Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2020

"Περί έρωτος" - Σε τέσσερις εικόνες έγραψε η Άλκη Ζέη για το αφιέρωμα «Για τον έρωτα» του περιοδικού «Η Λέξη» (τ. 149-150, Γενάρης-Απρίλης 1999)

.............................................................







                 Άλκη Ζέη (1923 - 2020)


·       ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΣ

        Σε τέσσερις εικόνες

έγραψε η Άλκη Ζέη για το αφιέρωμα «Για τον έρωτα»

του περιοδικού «Η Λέξη» (τ. 149-150, Γενάρης-Απρίλης

1999)

   Εικόνα πρώτη: Η εγγονή μου, που μόλις έκλεισε τα δώδεκα και ζει στις Βρυξέλλες, θέλει όταν βρίσκομαι εκεί να βλέπω μαζί της τις κασέτες που της αρέσουν. Έτσι στις διακοπές των Χριστουγέννων θρονιαστήκαμε κι οι δυο στον καναπέ να δούμε αγκαλιαστές μια γαλλική ταινία. Πριν όμως πατήσει το κουμπί του βίντεο την είδα να διστάζει, να αναψοκοκκινίζει σαν κάτι να ‘θελε να πει και δεν το αποφάσιζε. Τελικά το είπε: «Ξέρεις, υπάρχει μια σκηνή που καλύτερα να μην την δεις». Δεν παραξενεύτηκα γιατί φαντάστηκα πως θα ήτανε σκηνή βίας κι εκείνη ξέρει πολύ καλά πως θα αρνιόμουν να τη δω. Πάλι, όμως, δίσταζε, έψαχνε τα λόγια της και τελικά κατάφερε να μου πει πως κάποια στιγμή ένα ζευγάρι αναπαράγεται – έτσι ακριβώς το διατύπωσε – κι όπως νομίζει πως εγώ έχω καιρό να εξασκηθώ σ’ αυτό, θα ήτανε καλύτερα να μην το δω. Κράτησα με κόπο τη σοβαρότητά μου. Αρχίσαμε να βλέπουμε την ταινία κι όταν πλησίαζε η επιλήψιμη στιγμή μού έγνεψε να βγω από το δωμάτιο. Βγήκα και περίμενα έξω από την πόρτα ώσπου να με ξαναφωνάξει.

   Βέβαια όταν πήγε σχολείο, έβαλα την κασέτα να δω τι μου απαγορευότανε, όχι γιατί ήμουν ανήλικη αλλά πολύ ενήλικη. Ένα νεαρό ζευγάρι φιλιότανε με πάθος και μια στιγμή εκείνος της έπιασε το στήθος πάνω από το πουλόβερ!

   «…Νομίζω πως έχεις πολύ καιρό να εξασκηθείς…». Τι να πω λοιπόν περί έρωτος;

   Εικόνα δεύτερη: Περπατώ στην οδό Δ. Σούτσου μέρα μεσημέρι. Κίνηση στο δρόμο κι αυτοκίνητα παρκαρισμένα δεξιά κι αριστερά που ακουμπάνε στα στενά πεζοδρόμια, έτσι που οι πεζοί μόλις χωράμε να βαδίσουμε ο ένας πίσω από τον άλλο. Μπροστά μου προχωρεί μια κοπελίτσα με το κινητό κολλημένο στ’ αυτί. Μιλάει με κλαμένη φωνή: «Μα γιατί το λες… εγώ δεν είπα τίποτα στο Λουκά… όχι, άσε με να σου εξηγήσω… δεν μπορεί να μη με πιστεύεις…»

   Μια μοτοσυκλέτα για να προσπεράσει τ’ αυτοκίνητα σκαρφαλώνει στο πεζοδρόμιο, κάνω στην άκρη και σπρώχνω την κοπελίτσα στον τοίχο. Ούτε παραξενεύτηκε ούτε γύρισε να κοιτάξει, μόνο συνέχιζε με πιο κλαμένη ακόμα φωνή: «…Γιατί επιμένεις;… άσε να σου εξηγήσω από κοντά… δεν μπορώ, θα μου σωθεί η μπαταρία… μην κλείσεις σ’ αγ…»

   «…Γαμώτο…» την ακούω να λέει. Γυρίζω και την κοιτάζω. Με το ένα χέρι σκουπίζει τη μύτη της και με τ’ άλλο χώνει το άχρηστο πια κινητό στην τσάντα της.

   Εικόνα τρίτη: Τον Φεβρουάριο βρισκόμουνα στη Γερμανία, ας μην αναφέρω την πόλη, καλεσμένη από έναν πολιτιστικό σύλλογο. Η εκδήλωση έγινε μέσα σ’ ένα πολύ ωραίο καφενείο – συνηθίζεται σε πολλές πόλεις της Γερμανίας. Παρουσίαζαν το βιβλίο μου «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα». Όταν ήρθε η ώρα να γίνουν ερωτήσεις από το κοινό, σηκώθηκε μια κοπέλα μικροκαμωμένη σαν μινιατούρα, μ’ ένα παιδικό καπελάκι, πολύ γλυκιά, πολύ νόστιμη, που με ρωτούσε σχετικά με τον έρωτα της ηρωίδας μου. Γύρευε να μάθει λεπτομέρειες: πώς ερωτευόμασταν εκείνη τη μακρινή γι’ αυτήν εποχή. Σπουδαία συγγραφέας εγώ που κατάφερα να συγκινήσω μια σημερινή νέα γυναίκα με τον τρόπο που γράφω για τον έρωτα. Με παραξένεψε όμως πως από ολόκληρο το βιβλίο που συμβαίνουν τόσα και τόσα δεν ρωτούσε τίποτ’ άλλο παρά ξανά και ξανά για τον έρωτα. «Πώς ερωτευόσασταν εκείνη την εποχή;…»

   Όταν μετά την εκδήλωση πήγαμε μια παρέα σ’ ένα εστιατόριο, ρώτησα ποια είναι αυτή η γυναίκα και μου διηγήθηκαν την ιστορία της. Παιδί δεύτερης γενιάς μεταναστών, πήγε από το Αμβούργο που έμενε με τους γονείς της να σπουδάσει σε μια μικρή πόλη. Πολύ κρύο, πολλή πλήξη, μα με σπουδαίο Πανεπιστήμιο. Αν κατάλαβα καλά, σπούδασε ιατρική μα και πληροφορική. Στο δεύτερο χρόνο των σπουδών της ερωτεύτηκε έναν συμμαθητή της Γερμανό που την αγάπησε κι αυτός. Όταν τελείωσαν τις σπουδές παντρεύτηκαν και βρήκανε δουλειά σ’ αυτή την πόλη. Τι τους ένοιαζε αν είχε οχτώ μήνες το χρόνο χιόνι κι αν ήτανε πληχτική και παγωμένη; Ήταν ζεστή και παντοτινή η αγάπη τους. Αγόρασαν ένα όμορφο σπιτάκι και ζούσανε δεκατρία χρόνια μαζί τρισευτυχισμένοι. Δεν έκαναν παιδιά. Είχαν όμως τους υπολογιστές τους και όταν κατέφτασε το Ιντερνέτ η ευτυχία τους ολοκληρώθηκε. Είναι τόσο μεθυστικό να ψάχνεις και να πληροφορείσαι τι γίνεται σ’ όλο τον κόσμο, ενώ εσύ μένεις σε μια μικρή γωνιά της γης. Τον τελευταίο καιρό όμως ο άντρας της το παράκανε. «Πήγαινε να κοιμηθείς και θα έρθω κι εγώ σε λίγο». Τον περίμενε, τον περίμενε, ώσπου την έπαιρνε ο ύπνος. Δεν περίσσευε χρόνος να κάνουν έρωτα.

   -Μήπως το παρακάναμε με το Ιντερνέτ κι αφήνουμε να περνάει η ζωή μας;
   Εκείνος την κοίταζε ταραγμένος.    
   -Είμαι ερωτευμένος.
   Η κοπέλα πίστεψε πως αστειεύεται, μα τον είδε να επιμένει.
   -Αλήθεια σου λέω, είμαι πολύ ερωτευμένος και δεν τολμούσα να σου το πω.
   - Με ποια; άρχισε τώρα κάπως να ανησυχεί.
   - Με μια Πολωνέζα.
   Η καρδιά της πήγε στη θέση της. Σίγουρα αστειευότανε, στη δουλειά δεν υπήρχε καμιά Πολωνέζα και μόλις γύριζαν σπίτι έπεφταν στους υπολογιστές τους.
   Εκείνος έμενε σιωπηλός.
   -Με μια Πολωνέζα, της ξανάπε τέλος, σα να ‘θελε να την πείσει.
   - Μήπως τη γνώρισες εκείνες τις δυο μέρες που σε έστειλαν από τη δουλειά στο Βερολίνο;
   - Δε γνωρίζεις σε δυο μέρες έτσι που να τον ερωτευτείς τόσο. Κι εγώ την ξέρω εδώ και καιρό.
   - Μα πού τη γνώρισες λοιπόν;
   - Στο Ιντερνέτ.
   - Στο Ιντερνέτ!
   - Από το φθινόπωρο. Κι είμαστε κι οι δυο πολύ ερωτευμένοι.

   Χωρίσανε. Εκείνος πήρε από το σπίτι μόνο τον υπολογιστή του και πήγε να μείνει σε άλλη πόλη. Θα ζούσε μόνος κι όποτε μπορούσαν θα αντάμωναν με την Πολωνέζα, τον υπόλοιπο καιρό θα μιλούσαν με τα Ιντερνέτ τους.

   Η κοπέλα έμεινε στην παγωμένη πληχτική πόλη ολομόναχη με τον υπολογιστή και τον εκτυπωτή της κι ίσως να ψάχνει να βρει στο Ιντερνέτ μια συντροφιά.

   «…Πώς ερωτευόσασταν κείνα τα χρόνια…»

Εικόνα τέταρτη – ξεθωριασμένη: Ήμουνα δεκαπέντε χρονών. Ο μεγάλος μου ξάδερφος, που με περνούσε οχτώ χρόνια, είχε ένα φίλο. Ήτανε ψηλός με γκρίζα μάτια. Μόλις είχαν τελειώσει κι οι δυο τους τη Φιλοσοφική σχολή. Πολύ σπουδαίο να είσαι αδύνατη, κοντή να μοιάζεις δώδεκα και να σου δίνουν σημασία. Κι ο φίλος του ξαδέρφου μου μού έδινε και πολλή μάλιστα. Δεν βλεπόμασταν βέβαια συχνά ούτε μόνοι μας. Έγινε ο πόλεμος και πριν φύγει για το μέτωπο πήγα να τον αποχαιρετήσω. Έσκυψε και με φίλησε στο μάγουλο, πολύ κοντά στα χείλη. «Να μου γράφεις, έχει σημασία για μένα». Του έστελνα μέρα παραμέρα δελτάρια γραμμένα με πολύ χιούμορ – για να ξεχνάει τα βάσανα του πολέμου – και με πολλές ανορθογραφίες. Μού έστελνε κι εκείνος, πιο σπάνια, χωρίς βέβαια ορθογραφικά λάθη, με περιγραφές από τη φύση και με καμιά φιλοσοφία πού και πού, ακαταλαβίστικη για μένα. Μόνο μια φορά ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά, όταν έγραψε πως σ’ ένα ολόγυμνο βουνό συνάντησε ένα μικρό δεντράκι που του θύμισε εμένα. Δεν τολμούσα να του γράψω πως τον είχα ερωτευτεί, μα έλεγα μόνο πως τον περίμενα ανυπόμονα. Άρχισα να του πλέκω κάλτσες. Δεν υπάρχει τίποτα το πιο δύσκολο από το να πλέκεις κάλτσα με πέντε βελόνες. Τρυπούσα τα δάχτυλά μου, μπέρδευα τις βελόνες, μα τον συλλογιόμουνα όλη την ώρα που έπλεκα: «Σου πλέκω κάλτσες». «Ανυπομονώ να τις λάβω, θα μου ζεστάνουν τα πόδια και την καρδιά». Ο πόλεμος όμως τέλειωσε γρήγορα κι εγώ δεν πρόλαβα ούτε στη μία κάλτσα να κλείσω τους πόντους. Έμαθα από τον ξάδερφό μου πως γύρισαν μαζί από το μέτωπο και πως εκείνος ζήτησε να με δει. Μού έδωσε ραντεβού μπροστά στο Μουσείο. Πήγα λίγο πιο νωρίς και κοίταζα πέρα τον δρόμο να τον δω να φτάνει.

   Ερχότανε κάποιος από μακριά, μα δεν μπορούσε να ήτανε αυτός γιατί ήτανε κοντός. Κι όμως, όσο πλησίαζε μού χαμογελούσε. Ήτανε εκείνος! Στάθηκε δίπλα μου. Είχαμε το ίδιο μπόι! Ο πόλεμος τον είχε κοντύνει, καθώς και το παλτό μου. Το φόρεμά μου που είχε στρίφωμα και το κατέβασα, περίσσευε απελπιστικά μια πιθαμή κάτω από το παλτό. Μού έσφιξε τα χέρια και με τράβηξε κοντά του. Οι μύτες μας στην ίδια γραμμή. Αρχίσαμε να περπατάμε δίπλα - δίπλα. Κοίταζα γύρω να μην με δει καμιά συμμαθήτριά μου μ’ έναν κοντό. Τα δελτάριά μου, μου λέει , τον διασκέδαζαν. «Μα βρε παιδάκι μου, κάνεις πολλά λάθη». Σιωπή εγώ. Μήπως τον περνώ λίγο στο μπόι; Μου λέει πως ψήλωσα πολύ, πάρα πολύ. Πρόσεξε φαίνεται το παλτό μου.  Δεν πήγαμε μακριά. Έπρεπε να φύγω γιατί είχα πρόβα στο κουκλοθέατρο, θα παίζαμε την άλλη μέρα σ’ ένα νοσοκομείο, στους τραυματίες. Το βρήκε πολύ σπουδαίο αυτό. «Θα βρεθούμε άλλη φορά», λέει. «Άλλη φορά», λέω.

   Τον έβλεπα με την κόγχη του ματιού που ξεμάκραινε. Εκείνος ούτε γύρισε να με κοιτάξει. Ίσως συλλογιότανε πως δεν θα μπορούσε πως δεν θα μπορούσε να περπατάει δίπλα σε μια …ψηλή.

   Άρχισα να βαδίζω γρήγορα, τρέχοντα σχεδόν, κι ώσπου να φτάσω στη Μαρασλή που ήταν το κουκλοθέατρο ένιωθα τον έρωτα να φεύγει σιγά – σιγά και μόλις έπιασα την κούκλα μου είχε εξαφανιστεί εντελώς.

   Έκανα πολύ καιρό να τον ξαναδώ. Μα όταν τον συνάντησα τυχαία σ’ ένα σπίτι δεν είχα πια πρόβλημα. Είχα γνωρίσει τον Σεβαστίκογλου, που ήταν ένα και ογδοντατέσσερα.


   Τι άλλο λοιπόν να πω περί έρωτος; Αφού μου το απαγορεύει η εγγονή μου… που έχω τόσο καιρό να εξασκηθώ…



Δεν υπάρχουν σχόλια: