Κυριακή, 4 Απριλίου 2021

«Το τραγούδι των Σειρήνων» διήγημα του Τάσου Καλούτσα (γ.1948) από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων του (εκδ. «ΝΕΦΕΛΗ», 2000)

 

..............................................................







Τάσος Καλούτσας (γ. 1948)





·        «Το τραγούδι των Σειρήνων» διήγημα του Τάσου Καλούτσα (γ.1948) από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων του (εκδ. «ΝΕΦΕΛΗ», 2000)

 

Μιαν από κείνες τις μέρες της άνοιξης που γλύκανε οριστικά ο καιρός, ο πατέρας μού ζήτησε με λαχτάρα να τον πάω στο σπιτάκι, σ’ ένα γειτονικό προάστιο. Στα πενήντα οχτώ του, λόγω της προχωρημένης νεφροπάθειάς του, είχε κλειστεί στους τέσσερις τοίχους. Αλλιώς ονειρευόταν να χαρεί τη σύνταξή του κι αλλιώς ήρθανε τα πράγματα. Σιγά σιγά αποκόπηκε απ’ όλα: τους φίλους, την τηλεόραση, τα βιβλία. Δεν ήθελε να βλέπει και ν’ ακούει τίποτα κι έμενε συνέχεια ξάπλα. Την άκρη του ξύλινου κρεβατιού του, ως εκεί που έφτανε το χέρι του, την είχε κατασκάψει με τα νύχια του. Η βόλτα με το αμάξι ήταν η μοναδική του χαρά· ήξερε ότι θα βγαίναμε έξω απ’ την πόλη, στο ύπαιθρο, κι αυτό ήταν κάτι που λάτρευε πάντα. Η μάνα μου πάντως με προειδοποίησε πως για δυο μέρες είχε κολλήσει τα μάτια του στο ταβάνι και δεν άλλαζε θέση. Της έλεγε παραδοξολογίες, πως τάχα φανταζόταν να γίνεται η κηδεία του, εμείς ν’ ακολουθούμε το ξόδι, ενώ εκείνος έψαχνε να δει αν κλαίγαμε.

   Στη διαδρομή, αντίθετα από άλλες φορές, τεντώθηκε πίσω στο κάθισμά του και σφράγισε τα βλέφαρά του και το στόμα του. Τον είχα συνηθίσει να μου μιλάει – για τα βάσανα της ζωής του, κυρίως, που δεν είχαν τελειωμό: τα στερημένα παιδικά του χρόνια, τις δυσκολίες του στον πόλεμο, τη δουλειά του, όπου η ανάγκη τον έσπρωξε πολύ νωρίς, το άσπλαχνο φέρσιμο κάποιων δικών του ανθρώπων που τον άφησαν μόνο και αβοήθητο να τα βγάλει πέρα – για να καταλήξει στην μόνιμη επωδό: «Αχ, δεν είμαι παραφαγάς, είμαι παραπονιάρης!» Παραξενεμένος, αφού ήξερα πόση χαρά του έδινε να απολαμβάνει την ανοιξιάτικη φύση όσο ταξιδεύαμε, τον ρώτησα τι είχε πάθει. Πρόσεξα τους βολβούς  των ματιών του, που κινήθηκαν πίσω απ’ τα βλέφαρα. «Μ’ αρέσει να τα κλείνω…» έκανε, όσο μπορούσε πιο πειστικά, «εξάλλου, νυστάζω· δεν έχω ύπνο τα βράδια».

   Μελανά στεφάνια κάτω απ’ τα μάτια του, χλομοκίτρινα μάγουλα, αφρόντιστες ξασπρισμένες τούφες στο κεφάλι του. Κι ούτε ένα σχόλιο, όπως το συνήθιζε άλλοτε, για τις βίλες που πλήθαιναν επιβλητικές εκατέρωθεν του δρόμου προς τη Νέα Μηχανιώνα. «Δεν μπορέσαμε στη ζωή μας…» άρχιζε να λέει κομπιαστά, κι εγώ τον έκοβα, «Αρκετά έφτιαξες πατέρα…» - κι εκείνος: «Όλα με ιδρώτα!»

   Ό,τι είχε καταφέρει να φτιάξει με θυσίες ήταν το ισόγειο διαμερισματάκι μιας τριώροφης οικοδομής, εκατό μέτρα από τη θάλασσα. Και είχε το εξοχικό αυτό του ενός δωματίου ένα υποτυπώδες κηπάριο πίσω, με μια συστάδα πικροδάφνες στην άκρη και μια κληματαριά που είχε αβγατίσει και ισκιώσει το χώρο. Ερχόταν παλιότερα, τη φρόντιζε, την κλάδευε με μεράκι· τώρα, κουνώντας το κεφάλι του, αντίκριζε τα παραμελημένα κλωνιά της και κάποια περσινά τσαμπιά που σάπιζαν καταγής. Σ’ ένα μακρινό καταπράσινο πλάτωμα απέναντι παίζαμε μπάλα. Πριν από μερικά χρόνια, τους είχα τραβήξει μια φωτογραφία με το εγγονάκι του, χαμένους στο θαλερό γρασίδι, που την έβλεπε καμιά φορά και μονολογούσε στον εαυτό του: «Αχ, εδώ ήσουν στις δόξες σου!» Τρεκλίζοντας στη λιακάδα πήγε κι έκατσε ανάμεσα σε δυο μυγδαλιές. Από τη θάλασσα έφτανε μια μοσχοβολιστή πνοή κι ένιωθα μια γλύκα ν’ απλώνεται σ’ όλα μου τα μέλη. Οι πικροδάφνες σειούνταν ανάλαφρα, ειρηνικά, κι οι σκιές των δέντρων, χυτές πάνω στη χλόη, σχημάτιζαν πλεμάτια από παιχνιδιάρικές γιρλάντες. Πώς μπορούσε αλήθεια κανείς να ‘ναι δυστυχισμένος; Εκείνη τη στιγμή έπεσαν με το αεράκι δυο ανθάκια μυγδαλιάς στα μαλλιά του κι ο πατέρας σήκωσε ξαφνικά το βλέμμα του στα φουντωμένα δεντράκια, λες και τα έβλεπε για πρώτη φορά: «Οι μυγδαλιές ανθίσανε, κι εγώ τι κρίμα… θα…» έκανε με πνιχτή φωνή και τότε πρόσεξα πως τα μάτια του, που μέχρι τώρα τα κρατούσε πεισματικά κλειστά, ήτανε βουρκωμένα.

   Γυρίζαμε αμίλητοι. Θυμόμουν άλλες φορές που είχε τα κέφια του, ενώ τώρα κυριαρχούσαν στο πρόσωπό του τα σημάδια μιας ανείπωτης κούρασης. Είχαμε πάει πρόσφατα στο Βόλο, όπου έζησε παιδί μερικά χρόνια. Το σπίτι ήταν ερείπιο πια κι ο πλάτανος μπροστά του, όπου σκαρφάλωνε, με σκελετωμένα κλαριά και αριές φυλλουριές, σαν φτερομαδημένα πουλιά. Ψηλάφισε με τρυφερότητα τον ξεχαρβαλωμένο κορμό του: «Χάλασε κι αυτός!» τον άκουσα που είπε. Στον Όλυμπο όμως που βρεθήκαμε, χανόταν όλη την ώρα σαν παγανό στο δάσος και πάλι ξεφύτρωνε πίσω απ’ τις φτέρες και τα χαμόδεντρα, κρατώντας ένα κλωναράκι ρίγανη. Και τώρα συνέχεια χασμουριόταν. Στη Γεωργική Σχολή, ωστόσο τινάχτηκε και με παρακάλεσε, αντί να πάρουμε τον περιφερειακό, να επιστρέψουμε μέσω Θέρμης.

   Μια υποψία κλωθογύριζε στο μυαλό μου και γύρευα μιαν απάντηση, μελετώντας τις αντιδράσεις του. Γιατί απ’ αυτό το δρόμο, όπου μοιραία, λίγο παρακάτω, θα πέφταμε στο κοιμητήριο της Αναστάσεως; Και δεν ήταν η μόνη φορά, τελευταία, που μου το ζητούσε. Πραγματικά, όσο πλησιάζαμε, μια ζωηρή ανησυχία έμοιαζε να τον κυριεύει, αποδιώχνοντας ακαριαία τη νάρκη από το πρόσωπό του. Ανακάθισε, ξεκόλλησε το κεφάλι του από το μαξιλάρι κι οι άκρες των ματιών του τρεμοσάλεψαν. Ο περίγυρος του νέου νεκροταφείου, με τις λειασμένες σχιστόπλακες και τις δράνες με τ’ αναρριχώμενα, ξετυλιγόταν μέσα στο γκριζωπό φιλτραρισμένο φως του δειλινού. Το τοπίο απέπνεε γαλήνη· κάποιο κυπαρισσάκι, αραιά και πού, όρθωνε το λιγνό του ανάστημα· συστάδες από ολοκίτρινα σπάρτα και πυράκανθους συμπλήρωναν την εικόνα της ειρηνικής ανοιχτοσύνης. Το βλέμμα του πατέρα είχε περίεργα μαγνητιστεί – όλη η μορφή του, συσπειρωμένη, φαινόταν ότι σκιρτούσε -, λες κι έφτανε στ’ αφτιά του από κει μέσα το μυστικό τραγούδι των Σειρήνων. Λες και οι πολυθρύλητες δαιμόνισσες του θανάτου έβαζαν όλα τους τα δυνατά και πια δεν είχε μάτια κι αφτιά για τίποτε άλλο στον κόσμο, πέρα από το σαγηνευτικό τους κάλεσμα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση, αλλά δεν έβγαλα άχνα.

   Τον άφησα στη μάνα μου, που λίγο αργότερα μου τηλεφώνησε. Στην αρχή, λέει, της φάνηκε πως επέστρεψε πιο ευδιάθετος. Μπαίνοντας  μάλιστα στο σπίτι, τραγουδούσε με τη σπασμένη φωνή του το λαϊκό: Άπονη ζωή μας πέταξες στου δρόμου την άκρη, μας αδίκησες… Τον αγκάλιασε και τον φίλησε, χαρούμενη για την καλή του διάθεση. Τότε εκείνος το γύρισε απότομα στο κλάμα, «κατευθείαν απ’ το τραγούδι στο απελπισμένο κλάμα…» είπε με τρεμάμενη φωνή η μητέρα. Κι έτρεξε και κουκουλώθηκε στο κρεβάτι.

   Έφυγε αθόρυβα λίγο πριν από την Πρωτομαγιά, σχεδόν δραπέτεψε. Σχεδιάζαμε μιαν άλλη εκδρομή, αλλά εκείνος, φαίνεται, επειγόταν, ίσως ήθελε και να διαπιστώσει, από πρώτο χέρι αυτή τη φορά, αν όντως είμαστε ικανοί να τον κλάψουμε.     


Δεν υπάρχουν σχόλια: