...............................................................
Αξίζει να διαβάσει κανείς τη συνέντευξη που έδωσε στο 247 ο Αλέξης Χαρίτσης στις 9 Μαΐου. Αν καταπιάνομαι με τον Χαρίτση είναι γιατί η δημόσια παρουσία του τα τελευταία χρόνια είναι αψεγάδιαστη. Ευφυής, με συγκροτημένο αριστερό λόγο και χαμηλό προσωπικό προφίλ, έχει ως τώρα αποφύγει όλες τις κακοτοπιές που εμφανίζονται όταν υπάρχει μεγάλη δημόσια έκθεση. Για αυτό ακριβώς, όσα λέει στη συνέντευξή του έχουν ιδιαίτερη σημασία.
Απαντώντας στο ερώτημα πως βλέπει το μανιφέστο του Ινστιτούτου Τσίπρα, ο πρώην πρόεδρος της Νέας Αριστεράς, λέει επί λέξει: «Θεωρώ ότι σε τέτοια κείμενα, μακροσκελή και διακηρυκτικά, είναι εύκολο να εντοπίσεις σημεία με τα οποία συμφωνείς, αλλά είναι και πάρα πολύ εύκολο να κάνεις και κριτική γιατί πιθανώς να λείπουν κάποιες αιχμές που θα ήθελες ή κάποια θέματα στα οποία θα έπρεπε, με τα δικά σου κριτήρια, να υπάρξει μεγαλύτερη έμφαση.
Για μένα το εν λόγω κείμενο επιτελεί πολιτικά έναν συγκεκριμένο και χρήσιμο ρόλο και βρίσκεται σε σωστή κατεύθυνση. Ποιος είναι αυτός ο ρόλος; Να περιγράψει την ανάγκη για μια πλουραλιστική και συνθετική εκδοχή της Αριστεράς».
Η απάντηση αυτή έχει δύο σκέλη. Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται κάτι που ακούγεται ως «γενική αλήθεια»: ότι δηλαδή τα μακροσκελή κείμενα περιέχουν περίπου ίσο αριθμό αποδεκτών και μη αποδεκτών θέσεων, ανάλογα με τις (υποκειμενικές) αντιλήψεις του αναγνώστη.
Με αυτόν τον έξυπνο τρόπο, παρακάμπτει ευσχήμως όσα παρατήρησαν άλλοι στην (εξίσου έξυπνη, αλλά λίγο πιο ντόμπρα) κριτική τους και προχωρεί αμέσως σε αυτό που ο ίδιος θέλει να πει: ότι συμφωνεί με τις θέσεις του μανιφέστου γιατί σε αυτές ανιχνεύει μια προοπτική που τον περιέχει.
Για να δικαιολογήσει αυτή την εκτίμηση, ο Χαρίτσης παραθέτει μια ακόμη «γενική αλήθεια»: ότι «σε μια εποχή πολύ μεγάλου κατακερματισμού και περιχαρακώσεων», είναι χρήσιμο να συμπλεύσουν τα «τρία ρεύματα, της Σοσιαλδημοκρατίας, της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της πολιτικής Οικολογίας».
Και έτσι, όχι μόνο απαντά σε άλλους που άσκησαν κριτική στις θέσεις του Τσίπρα επισημαίνοντας ότι τα περίφημα τρία ρεύματα έχουν προ πολλού ξεστρατίσει, αλλά αποδεικνύει επίσης ότι, ως απόφοιτος του Πολυτεχνείου, έχει πλήρως κατανοήσει τι πάει να πει «Όπερ έδει δείξαι».
Υπάρχουν, παρ’ όλα αυτά, άλλα σημεία της συνέντευξης, όπου ο πρώην πρόεδρος της Νέας Αριστεράς δεν μασάει τα λόγια του. Για παράδειγμα, όταν τον ρωτούν εάν προτίθεται να παραιτηθεί από βουλευτής για ικανοποιήσει τον όρο που έχει θέσει ο Αλέξης Τσίπρας σε όσους και όσες θέλουν να προσχωρήσουν στο δικό του πολιτικό εγχείρημα, η απάντησή του είναι ευθεία και απροσδόκητα κοφτή:
«Νομίζω», λέει, «ότι έχει ανοίξει μία συζήτηση η οποία αποκτά χαρακτηριστικά απαξίωσης της κοινοβουλευτικής λειτουργίας. Εμένα αυτή η λογική μού είναι ξένη. Θεωρώ ότι το κοινοβούλιο είναι χώρος μάχης …. Αλίμονο αν αφήσουμε τον Μητσοτάκη και τη Δεξιά να παίζουν μπάλα μόνοι τους σ’ έναν τόσο σημαντικό θεσμό… Άρα ζήτημα παραίτησής μου δεν υπάρχει.».
Εδώ τα πράγματα αρχίζουν να σκοτεινιάζουν. Όχι γιατί η παραμονή των βουλευτών της Νέας Αριστεράς στη Βουλή είναι κάτι παράλογο, αλλά διότι εκεί ελλοχεύει ο κίνδυνος της αυτο-ακύρωσής τους, για να μη πω του αυτο-εξευτελισμού τους: πώς θα δικαιολογήσουν άραγε την προσχώρησή τους στον προσωποπαγή φορέα του Τσίπρα, που προφανώς θα δημιουργηθεί και θα αρχίσει να λειτουργεί πολύ πριν τις εκλογές;
Πώς θα αντιμετωπίσει ο Αλέξης Χαρίτσης, αλλά και άλλα, πολύ αξιόλογα και έντιμα στελέχη της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Αριστεράς, την κριτική ότι, ενώ παραμένουν βουλευτές ενός αριστερού σχηματισμού, υποβαθμίζουν τον εαυτό τους και τις απόψεις τους περί αρχηγικών κομμάτων προκειμένου να προσχωρήσουν σε ένα από αυτά;
Δεν έχει το πράγμα μια ιδιαίτερη αξία για την εικόνα και την αξιοπιστία της Αριστεράς στην κοινωνία; Γιατί, κακά τα ψέματα, η απαίτηση του Τσίπρα μπορεί να έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, όπως άλλωστε είχε και ο «εξώστης», αλλά, ομολογουμένως έχει και μια λογική βάση…
Η προσωπική στάση που θα τηρήσουν τα στελέχη της Νέας Αριστεράς έχει τη σημασία της, αλλά ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει η κατασκευή Τσίπρα-Μαραντζίδη περί «συμβολής» Σοσιαλδημοκρατίας, ριζοσπαστικής Αριστεράς και Οικολογίας.
Γιατί, αν αυτό δεν οφείλεται σε πολιτικό αναλφαβητισμό, θα πρόκειται σίγουρα για τη μεγαλύτερη πολιτική απάτη που έχει υπάρξει στα μεταπολιτευτικά χρονικά. Ούτε ο Παπανδρέου δεν προχώρησε τόσο πολύ για να δικαιολογήσει τον «πολυσυλλεκτισμό» του.
Άλλωστε, για ποια «συμβολή» μιλάμε; Εάν με αυτό εννοούν το Nouveau Front Populaire (NFP) στη Γαλλία, υπενθυμίζω ότι ο συγκεκριμένος σχηματισμός αποτελεί μια σύμπραξη ανεξάρτητων πολιτικών κομμάτων, που έχει έναν συγκεκριμένο στόχο: να μην λειτουργήσει ξανά ο εκλογικός εκβιασμός των νεοφιλελεύθερων μπροστά στον κίνδυνο να κερδίσει τις εκλογές η ακροδεξιά.
Δεν πρόκειται για κάτι με την προοπτική «σύνθεσης» διαφορετικών πολιτικών παραδόσεων, όπως θα ήθελε το μανιφέστο Τσίπρα-Μαραντζίδη, αλλά για κάτι με σαφή «παραδοτέα» και ημερομηνία λήξης -που έχει ήδη αρχίσει να διαφαίνεται στον ορίζοντα.
Για όσους και όσες έχουν μάτια να δουν, η ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία έχει μετεξελιχθεί σε κάτι κοινωνικά απεχθές, με μοναδική εξαίρεση την Ισπανία όπου η (αναγκαστική) συμμετοχή της Αριστεράς στην κυβέρνηση έβαλε κάποιο φρένο.
Το ίδιο, ή κάτι ακόμα χειρότερο, ισχύει και για τον χώρο της λεγόμενης Οικολογίας, αν λογαριάσουμε τι συμβαίνει σε μια σειρά χώρες, με πρώτη και καλύτερη τη Γερμανία. Τώρα, για τη ριζοσπαστική Αριστερά, τι να πει κανείς. Εάν ως ριζοσπαστική Αριστερά λογίζεται η παράγκα του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ ή … ο ίδιος ο Τσίπρας, ο Θεός να βάλει το χέρι του!
Αυτή η κατηφόρα θα μπορούσε βεβαίως να σταματήσει υπό την πίεση των γεωπολιτικών συνθηκών, για αυτό και πρωτοβουλίες όπως η «Παγκόσμια Προοδευτική Κινητοποίηση» (Global Progressive Mobilisation), που συζητήσαμε με άλλη ευκαιρία, έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Αλλά δεν βρισκόμαστε, κατά κανέναν τρόπο, εκεί.
Ας μην μακρηγορούμε λοιπόν. Τα φληναφήματα περί «συμβολής» και «σύνθεσης» έναν μόνο σκοπό έχουν: να «αλέσουν» συνειδήσεις και να καταστήσουν πιο εύπεπτο το σενάριο μιας καιροσκοπικής συμμαχίας, που θα εξασφαλίσει στα μέλη της προνόμια και εξουσίες. Το πολιτικά ανήθικο δεν είναι όμως μόνο αυτό. Είναι ότι, μπροστά σε αυτή την ανάγκη, ο κόσμος υφίσταται έναν ωμό εκβιασμό: ή Τσίπρας ή Μητσοτάκης.
Την απάντηση σε όλα αυτά θα πρέπει να δώσουν όλοι εκείνοι που τόσα χρόνια αρνούνταν να υποχωρήσουν μπροστά στο δίλημμα Νέα Δημοκρατία ή ΠΑΣΟΚ και επέμεναν να ψηφίζουν με βάση όσα λέει ο νους κι η καρδιά τους. Γιατί, ο,τιδήποτε άλλο δεν είναι ρεαλισμός, αλλά μια σιωπηλή προσχώρηση στη λογική του «ήσσονος κακού» που μας οδήγησε ως εδώ. Το αντιλαμβάνεται άραγε αυτό ο Αλέξης Χαρίτσης; Και αν ναι, τι ακριβώς σκοπεύει να κάνει;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου