Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2020

«Η πρώτη εικόνα» διήγημα του Κώστα Ταχτσή (1927 – 1988) από τη συλλογή διηγημάτων «Τα ρέστα» (εκδ. Ερμής, 1977, ε’ έκδοση)

..............................................................




Κώστας Ταχτσής
(1927-1988)





·       «Η πρώτη εικόνα»

διήγημα του Κώστα Ταχτσή (1927 – 1988) από τη συλλογή διηγημάτων «Τα ρέστα» (εκδ. Ερμής, 1977, ε’ έκδοση)


   Από πολύ μικρός, τη ζωή την είδα μέσ’ από τα μάτια των γυναικών: της μάνας μου, της γιαγιάς μου (της εκ μητρός γιαγιάς μου), της θείας μου (της εκ μητρός θείας). Το ίδιο και τους άντρες. Οι γυναίκες εξουσίασαν τα βρεφικά,  παιδικά, κι εφηβικά μου χρόνια σαν απόλυτοι μονάρχες. Όταν έκανα την Οκτωβριανή μου Επανάσταση, δεν τις εξόρισ’ απ’ τη ζωή μου. Τις αποκεφάλισα. Και από τότε ζω μόνο και μόνο για νάχω τύψεις.

   Οι δύο-τρεις άντρες, πούχουν κάποια θέση στις αναμνήσεις μου – εκτός απ’ τον πατέρα μου, που αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση – ήταν όλοι τους κομπάρσοι στην ιλαροτραγωδία που είναι σχεδόν κάθε ελληνική οικογένεια: άβουλα, κωμικοτραγικά θύματα της κανιβαλιστικής αγάπης των γυναικών, ή του διαβρωτικού μίσους των.

   Ίσως από κει ν’ άρχισε η σύγκρουση, που αργότερα κατέληξε στη διακοπή των σχέσεών μου με τη χριστιανική θρησκεία και με κάθε θρησκεία. Έν’ απ’ τα πρώτα πράματα πούμαθα στο σχολείο ήταν ότι η Εύα είχε βγει απ’ το πλευρό του Αδάμ. Μα οι ως τότε εμπειρίες μου με βεβαίωναν για το αντίθετο. Ο μύθος της Δημιουργίας, πρέπει να σκέφτηκα από τότε, είναι σαχλαμάρες. Οι γυναίκες δε βγαίνουν απ’ τα πλευρά των αντρών. Οι άντρες βγαίνουν από κάποιο μέρος του σώματος των γυναικών – ακόμα δεν ήξερα ποιο. Όλη μέρα στο σπίτι έβλεπα κι άκουγα πως οι άντρες χρωστούσαν τα πάντα στις γυναίκες, την ίδια τη ζωή τους, και, συχνά, εκαλούντο να εξοφλήσουν το χρέος τους.

   Οι άντρες, όχι μόνο είχαν βγει από τις γυναίκες, αλλ’ αντλούσαν κι όλες τους τις εξουσίες – δηλαδή το δικαίωμα να με δείρουν – απ’ αυτές. Σα να γεννήθηκα, όχι στη Θεσσαλονίκη, μα στο νησί των Τρωβριάνδων, δε γνώρισα ποτέ πατρική εξουσία, ούτ’ αγαθή, που να γεννήσει στην ψυχή μου αισθήματα ομαλής στοργής γιου προς τον πατέρα του, ούτε τυραννική, που να με κάνει να τον δω σαν αντίπαλο και να τον μισήσω. Ίσως επειδή τον έχασα από πολύ νωρίς. Πάντως, η μόνη εξουσία που γνώρισα, ακόμα κι αν ησκείτο απ’ τους θείους μου (τους εκ μητρός θείους), ήταν μητρική. Η Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ πατρίδα μου, αλλά ματρίδα μου: μια Ελλάδα πολύ πριν το Δωδεκάθεο του Ολύμπου, μια βάρβαρη, πρωτόγονη μητριαρχία, γεμάτη μαύρη άγνοια, μαύρη μαγεία, μυστηριώδεις λατρείες φιδιών, κι ανθρωπο- ή μάλλον ανδροθυσίες. Κέντρο του κόσμου αυτού, πηγή απ' όπου ξεκινούσαν και κατέληγαν όλα, καλά και κακά - μου το επιβεβαίωσε αργότερα η Κασσιανή -  ήταν το γυναικείο αιδοίο. 

   Τυπικά, βέβαια, η κοινωνία μεσ' την οποία γεννήθηκα ήταν πατριαρχική. Αλλά μόνον τυπικά. Οι άντρες είχαν παντού την πρωτοκαθεδρία, αλλά μόνον όπως οι συνταγματικοί μονάρχες, πούναι απλά ξόανα. Καθόντουσαν πρώτοι στο τραπέζι, αλλά μόνο για να δώσουν τον καιρό στις γυναίκες τους ν' αποτελειώσουν τις συνωμοσίες τους: "Πρόσεξε καλά τώρα που θα καθήσουμε στο τραπέζι, μην σου ξεφύγει και ξεφουρνίσεις στο μπαμπά σου ποιος ήρθε σήμερα..." Οι άντρες εδικαιούντο τη μεγαλύτερη και την καλύτερη μερίδα κρέατος, αλλ' όπως περίπου οι χοίροι, που προορίζονται για σφάξιμο. Τους επιτρεπόντουσαν πράματα που απαγορευόντουσαν στις γυναίκες - που οι γυναίκες θεληματικά αρνιόντουσαν στον εαυτό τους - αλλά για να τους δημιουργηθούν αισθήματα ενοχής που θα τους έκαναν πιο πειθήνια όργανα των γυναικών, για να τους γεννηθεί η ψευδαίσθηση της ανωτερότητας και της ασφάλειας, που θα καθιστούσε πιο εύκολη την πτώση τους. 

   Ομολογώ πως η δική μου οικογένεια δεν ήταν εντελώς κοινή περίπτωση. Μ' αν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα σ' αυτήν και σ' άλλες ελληνικές οικογένειες, πρέπει νάναι μόνον ζήτημα βαθμού. Στη δική μου πάντως, οι γυναίκες καθόντουσαν στο σπίτι σαν τις αράχνες πίσω απ' τα δίχτυα τους, και περίμεναν νάρθουν τα ελαφρόμυαλα αρσενικά για να τα καταβροχθίσουν, κι η ηδονή τους δεν συνίστατο στο καταβρόχθισμα, αλλά στην ευκαιρία που τους έδινε να φορέσουν ύστερα μαύρα και να θρηνήσουν.

   Μα μακάρι το πράμα νάταν τόσο απλό και ειλικρινές όσο με τις αράχνες. Επειδή ήταν άνθρωποι, ο κανιβαλισμός αυτός έπρεπε αναγκαστικά να εξιδανικευτεί, το θύμα να διατηρηθεί πάση θυσία εν ζωή, για την προσεχή ιεροτελεστία ανδροφαγίας. Το αποτέλεσμα ήταν πως η σχέση τους έπαιρνε έναν οξύ σαδομαζοχιστικό χαρακτήρα, δημιουργούσε έναν φαύλο κύκλο, που μόνον ο τελειωτικός, φυσικός θάνατος μπορούσε να κλείσει. Κι επειδή, ουσιαστικά, τα θύματα ήταν οι άντρες - μολονότι από μια άλλη άποψη ήταν βέβαια και θύτες - εκείνες που ενδιαφερόντουσαν για την όσο το δυνατόν μακρότερη παράταση της φυσικής ζωής των αντρών ήταν οι γυναίκες, που έτρεμαν και λαχταρούσαν μη πάθουν τίποτα τα ζωντανά και πολύτιμα αυτά σκεύη της ηδονής τους. 
  
   Οι γυναίκες άφηναν τους άντρες να παίζουν το ρόλο του αφέντη. Αλλά πάντα μ' ένα κρυφό, ειρωνικό χαμόγελο. Τα σκήπτρα της εξουσίας τα κρατούσαν εκείνες. Κι η εξουσία αυτή ήταν ακριβώς ισχυρότερη, επειδή ήταν καμουφλαρισμένη υποταγή στους άντρες, που γι' αυτές δεν έπαυαν ποτέ νάναι παιδιά, και μάλιστα άτακτα παιδιά. Στην περίπτωση μάλιστα ενός άντρα, που ήταν παιδί και στα χρόνια, όπως ήμουν εγώ, η εξουσία αυτή ήταν τυραννικότερη, όχι μόνο επειδή οι γυναίκες είναι κατά βάθος ικανές για τις μεγαλύτερες θηριωδίες απ' τους άντρες - οι γυναίκες δεν χαρίζουν ποτέ κάστανα, και ποτέ δεν παίζουν - μα κι επειδή, στις τυπικά πατριαρχικές κοινωνίες έχουν μοιραία  την ψυχολογία του σκλάβου, και κανείς δεν είναι πιο αδυσώπητος τύραννος απ' το σκλάβο πάνω στον οποίο δίνεται η εξουσία ζωής και θανάτου πάνω σ' άλλους σκλάβους.

   Αλλ' όσο κι αν πρωτόδα τη ζωή και τους άντρες σα γυναίκα, δεν έπαψα βέβαια νάμαι και άντρας. Σα γυναίκα, χαιρόμουνα την κάθε ήττα των αντρών. Σαν άντρας ένιωθα γι' αυτούς περιφρόνηση, που αργότερα έγινε οίκτος - για να ξαναγίνει ακόμα αργότερα περιφρόνηση - και μ' έκανε συχνά να θέλω να τους ελευθερώσω από τα νύχια των δημίων τους. Η κατάσταση αυτή δημιούργησε μέσα μου μια διχοτόμηση, με τα ολέθρια, και μοιραία σ' αυτές τις περιπτώσεις, αποτελέσματα. Στην ψυχή μου άρχισαν από νωρίς να παλεύουν δυο αντίθετες δυνάμεις, που, επειδή έτειναν να ισορροπήσουν - ή ν' αλληλοεξουδετερωθούν - προσδιόριζαν η μια την άλλη. Δηλαδή, όσο περισσότερο αναπτυσσόταν μέσα μου το εμβολιασθέν θηλυκό στοιχείο τόσο περισσότερο αναγκαζόταν ν' αναπτυχθεί το αρσενικό. Κι επειδή το αρσενικό μέσα μου ήταν απ' τη φύση και την ιδιοσυγκρασία μου πολύ ισχυρό, η εκθήλυνσή μου έπρεπε αναγκαστικά νάναι βαθύτερη. Εν τέλει, κανένας απ' τους αντίπαλους δε νίκησε. Ο πόλεμός τους μέσα μου ήταν Πελοποννησιακός. Ο μόνος πούχασε - ή ίσως κέρδισε - ήμουνα εγώ.

   Μα πόσο αρρενωπότερος μπορούσα να γίνω, και πόσο θηλυκότερος; Η ανάπτυξη του αρσενικού στοιχείου δε μπορούσε να ξεπεράσει ωρισμένα όρια - φυσική διάπλαση, κληρονομικότητα κτλ. Έτσι, αντί να εκφραστεί με την υπερβολική ανάπτυξη τριχών, πέους κ.ο.κ. μετουσιώθηκε σ' οξύνοια, αντρίκιο θάρρος - τόσο κωμικοτραγικό όταν βρίσκεται σ' έν' αδύναμο κορμί - σ' αγάπη για την περιπέτεια, σε δημιουργικότητα. Το θηλυκό πάλι, μη μπορώντας να τελειωθεί, δηλαδή να μου αλλάξει το φύλο μου, ξίνιζε, γινόταν, έγινε νοσηρή ευαισθησία, οξύτατη διαίσθηση, έλξη για το "αντίθετο" φύλο - που φυσικά σ' αυτή την περίπτωση ήταν το αντρικό. 

   Γεγονός είναι πως, όσο περισσότερο αναπτυσσόταν μέσα μου το θηλυκό στοιχείο, τόσο περισσότερο αναγκαζόταν ν' αναπτυχθεί το αρσενικό, που δεν εννοούσε να το βάλει κάτω, σε τρόπο που, αργότερα, όταν ο εσωτερικός μου κόσμος έπρεπε να εξωτερικευτεί, να μεταφραστεί σε δράση, δεν ήμουνα ποτέ πιο γυναίκα απ' ό,τι όταν παρίστανα τον άντρα, και ποτέ πιο άντρας απ' ό,τι όταν παρίστανα τη γυναίκα. Επειδή μάλιστα οι δυο αυτές τάσεις έπαιρναν, όπως είπα, λόγω ιδιοσυγκρασίας, οξύτατη μορφή, ενστικτωδώς ανέπτυξα τεχνικές τέτοιες χάρη στις οποίες όταν παρίστανα τη γυναίκα φαινόμουνα τέλεια γυναίκα, όταν παρίστανα τον άντρα φαινόμουνα τέλειος άντρας. Δε μ' άρεσαν ποτέ οι ερμαφρόδιτες καταστάσεις, ούτ' οι αισθητικές, θεατρικές σαχλαμάρες.

   Αυτή η διφορούμενη θέση που πήραν από νωρίς οι γυναίκες στη ζωή μου, τ' ότι δηλαδή ήταν διώκτες μου και κρησφύγετο, δήμιοι και συγχρόνως άγγελοι παρηγοριάς, μ' έκανε από βρεφικής ακόμα ηλικίας - κι ήμουνα, φαίνεται, ένα εξαιρετικά οξυδερκές βρέφος - να στραφώ, για την ικανοποίηση της σεξουαλικής μου περιέργειας, κι αργότερα του σεξουαλικού μου ενστίκτου, προς τον Άντρα, - αν κι όχι χωρίς να κάνω προηγουμένως μερικές ύστατες προσπάθειες, που όμως απέτυχαν, ίσως από απλή ατυχία. Μπορεί στη στροφή μου αυτή προς τον άντρα να συνέτειναν κι άλλοι, δευτερεύουσας σημασίας παράγοντες, όπως λ.χ. τ' ότι απ' τον τρίτο κιόλας μήνα με ξέκοψ' η μάνα μου απ' το βυζί με κινίνο, και δεν πρόλαβα να γνωρίσω το γυναικείο κόρφο σαν πηγή ηδονής (πράμα που εξηγεί ίσως τη βαθειά περιφρόνηση που αισθάνομαι για τους άντρες πούχουν ιδιαίτερη αδυναμία κι εξάρτηση απ' τα γυναικεία βυζιά, που δε μπορούν να ικανοποιηθούν σεξουαλικά αν δεν τα πασπατέψουν). Γεγονός είναι πως από πολύ μικρός στράφηκα προς τους άντρες.

   Αλλ' όχι βέβαια προς όλους τους άντρες. Όχι προς τους εκ μητρός μου θείους μου, που όχι μόνο  μετείχαν της μητρικής ουσίας και καθίσταντο έτσι ύποπτοι στα μάτια μου, και που, άλλωστε, την εποχή εκείνη δεν έμεναν ακόμα μαζί μας, αλλά προς το μόνο άντρα που ήταν πρόχειρος και προσιτός την εποχή εκείνη, και που συγχρόνως μου φάνηκε άτρωτος απ' τα βέλη των γυναικών, κι αμέτοχος στις διάφορες τιμωρίες που μου επέβαλλαν: τον πατέρα μου. 

   Έτσι, η πρώτη ερωτική εικόνα, που αποτυπώθηκε στη μνήμη μου, ανάγεται στον πατέρα μου. Ήταν μια εκδίκηση του βρέφους-άντρα για τις αδικίες πουβλεπα, από τότε κιόλας, να γίνονται εις βάρος του φύλου μου απ' τις γυναίκες - και συγχρόνως η υπέρτατη τιμωρία μου. Ήταν μια πράξη αφάνταστης γενναιότητας, που, αλίμονο, δεν εξετίμησαν ποτέ οι άντρες ούτε οι γυναίκες, οι οποίοι δεν κατάλαβαν ποτέ - στην μακάρια άγνοιά τους - τι δουλειά είχα να σηκώσω στους αδύνατους ώμους μου έναν τόσο φονικό πόλεμο, που, έτσι κι αλλιώς, ήταν η μόνη διασκέδαση, σ' αυτή την πληκτική ζωή, και των μεν και των δε. Από υπερβολική αγάπη, έκανα τον εαυτό μου έναν άνθρωπο-τορπίλα. Διέσχισα με μεγάλη ταχύτητα το νερό, λίγο κάτω απ' την επιφάνεια, για να τορπιλίσω το θωρηκτό του εχθρού, το τορπίλισα, κι έγινα χίλια κομμάτια. Το θωρηκτό το επισκεύασαν, και σχίζει πάντα περήφανα κι απειλητικά τις θάλασσες. Μ' ας μιλήσω για κείνη την πρώτη ερωτική εικόνα.

   Ήταν χειμώνας. Πρωί. Έξω θα χιόνιζε. Η μητέρα μου σηκώθηκε απ' το κρεβάτι, και, πριν πάει στην κουζίνα να ψήσει καφέ και να βράσει το γάλα, ήρθε στην κούνια μου - ήμουνα δυο χρονώ - με σήκωσε στα χέρια της, και πήγε και με πέταξε στον πατέρα μου, που χουχούλιαζε ακόμα τεμπέλικα κάτω απ' το ζεστό πάπλωμα. - "Πάρ' το χαριτόβρυτο το γιο σου να τον κάνεις σαν τα μούτρα σου..."Ο πατέρας μου δεν της απάντησε - δεν την έπαιρνε ποτέ στα σοβαρά. Με πήρε και με κάθισε στο στήθος του καβάλα, κρατώντας με με τις δυο πελώριες παλάμες του για να μην πέσω, με χόρεψε λιγάκι, ύστερ' ανασηκώθηκε στα μαξιλάρια, με ξάπλωσ' ανάσκελα, κι άρχισε να μου παίζει το "Πάει λαγός να πιει νερό, στου Κωστάκη το λαιμό...", κι όταν τα δάχτυλά του - τα πόδια του λαγού - έφταναν στο λαιμό μου, με γαργαλούσε, κι εγώ λυνόμουνα στα γέλια. Πολλές φορές μάλιστα - ναι, η σκηνή αυτή πρέπει νάλαβε χώρα πολλές φορές - ξεκαρδιζόμουνα στα γέλια πριν τα πόδια του λαγού φτάσουν στο λαιμό μου, στ' άκουσμα και μόνο της λέξης λαγός, όπως τα σκυλιά του Παυλώφ.

   Μα την ημέρα εκείνη, ίσως επειδή χιόνιζε, κι η μάνα μου δεν είχε ανάψει ακόμα τη σόμπα, κι έκανε φοβερό κρύο, ύστερα από κάνα-δυο γαργαλητά, μ' έχωσε κάτω απ' το ζεστό πάπλωμα, κι εγώ γυρίζοντας μπρούμυτα, σαν τα γατάκια που αρνούνται να ξαπλώσουν ανάσκελα σαν άνθρωποι, έφερα μια στροφή περί τον άξονά μου, και, ωθούμενος από μια μυστηριώδη, ακατανίκητη έλξη, χώθηκα ολόκληρος, με το κεφάλι, κάτω από το πάπλωμα, και, μπουσουλώντας, στα τυφλά, τράβηξα ίσα για την εστία θερμότητος, τα σκέλια του, και πριν προλάβει να με τραβήξει έξω γελώντας απ' το γαργάλημά μου και την αμηχανία του, και να μου δώσει μια χαϊδευτική ξυλιά στον ολόγυμνο πισινό, πρόλαβα κι έπαιξα λίγο με τ' αχαμνά του, όπως έπαιζα με την κουδουνίστρα μου.

   Παρά την επίπληξη, ήμουνα έτοιμος να επαναλάβω το γλυκό παιχνίδι, μα εκείνη τη στιγμή ήρθ' η μάνα μου απ' την κουζίνα κουβαλώντας έναν κουβά ανθρακίτη και μερικά κομμάτια δαδί, τον άφησε πλάι στη σόμπα, ήρθε στο κρεβάτι, μ' απόσπασ' απ' τα χέρια του, και τούπε: "Άσε σε παρακαλώ τα σαλιαρίσματα με το γιο σου, και σήκω ν' ανάψεις τη σόμπα, μην τα περιμένεις όλα από μένα...", και μ' έριξε στην κούνια μου.

   Ο πατέρας μου σηκώθηκε τότε, φτιάχνοντας τα μακρυά του σώβρακα, ήρθε από πάνω μου, με γαργάλησε ακόμα σα να μουλεγε πως δεν έφταιγι' εκείνος για τη διακοπή του ερωτικού μας παιχνιδιού, πως ο χωρισμός μας ήταν προσωρινός, πως θα με ξανάπαιρνε μαζί του στο κρεβάτι μόλις μαλάκωνε την καρδιά της στρίγγλας, και - δε θυμάμαι τίποτ' άλλο, εδώ σβήνει η εικόνα.

   Αλίμονο, λίγο αργότερα, ο χωρισμός μας έγινε παντοτινός. Όταν πήραν το διαζύγιο, και δόθηκε η κηδεμονία των παιδιών στη μάνα μου, έχασα για πάντα τον πρώτο μου εραστή. Κι η απώλειά του πριν επέλθει ο κόρος τον εξιδανίκευσε στα μάτια μου. Έτσι  που η σύντομη, για μια βδομάδα μόνον, επανάληψη των σχέσεών μας, όταν τον ξανάδα ύστερ' από δεκαπέντε ολόκληρα λίγο πριν πεθάνει, με τη συνεπακόλουθη απογοήτευση που φέρνει στις ρομαντικές φύσεις η επαφή με την ωμή πραγματικότητα, δε στάθηκε ικανή να με κάνει να μεταβάλω τάσεις. Ήταν πια πολύ αργά.

   Όχι πως ξανάδα τον πατέρα μου σαν εραστή - θεός φυλάξοι. Μα στα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει, τον είχ' αναζητήσει, και βρει, σ' άλλους άντρες. Και το μόνο πούνιωσα όταν τον ξανάδα γέρο κι άρρωστο, δεν ήταν υιική στοργή, μα οίκτος κι απελπισία στη σκέψη πως κι όλοι οι άλλοι, και φυσικά κι εγώ ο ίδιος, θα καταντούσαμε μια μέρα γέροι κι ανεπιθύμητοι όπως εκείνος.


Philippe Jaroussky records Gluck: che faro' senza Euridice


Δεν υπάρχουν σχόλια: