Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

"Αριστείδης Μπαλτάς: μία παραίτηση εξόχως συμβολική" γράφει ο Απόστολος Λουλουδάκης (tvxs.gr, 18. 5.2026)

 ...............................................................


Αριστείδης Μπαλτάς: μία παραίτηση εξόχως συμβολική




           γράφει ο Απόστολος Λουλουδάκης (tvxs.gr, 18. 5.2026)

Υπάρχουν πολιτικές διαδρομές που μοιάζουν να υπακούουν σε μια εσωτερική ιστορική ειρωνεία. Οχι επειδή οι πρωταγωνιστές τους υπήρξαν ανακόλουθοι με την κοινότοπη έννοια του όρου, αλλά επειδή η ίδια η πραγματικότητα μετατρέπει σταδιακά τις βεβαιότητές τους σε σχόλιο πάνω στις αυταπάτες και τα αδιέξοδα μιας ολόκληρης εποχής. Η περίπτωση του Αριστείδη Μπαλτά ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία.

Για σχεδόν μισό αιώνα, ο Μπαλτάς υπήρξε κάτι περισσότερο από ένα κομματικό στέλεχος της ελληνικής Αριστεράς. Υπήρξε ένας από τους βασικούς θεωρητικούς της ανανεωτικής της εκδοχής: ο διανοούμενος που προσπαθούσε να προσδώσει φιλοσοφική συνοχή σε έναν χώρο ο οποίος παραδοσιακά ταλαντεύεται ανάμεσα στον κινηματικό ρομαντισμό και στον κρατικό πραγματισμό. Στο πρόσωπό του συμπυκνώθηκε η φιλοδοξία μιας γενιάς που πίστεψε ότι η ελληνική Αριστερά μπορούσε επιτέλους να κυβερνήσει χωρίς να χάσει την ηθική και ιστορική της ιδιαιτερότητα.

Σήμερα, η παραίτησή του από το Πολιτικό Γραφείο της Νέας Αριστεράς, έπειτα από καταγγελίες περί διαρροών, εσωκομματικών σκοπιμοτήτων και υπονόμευσης της θεσμικής λειτουργίας, μοιάζει λιγότερο με προσωπικό επεισόδιο και περισσότερο με μεταγενέστερη υποσημείωση στην ιστορία του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ. Διότι ο άνθρωπος που κάποτε καλούσε την Αριστερά να διαχειριστεί ώριμα τις αντιφάσεις της, εγκαταλείπει τώρα ένα κομματικό όργανο επειδή ακριβώς αυτές οι αντιφάσεις έχουν μετατραπεί σε μόνιμο μηχανισμό εσωτερικής φθοράς.

Η ειρωνεία γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν επιστρέψει κανείς στο 2014. Τότε που ο ΣΥΡΙΖΑ βρισκόταν λίγα βήματα πριν από την εξουσία και η αίσθηση ιστορικής δικαίωσης διαπερνούσε ολόκληρο τον χώρο. Σε άρθρο του στην Κυριακάτικη Αυγή (5 Οκτώβρη 2014) για την «αριστερή αντιπολίτευση», ο Μπαλτάς επιχειρούσε να απαντήσει στις εσωτερικές επικρίσεις που δεχόταν ήδη το κόμμα. Υποστήριζε ότι η κοινωνία δεν είχε ακόμη ηγεμονευθεί από ένα πραγματικά αριστερό φρόνημα αλλά κυριαρχούνταν από το σύνθημα «να φύγουν αυτοί και βλέπουμε». Προειδοποιούσε επίσης απέναντι στον φόβο του «γενικού ξεβολέματος» και καλούσε τα στελέχη της Αριστεράς να αναλάβουν υπεύθυνα το βάρος ενός «πρωτόγνωρου εγχειρήματος».

Η κριτική που του ασκήθηκε τότε αποδείχθηκε εκ των υστέρων αξιοσημείωτα διορατική. Οι αντίπαλοί του δεν αμφισβητούσαν απλώς τη θεωρητική του κατασκευή· υποστήριζαν ότι πίσω από τις αφηρημένες αναφορές περί «έντασης» ανάμεσα στο πάθος και στη λογική κρυβόταν μια αποσιώπηση των πραγματικών προβλημάτων του ΣΥΡΙΖΑ: των μηχανισμών, των προσωπικών στρατηγικών, της αναπαραγωγής του παλιού κομματικού μοντέλου του Συνασπισμού μέσα σε ένα υποτίθεται νέο εγχείρημα.

Εκείνη την εποχή, ο Μπαλτάς είχε παρουσιάσει ένα σχεδόν κομψό φιλοσοφικό σχήμα. Η αριστερή πολιτική, έλεγε, κινείται ανάμεσα στο «θερμό» πάθος για κοινωνική δικαιοσύνη και στο «ψυχρό» πεδίο της έλλογης αποτίμησης των συσχετισμών.

Παραφράζοντας τον Καντ, σημείωνε ότι «η αριστερή πολιτική χωρίς πάθος είναι κενή», ενώ ταυτόχρονα «η αριστερή πολιτική χωρίς έλλογη αποτίμηση δυνατοτήτων και συσχετισμών είναι τυφλή». Η διατύπωση είχε τη γοητεία μιας φιλοσοφικής σύνθεσης· πολλοί όμως διέκριναν ήδη μέσα της την προαναγγελία ενός πολιτικού συμβιβασμού. Το πρόβλημα ήταν ότι πολλοί έβλεπαν σε αυτή τη θεωρητικοποίηση όχι μια περιγραφή της πολιτικής αλλά μια προσπάθεια νομιμοποίησης της επερχόμενης μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ από δύναμη διαμαρτυρίας σε κόμμα διακυβέρνησης.

Και πράγματι, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την εξουσία, ο Μπαλτάς βρέθηκε στην καρδιά του κρατικού μηχανισμού. Υπουργός στο βραχύβιο Υπουργείο Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων (Ιανουάριος – Σεπτέμβριος 2015) αρχικά, στη συνέχεια υπουργός Πολιτισμού & Αθλητισμού στην κυβέρνηση Τσίπρα, συμμετείχε ενεργά στην προσπάθεια μιας «κυβερνώσας ριζοσπαστικής Αριστεράς» — όρος που αργότερα θα χρησιμοποιούσε και στο βιβλίο του «Εντός παρενθέσεως;».

Η κυβερνητική του θητεία υπήρξε χαρακτηριστική της συνολικής πορείας του ΣΥΡΙΖΑ: υψηλές ιστορικές προσδοκίες, ιδεολογική αυτοπεποίθηση, αλλά και σταδιακή προσαρμογή στις ανάγκες της διαχείρισης. Ο Μπαλτάς δεν έμοιαζε ποτέ με άνθρωπο που αντιμετώπιζε την εξουσία αποκλειστικά ως μηχανισμό πολιτικής επιβίωσης. Αντιθέτως, έδινε συχνά την εντύπωση ότι πίστευε ειλικρινά πως η Αριστερά μπορούσε να μετασχηματίσει το κράτος χωρίς να αφομοιωθεί από αυτό. Ωστόσο, η πραγματικότητα υπήρξε περισσότερο επίμονη από τη θεωρία.

Το 2019, μετά την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, ο Μπαλτάς κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Εντός παρενθέσεως; Κυβερνώσα ριζοσπαστική αριστερά». Ο ίδιος το παρουσίαζε ως μια προσπάθεια ιστορικής αποτίμησης του εγχειρήματος. Επέμενε ότι η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ένα τυχαίο πολιτικό επεισόδιο αλλά συνέχεια μιας βαθύτερης ιστορικής διαδρομής της ελληνικής Αριστεράς, που ξεκινούσε από το ΕΑΜ και το «ανεκπλήρωτο όνειρο» της μεταπολεμικής δημοκρατικής αναγέννησης. Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ, έλεγε, δεν ήταν μόνο προϊόν της οικονομικής κρίσης αλλά και επιστροφή ιστορικών μνημών που είχαν καταπιεστεί.

Η αναφορά στο ΕΑΜ είχε πάντοτε ιδιαίτερη σημασία για τον χώρο αυτόν. Η ελληνική ριζοσπαστική Αριστερά δεν αντιλαμβανόταν ποτέ τον εαυτό της απλώς ως πολιτική παράταξη αλλά ως φορέα μιας ιστορικής εκκρεμότητας. Η εξουσία του 2015 εμφανίστηκε σε μεγάλο βαθμό ως συμβολική αποκατάσταση μιας ήττας του παρελθόντος. Σαν η Ιστορία να επέστρεφε για να διορθώσει όσα είχαν «στερηθεί έξωθεν», όπως έλεγε ο ίδιος ο Μπαλτάς.

Αλλά η Ιστορία είχε λιγότερο ρομαντικές διαθέσεις. Το δημοψήφισμα, το τρίτο μνημόνιο, η πλήρης ενσωμάτωση του ΣΥΡΙΖΑ στον ευρωπαϊκό κυβερνητισμό απογύμνωσαν σταδιακά τη μεγάλη αφήγηση. Η «κυβερνώσα ριζοσπαστική Αριστερά» έμοιαζε ολοένα περισσότερο με μια συνηθισμένη κυβέρνηση διαχείρισης, με ελαφρώς πιο λογοτεχνικό λεξιλόγιο.

Κι έπειτα ήρθε η περίοδος της εσωτερικής αποσύνθεσης. Η ανάδειξη του Στέφανου Κασσελάκη στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησε ως βίαιη επιτάχυνση μιας κρίσης που προϋπήρχε. Για πολλούς από τους παλιούς διανοούμενους και στελέχη του κόμματος, η εικόνα ήταν σχεδόν τραυματική: το κόμμα της «Αριστεράς του 21ου αιώνα», το οποίο πίστευαν ότι είχαν οικοδομήσει μέσα από θεωρητικές επεξεργασίες, κινηματικές εμπειρίες και ιστορικές αναφορές, βρισκόταν πλέον στα χέρια μιας προσωποκεντρικής, σχεδόν μεταπολιτικής ηγεσίας που λειτουργούσε με όρους επικοινωνιακής καμπάνιας.

Η ειρωνεία εδώ γίνεται σχεδόν ανελέητη. Ο Μπαλτάς υπήρξε ένας από τους ανθρώπους που είχαν συμβάλει στη διαμόρφωση του κομματικού μοντέλου και του καταστατικού του ΣΥΡΙΖΑ. Ενός κόμματος που φιλοδοξούσε να συνδυάσει κινηματικότητα, πολυφωνία και συλλογική λειτουργία. Και όμως, μέσα από τις ίδιες τις οργανωτικές και πολιτικές του διαδικασίες, ο ΣΥΡΙΖΑ οδηγήθηκε σε μια ηγεσία που προσωποποιούσε ακριβώς ό,τι εκείνη η γενιά θεωρούσε ξένο προς την πολιτική της κουλτούρα.

Η αποχώρηση προς τη Νέα Αριστερά εμφανίστηκε τότε ως ύστατη προσπάθεια διάσωσης της «παράδοσης». Ομως ούτε εκεί φαίνεται να βρέθηκε η χαμένη πολιτική ισορροπία. Οι ίδιες καταγγελίες περί μηχανισμών, διαρροών και εσωκομματικών στρατηγικών επανήλθαν σχεδόν αυτούσιες. Σαν ένα πολιτικό déjà vu που επαναλαμβάνεται κάθε φορά με μικρότερα ποσοστά και μεγαλύτερη μελαγχολία.

Η διαδρομή του Μπαλτά μοιάζει τελικά να συμπυκνώνει την πορεία μιας ολόκληρης ιστορικής γενιάς της ελληνικής Αριστεράς. Μιας γενιάς που πίστεψε ότι η θεωρία μπορεί να εξανθρωπίσει την εξουσία, ότι η ιστορική μνήμη μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτικό κεφάλαιο και ότι οι εσωτερικές αντιφάσεις μπορούν να μετατραπούν σε δημιουργική σύνθεση. Αντί γι’ αυτό, βρέθηκε αντιμέτωπη με κάτι πολύ πιο κοινότοπο: τη φθορά των μηχανισμών, τη βαρύτητα της διαχείρισης και την αδυναμία ενός χώρου να συμφιλιώσει τον ιστορικό του μύθο με την πραγματικότητα της πολιτικής.

Ισως τελικά η πιο χαρακτηριστική εικόνα αυτής της διαδρομής να είναι ακριβώς αυτή: μια γενιά διανοουμένων που εισήλθε στην εξουσία πιστεύοντας ότι μπορεί να «μεταμφιεστεί» προσωρινά σε κράτος χωρίς να χάσει την ιστορική και ιδεολογική της ιδιοπροσωπία. Ομως κάθε μεταμφίεση που διαρκεί υπερβολικά παύει να είναι ρόλος και γίνεται ταυτότητα. Και κάπου εκεί, η «κυβερνώσα ριζοσπαστική Αριστερά» έπαψε να μοιάζει με ιστορική εξαίρεση και άρχισε να θυμίζει όλο και περισσότερο εκείνο ακριβώς το πολιτικό σύστημα που υποσχόταν ότι θα υπερβεί.

Και μπορεί αυτό να είναι το πραγματικό τέλος της «κυβερνώσας ριζοσπαστικής Αριστεράς»: όχι η εκλογική ήττα, ούτε καν η διάσπαση, αλλά η σταδιακή μετατροπή της μεγάλης ιστορικής υπόσχεσης σε μια ατελείωτη εσωτερική διαμάχη περί διαρροών, μηχανισμών και συσχετισμών — δηλαδή ακριβώς σε εκείνο το πολιτικό σύμπαν που υποσχόταν ότι θα αφήσει πίσω της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: