Σάββατο, 29 Φεβρουαρίου 2020

«Μια νύχτα με την Κατερίνα» του Κωστή Γκιμοσούλη («Για τον έρωτα/αφιέρωμα» - περιοδικό «Η Λέξη», τ. 149-150, Γενάρης-Απρίλης 1999)

..............................................................








Κωστής Γκιμοσούλης
(γ. 1960)










·       «Μια νύχτα με την Κατερίνα»

του Κωστή Γκιμοσούλη («Για τον έρωτα/αφιέρωμα» - 

περιοδικό «Η Λέξη», τ. 149-150, Γενάρης-Απρίλης 1999)


   Πρωτοσυνάντησα την Κατερίνα ένα απόγευμα στο Ρίο της Πάτρας. Δούλευε σε μια καντίνα απέναντι από την αποβάθρα των φέρρυ μπωτ. Ευκαιριακή δουλειά, όπως όλες οι δουλειές που είχε πιάσει από τότε που έφυγε οριστικά από την οικογένεια και το χωριό της. Ένα χωριό της ορεινής Ηλείας.
   Περασμένα μεσάνυχτα, ήμουν ακόμα εκεί και την περίμενα. Τα μάτια της μου είχαν πει να περιμένω. Το Ρίο ήταν έρημο και σκοτεινό. Μόνο κάτι σκυλιά και φορτηγά. Καθόμουν έξω στο σκοτάδι και την κοιτούσα πίσω από την τζαμαρία. Μού θύμιζε λίγο την Ζυλιέτ Μπινός στην Μπλε ταινία. Είχε λευκό δέρμα. Μελανί ολόισια μαλλιά. Μάτια διεισδυτικά, εκφραστικά. Μια ευγένεια στον τρόπο που σέρβιρε, στον τρόπο που μιλούσε.
   Ο τελευταίος της πελάτης ήταν ένας μεθυσμένος νταλικέρης. Το πρόσωπό της, όμως, έβγαζε μια αθωότητα που μπορούσε να καταπραΰνει και το πιο απεγνωσμένο αρσενικό.
   Ένα φέρρυ μπωτ έφευγε για το Αντίρριο και το πήραμε. Έτσι, για βόλτα. Και για τη θάλασσα. Στο κατάστρωμα φυσούσε δυνατά. Έδεσε ένα μαντήλι γύρω απ’ τα μαλλιά και κρύφτηκε στην αγκαλιά μου.
   Γυρίσαμε με το επόμενο, χαράματα.
   Στην Πάτρα έσβηναν τα φώτα. Έκλειναν τα μπαρ. Έτρεχαν να κρυφτούν οι τελευταίες νυχτόβιες ψυχές. Ένα πλοίο από την Ιταλία έμπαινε σκοτεινό και τεράστιο στο άδειο λιμάνι.
   Με πήρε στο σπίτι της που ήταν πίσω από τις γραμμές του τραίνου. Μικρό σπίτι σαν φοιτητικό. Με μπαλκόνι στον ακάλυπτο μιας πολυκατοικίας, από εκείνες τις τεράστιες που άντεξαν στο μεγάλο σεισμό της Πάτρας. Πέσαμε στο κρεβάτι της ενώ πίσω από τα ρολά ανέβαινε το πρώτο φως. Δεν μιλήσαμε καθόλου. Πριν κοιμηθούμε σηκώθηκε και έκλεισε τις γρίλιες εντελώς.
   Ξυπνήσαμε αργά το μεσημέρι. Όταν άνοιξα τα μάτια μου δεν καταλάβαινα πού βρισκόμουν. Ένιωθα εξαντλημένος αλλά ταυτόχρονα πρωτόγνωρα ζωντανός. Έφτιαξε καφέ και κάτσαμε στο τραπέζι της κουζίνας. Την κοιτούσα κι άκουγα απ’ τον φωταγωγό τους «κανονικούς» ανθρώπους να ζουν και να πεθαίνουν. Μυρωδιές φαγητών, φωνές τηλεοράσεων, μωρά να κλαίνε. Καπνίζαμε και μιλούσαμε. Εκείνη μιλούσε πιο πολύ. Η φωνή της εξαφάνιζε γύρω μου τα πάντα. Με υπνώτιζε. Έμπαινε μέσα μου και μου έκανε μασάζ στα σπλάχνα. Ξαφνικά βρεθήκαμε πάλι στο κρεβάτι.
   Μου μάθαινε εκεί για ώρες πώς το μαύρο γίνεται κόκκινο. Ότι ο έρωτας είναι η μοναδική αφορμή.

   Τίποτα δεν κατάλαβα όπως αποδείχτηκε. Πήρα την ιστορία και γύρισα σπίτι μου στην Αθήνα μικρόψυχος, όπως ένας ντετέκτιβ. Την ξετύλιξα πάνω στο τραπέζι και επιχείρησα να την στήσω μπροστά μου το ίδιο ζωντανή. Στάθηκε αδύνατο, βέβαια. Όσο την πλησίαζα γράφοντας, τόσο αυτή απομακρυνόταν. Κι όταν μετά από μήνες έβαλα τελεία και παρέδωσα το κείμενο στο τυπογραφείο, την έχασα μέσα από τα χέρια μου οριστικά.
   Ό,τι κι αν έκλεψα από την Κατερίνα με εκδικήθηκε. Ό,τι επικαλέστηκα μέσα σ’ αυτό το βιβλίο το βρήκα αληθινά μπροστά μου. Το έπαθα. Και τον έρωτα και τον θάνατο. Και το παρανοϊκό σπρώξιμο της ζωής.
   Το πάθημά μου όμως με έμαθε να πιστεύω. Και όταν πιστεύω να μάχομαι γι’ αυτό. Ειδικά όταν η πίστη σε κάτι που επιμένει να πηγαίνει και να έρχεται από μακριά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: