Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019

[Το πένθος και ο "θόρυβος"] έγραψε ο Δημήτρης Γιατζόγλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 14.10.2019)

..............................................................

Το πένθος και ο "θόρυβος"


έγραψε ο Δημήτρης Γιατζόγλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 14.10.2019)

«Να τελειώνουμε με το πένθος! Να αποτρέψουμε την καθήλωση στην αδράνεια της παρατεταμένης μελαγχολίας. Να προχωρήσουμε!». Μ’ αυτό το ιδεολογικό «παράγγελμα» ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να υλοποιήσει τη διαδικασία του «μετασχηματισμού» του, για την κατεπείγουσα αναγκαιότητα του οποίου επιστρατεύεται το υποβλητικό φροϊδικό σχήμα.
Βεβαίως, η έξοδος από την κατάσταση του πένθους, ατομικού ή συλλογικού, δεν πραγματοποιείται με παραγγέλματα∙ απαιτεί την επίπονη αναμέτρηση με την απώλεια και όχι την απώθησή της. Και βεβαίως οι παλινδρομήσεις μεταξύ των πεδίων της πολιτικής και της ψυχανάλυσης είναι ερμηνευτικά ριψοκίνδυνες. Αλλά ακόμα κι αν τα παραβλέψουμε αυτά, η εφαρμογή του ψυχαναλυτικού δανείου, στη συγκεκριμένη περίοδο και για τις συγκεκριμένες διεργασίες στον ΣΥΡΙΖΑ, είναι μάλλον αυθαίρετη. Οι αντιστοιχήσεις με την πραγματικότητα είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτες∙ τουλάχιστον για όσους τη βιώνουν εκτός των κομματικών ορίων.
Το «συλλογικό πένθος» του ΣΥΡΙΖΑ δεν έγινε αντιληπτό από τους «εκτός». Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μίλησε για την ήττα (δηλαδή για την απώλεια) και δεν συνομίλησε γι’ αυτήν με τον κόσμο της Αριστεράς. Δεν προσδιόρισε το τι ήταν αυτό που ηττήθηκε – ποιες ιδέες, ποιες επιλογές∙ αν η ήττα αφορούσε την απώλεια της κυβερνητικής εξουσίας ή κάτι περισσότερο. Αλλά ξέρουμε καλά ότι χωρίς την επίγνωση του αντικειμένου της απώλειας δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί και να ολοκληρωθεί η διαδικασία του πένθους.
Επί της ουσίας: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πέρασε από μια διαδικασία πολιτικού πένθους∙ δηλαδή από μια συλλογική διαδικασία στοχαστικής αποτίμησης της πορείας του από το 2012 και μετά. Το κενό δεν θα μπορούσε να αναπληρωθεί με τις όποιες ατομικές «αφηγήσεις» στελεχών και μελών του∙ πολύ περισσότερο καθώς ως σημείο προσανατολισμού και συνάντησης αυτών των παρεμβάσεων επιβλήθηκε εξ αρχής η γιορτή για «το νέο που πρέπει να γεννηθεί».
Πράγματι, αυτό που επιλέχθηκε και δρομολογήθηκε από το βράδυ κιόλας των εκλογών του Ιουλίου ήταν ο μετασχηματισμός του σε νέο κόμμα∙ η κλασική συνταγή της «φυγής προς τα εμπρός». Και το «ναι μεν αλλά» του εκλογικού αποτελέσματος λειτούργησε σαν αμορτισέρ απόσβεσης αντιρρήσεων και κραδασμών. Το γιατί και το πώς του νέου κόμματος ανιχνεύονται με απολύτως εμπειρικό τρόπο και αποσυνδεδεμένα από την ιστορική διαδρομή του «παλιού» πολιτικού υποκειμένου. Η συζήτηση γι’ αυτή τη διαδρομή αποθαρρύνθηκε και παρακάμφθηκε ως επουσιώδης ή επιζήμια – η αιτιολόγηση παραμένει αμήχανη. Μόνο που οι εμπειρίες της Αριστεράς από τέτοιες «παρακάμψεις» είναι αρνητικές. Αργά ή γρήγορα, τα ζητήματα επανέρχονται και η αναδρομική αντιπαράθεση ως προς αυτά δεν παράγει απλώς «θόρυβο» αλλά κρότο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ βαδίζει λοιπόν προς το συνέδριο της ανασυγκρότησης και του μετασχηματισμού του, χωρίς να συμπεριλάβει στην προσυνεδριακή ύλη του διαλόγου τον πολιτικό απολογισμό της συνολικής του πορείας. Πρόκειται για μια λανθασμένη επιλογή, στηριγμένη σε μια μη πειστική επιχειρηματολογία∙ διατυπωμένη μάλιστα όχι σε μια απόφαση των καθοδηγητικών του οργάνων αλλά σε ατομικές παρεμβάσεις κορυφαίων στελεχών του.
Η επιλογή οδηγεί αναπόφευκτα σε αυτό που υποτίθεται ότι θέλει να αποφύγει: Οι εκτιμήσεις για την ήττα οδηγούν είτε σε μια ασύντακτη λαθολογία των επιμέρους όψεων, είτε στον εξωραϊσμό των πεπραγμένων και στην παραδοχή μιας αναπόφευκτης ήττας εξαιτίας των «δυσμενών συσχετισμών» οι οποίοι υποτιμήθηκαν. Δεν είναι τυχαία η ευκολία με την οποία υιοθετήθηκε σιωπηρά ως ερμηνευτικό σχήμα η περιοδολόγηση της πορείας σε δύο περίπου ασύμβατες φάσεις: Εκείνην της «ανωριμότητας» ενός ριζοσπαστικού βολονταρισμού και εκείνη της ρεαλιστικής «ωριμότητας» στην περίοδο της διακυβέρνησης. Και μπορεί αυτό να συνιστά ένα βασικό σημείο σύγκλισης με τους συμμάχους, δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτό χωρίς μία αναλυτική συζήτηση.
O διάλογος επί του απολογισμού, συντεταγμένος και δημόσιος, χωρίς δραματοποιήσεις και αποσιωπήσεις, πάνω σε ένα κείμενο βάσης της ηγεσίας που θα προσανατολίζει στα ουσιώδη, δεν είναι ένα παλαιοκομμουνιστικό φετίχ. Είναι μια βαθιά πολιτική διαδικασία∙ περισσότερο γόνιμη από τη, συνήθως αόριστη, συζήτηση περί του μέλλοντος. Είναι αυτή που επιβεβαιώνει την ιστορικότητα του πολιτικού υποκειμένου∙ που εμπλέκει τον κόσμο της Αριστεράς και την κοινωνία σε μια διαδικασία αυτογνωσίας∙ που μπορεί να φωτίσει συγκεκριμένα πολιτικά και προγραμματικά ερωτήματα, τα οποία προέκυψαν στη διάρκεια του πολιτικού αγώνα. Είναι τελικά ένας δρόμος για να αποφύγουμε την αναπαραγωγή του «πένθους», δηλαδή την καθήλωση στη μελαγχολική νοσταλγία της ουτοπίας.
Ο διάλογος αυτός έχει τη δική του εγκυρότητα. Διαφορετικής τάξης από την εγκυρότητα των ιστορικών και των πολιτικών επιστημόνων που θα αξιολογήσουν, στο μέλλον και από απόσταση, ένα αυθεντικό ιστορικό εγχείρημα. Είναι η εν θερμώ εγκυρότητα του πάθους των ανθρώπων που συμμετείχαν σ’ αυτό και επιζητούν απαντήσεις στα ερωτήματά τους, που θέλουν να ανανεώσουν τη στράτευσή τους, εκλογικεύοντας την αίσθηση της ήττας. Είναι η εγκυρότητα που θα συμπεριληφθεί στην αξιολόγηση των μελλοντικών μελετητών, μαζί και συγκριτικά με την επιλογή της «παράκαμψης».
Η απολογιστική διαδικασία αποτελεί οργανικό στοιχείο του σχεδίου για την όποια ανανέωση του εγχειρήματος ΣΥΡΙΖΑ. Χωρίς αυτήν, η εξαγγελθείσα ανανέωση κινδυνεύει να καταγραφεί ως ακόμα ένα «πατερναλιστικό διάβημα» αποκομμένο από το ιστορικό πλαίσιο και την κοινωνική διαθεσιμότητα. Ενας απολογισμός στον οποίο ο καθένας καταγράφει τον πόνο του, χωρίς έναν κεντρικό κορμό κοινών εκτιμήσεων, μπορεί να οδηγήσει σε μια πρακτική ανασυγκρότησης της λογικής τού «βλέποντας και κάνοντας».
Η ίδια η Πολιτική Διακήρυξη δεν θα καταφέρει να υπερβεί το όριο του αριστερού ακαδη- μαϊσμού και να καταστεί το Μανιφέστο μιας ενωτικής κοινωνικής και πολιτικής δράσης, αν δεν διαποτιστεί από μια κριτική συνείδηση για τα όσα έχουν προηγηθεί. Ξέρουμε, για παράδειγμα, ότι η συζήτηση για το αίτημα του Σοσιαλισμού, όπως αυτό σκιαγραφείται στη Διακήρυξη, δεν απαιτεί από εμάς την επεξεργασία ενός μοντέλου.
Ξέρουμε όμως ταυτόχρονα ότι το μεγάλο στρατηγικό κενό της Αριστεράς σε ολόκληρη την Ευρώπη και για πάρα πολλά χρόνια είναι η ανυπαρξία μιας στοιχειώδους σύνδεσης του αιτήματος με την πολιτική και τα προγράμματα επί της συγκυρίας∙ ξέρουμε ότι αυτό είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο πρόβλημα∙ αλλά ότι θα έπρεπε να εισαχθεί τουλάχιστον ως κριτήριο αποτίμησης της πολιτικής πρακτικής μας, ξεκινώντας από την περίοδο της διακυβέρνησης που έκλεισε, για να τροφοδοτήσει τη μελλοντική προσπάθεια επεξεργασίας ενός πολιτικού προγράμματος για μια μετακαπιταλιστική ιστορική φάση.
Ξέρουμε, τέλος, ότι στο κρίσιμο ζήτημα των πολιτικών συμμαχιών, η ριζοσπαστική Αριστερά βρίσκεται σήμερα στο μεταίχμιο ενός δύσκολου διλήμματος: Αν οι συμμαχίες θα πραγματοποιηθούν στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ταυτότητά του, ή θα προκριθεί ένας διαφορετικός δρόμος. Η συζήτηση και η αποτίμηση των όσων προηγήθηκαν είναι αναγκαία και χρήσιμη.
Απέναντι στη σημερινή σύνθετη κατάσταση, το επιχείρημα του «θορύβου» για την αποτροπή μιας εκτεταμένης συζήτησης που να ενοποιεί παρελθόν και μέλλον σε μια νέα πολιτική σύνθεση, είναι ένα συντηρητικό επιχείρημα. Αφαιρεί από το εγχείρημα μιας διευρυμένης ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς στον πολιτικό αγώνα εναντίον του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού χρήσιμες δυνάμεις, χαρακτηρίζοντάς τες ως «θορυβοποιούς». Και κυρίως στερεί από τον ΣΥΡΙΖΑ τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως παράδειγμα πολιτικού κόμματος που δεν φοβάται να κοινωνικοποιήσει τις εσωτερικές διεργασίες, τις αντιφάσεις, τις εμπειρίες και τα ερωτήματα, μέσα από τα οποία διεκδικεί τη στήριξη και τη συνέργεια των πολιτών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: