνευματικό και πολιτιστικό τομέα ». Σοβαρολογούμε ; Και εάν σοβαρολογούμε, τί ακριβώς εννοούμε ; Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο κληρονόμος της ΠΑΠΟΚ ; Ή ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κληρονόμος του Ρίτσου και της περιπέτειας της Επιθεώρησης Τέχνης, όπως κάποια ανώτερα και ανώτατα στελέχη του αρέσκονται να επαναλαμβάνουν, χωρίς να έχουν την παραμικρή ιδέα του τί εκστομίζουν ; Ποιόν Ρίτσο κληρονόμησε και εκφράζει δικαιωματικά ο ΣΥΡΙΖΑ ; Τον Ρίτσο τον οποίο εξευτέλιζε το Κόμμα επί δεκαετίες, αποδεχόμενο ως θέσφατα τις εξευτελιστικές για την ποίησή του κριτικές των επίσημων κομματικών κριτικών ; Τον Ρίτσου τον οποίο γελοιοποίησε το ΚΚΕ της μεταπολίτευσης ; Ή τον Ρίτσο του « Φιλοκτήτη » ; Και ποιά Επιθεώρηση Τέχνης ; Αυτήν την οποία δίκασε και καταδίκασε η ΕΔΑ ; Αυτήν για την οποία ουδέποτε έδωσε το κόμμα μιά πεντάρα, αλλά αξίωνε να την ελέγχει ; Αυτήν της οποίας τους ιδρυτές διέγραψε χωρίς καν να τους το ανακοινώσει ; Την Επιθεώρηση Τέχνης της οποίας η ιστορία αποτελεί μνημείο κομματικής κτηνωδίας ; Ή την Επιθεώρηση Τέχνης της οποίας η μνήμη αποτελεί το φωτεινότερο ευρωπαϊκό παράδειγμα διανοητικού ηρωισμού, μαρξιστικής διαύγειας και κομμουνιστικής πνευματικής και αισθητικής αυτοθυσίας ;

Επειδή εκούσα άκουσα (αλλά κυρίως εκούσα) επί μισόν αιώνα αγωνίζομαι να πορευτώ ως τέκνο αυτής της δεύτερης (της μοναδικής πραγματικής) Επιθεώρησης Τέχνης, πάνω στον πολιτισμό της οποίας ασελγεί το « προγραμματικό κείμενο », οφείλω να δηλώσω, εν γνώσει και εν πλήρη αδιαφορία περί των συνεπειών, ότι θα το πολεμήσω και μέσα στο κόμμα και έξω από αυτό, με όλες μου τις δυνάμεις.


Σχολιάζω: Αν και πολύ σκληρή η κριτική στο Σχέδιο Προγράμματος Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ από την κ. Έλενα Πατρικιου, οφείλω να της αναγνωρίσω ότι στα περισσότερα σημεία έχει δίκιο. Αν και το "Σχέδιο"  δεν κυκλοφορεί στο δοαδίκτυο (αλήθεια, γιατί άραγε; απεσύρθη;...), οι μισοί ισχυρισμοί της κ. Πατρικίου να είναι αλήθεια, νομίζω, ότι η κριτική της δικαιώνεται. Ωστόσο, θα επανέλθω, μιας και συμμετείχα στις πρώτες κουβέντες για το Σχέδιο στο τμήμα θεάτρου του κόμματος. Επανέρχομαι, λοιπόν, εντός ολίγου...