Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

"Ο Γκίντερ Γκρας και ο Εδουάρδο Γκαλεάνο" γράφει ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ ("Καθημερινή", 19/4/2015)

 ........................................................

 

Ο Γκίντερ Γκρας και ο Εδουάρδο Γκαλεάνο




Παντελής Μπουκάλας γράφει ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ
                                 ("Καθημερινή", 19/4/2015) 



Δεν αντέχουν όλοι οι λογοτέχνες, Ελληνες και ξένοι, τον χαρακτηρισμό του λόγιου, του διανοητή, του στοχαστή. Δεν είναι λίγοι ανάμεσά τους όσοι παράγουν ό,τι παράγουν δίχως πολλές πολλές σκέψεις και έγνοιες για τα φιλολογικά, περίπου σαν πρακτικοί ή εμπειροτέχνες, ή σαν ευνοημένοι των Μουσών. Βρίσκουν κάποια πηγή, σε μια καμπή του βίου τους, την εκμεταλλεύονται και χάρη σ’ αυτήν διατηρούν μέχρι τέλους μια σχετικώς αξιοπρεπή παρουσία, ή την εξαντλούν αργά ή γρήγορα κι ύστερα επαναλαμβάνουν κουραστικά τον κουρασμένο εαυτό τους. Δίχως σκοτούρες για την προϊστορία της τέχνης τους και για τους μάστορές της ή, αυτό είναι το κρίσιμο, δίχως αγωνία για τη διασύνδεσή της με τα εξωφιλολογικά, τα κοινωνικά και τα πολιτικά.

Δεν ανήκουν σ’ αυτήν τη χορεία ο Ουρουγουανός Εδουάρδο Γκαλεάνο και ο Γερμανός Γκίντερ Γκρας, δύο άνθρωποι των γραμμάτων και πολίτες του κόσμου που τους γράφτηκε να πεθάνουν την ίδια μέρα, Δευτέρα 13 Απριλίου. Και οι δυο τους, κάθε άλλο παρά αριστοκράτες της γραφής ή ελιτίστες αναχωρητές, δεν δίστασαν να «λερωθούν» εμπλεκόμενοι με λόγο ευθύ και αντικομφορμιστικό στα κοινά, της πατρίδας τους αλλά και της οικουμένης. Δεν δίστασαν να αξιοποιήσουν την ελευθερία που κατέκτησαν με το έργο τους για να προστατέψουν και να διευρύνουν την ελευθερία των πιο αδύναμων, των πολύ λιγότερο προβεβλημένων από τους ίδιους.

Το λογοτεχνικό έργο τους δεν χρωστάει τη σημασία του στη συνεπή εξωλογοτεχνική δράση τους. Το «Τενεκεδένιο ταμπούρλο», αίφνης, του Γερμανού (βλάσφημο, ανήθικο και πορνό το χαρακτήρισαν οι ενοχληθέντες πολιτικοί και εκκλησιαστικοί, που βιάζονταν να ξεμπερδέψουν με την ιστορία της ενοχής και της ευθύνης τους) ή η τριλογία «Μνήμη της φωτιάς» του Ουρουγουανού (όπου αδιαφορεί ρητά για την αντικειμενικότητα, μια και «όσοι ανάγουν την αντικειμενικότητα σε θρησκεία λένε ψέματα. Σιγά να μη θέλουν να είναι αντικειμενικοί· αντικείμενα θέλουν να είναι, να μην τους γίνεται φόρτωμα ο ανθρώπινος πόνος») έχουν τη μεγάλη αυταξία τους. Δεν είναι ετερόφωτα. Δεν οφείλουν τη φήμη τους στις πολιτικές απόψεις και στην ιδεολογική στάση των συγγραφέων τους αλλά στην υψηλού επιπέδου διαχείριση των λέξεων, των εικόνων, των εννοιών. Αλλωστε, παρότι θιασώτες της λογοτεχνίας ως πολεμικής, δεν αδίκησαν το λογοτεχνικό τους διάβημα υποτάσσοντάς το στη λογική της προπαγανδιστικής μπροσούρας ή του πατερναλιστικού μανιφέστου. Δεν ήταν θεράποντες κάποιου σοσιαλιστικού ρεαλισμού νέου τύπου, κι ας μέμφεται τον «απλοϊκό» Γκαλεάνο ο συντηρητικότατος πλέον Μάριο Βάργκας Λιόσα.

Γκαλεάνο και Γκρας είχαν την τόλμη και την τιμιότητα να σκεφτούν και συναισθηματικά, με την καρδιά τους. Λέει κάτι όμορφο γι’ αυτό ο Γκαλεάνο στο «Βιβλίο των εναγκαλισμών», απ’ όπου και η περικοπή που αντέγραψα λίγο παραπάνω: «Για ποιο λόγο γράφει κανείς, αν όχι για να μαζέψει τα κομμάτια του; Αφότου μπαίνουμε στο σχολείο ή στην εκκλησία, η εκπαίδευση μας κατατεμαχίζει: μας διδάσκει το διαζύγιο ψυχής και σώματος, νου και καρδιάς. Μάλλον σοφοί δόκτορες Ηθικής είναι οι ψαράδες της κολομβιανής ακτής, που επινόησαν τη λέξη αισθησκεπτόμενοι για να ορίσουν τη γλώσσα που λέει την αλήθεια» (μετάφραση Μελίνα Παναγιωτίδου, εκδ. Κέδρος, 1989). Οι δύο συγγραφείς, ευτυχώς όχι οι μόνοι, αντί να ασχοληθούν με τα «υψηλά» και τα «ευγενή», αδιαφορώντας για ό,τι συμβαίνει στα χαμηλά των κοινωνιών και των εθνών, επέλεξαν να ταχθούν, να ταυτιστούν. Επέλεξαν, εντελώς παλιομοδίτικα, να υπηρετήσουν ορισμένες οικουμενικές αξίες που η παγκοσμιοποιημένη μεταμοντερνικότητα τις περιφρονεί. Είχαν αντιφάσεις; Απ’ την απολυτότητα, προτιμότερες αυτές.

Δεν ξέρω αν κάποια στιγμή Γκρας και Γκαλεάνο συνέπεσαν σε κάποιο συνέδριο, για τα ανθρώπινα δικαιώματα λ.χ. ή για τις νέες και τόσο παλιές μορφές της αποικιοκρατίας. Δεν ξέρω αν έστω γνώριζε ο ένας το έργο του άλλου σε ικανοποιητικό βάθος. Οπως και να ’χει, οι τροχιές τους δεν ολοκληρώθηκαν ασύμπτωτες. Διασταυρώθηκαν στο σημείο εκείνο όπου η καλλιτεχνική συνείδηση ωριμάζει σε στράτευση. Σε μια στράτευση που δεν στερεί την ελευθερία του λογοτέχνη αλλά πλουτίζει την ταυτότητά του με το τιμητικό γνώρισμα του παρεμβατικού διανοητή.

Και οι δύο συγγραφείς υπήρξαν φίλοι της Ελλάδας – αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος για να εκτιμήσουμε το έργο τους και να το αγαπήσουμε. Υπεράσπισαν το δικαίωμα των πολιτών της στην ελευθερία, όταν τσακίστηκε από τα τανκς της χούντας, αλλά και το δικαίωμά τους στην αξιοπρέπεια, όταν απειλήθηκε από την τρόικα και τις λοιπές μνημονιακές δυνάμεις. Πριν από τέσσερα χρόνια, όταν ο Γκαλεάνο βρέθηκε στην Ελλάδα, είχε δηλώσει, ερωτηθείς για την κρίση, ότι τώρα ακριβώς «είναι Ελληνας όσο ποτέ». Και σε συνέντευξή του στο «Βηmagazino» είχε πει απερίφραστα αυτό που πολλοί φοβόμαστε και να το σκεφτούμε. Οτι δηλαδή ο κόσμος κατευθύνεται δικτατορικά από «όλο και λιγότερο ορατούς» διεθνείς οργανισμούς (μα ναι, «ιδού ένας ακόμα συνωμοσιολόγος» θα αναφωνήσουν οι πεφωτισμένοι). Και συμπλήρωσε πως «η ελευθερία τού να υπακούς δεν είναι ελευθερία. Το έθνος που υπακούει δεν είναι πια έθνος: είναι η ηχώ ξένων φωνών, είναι η σκιά άλλων σωμάτων» (μα ναι, «ιδού ένας ακόμα εθνικιστής» θα πουν οι πεφυσιωμένοι διαφωτιστές).

Το ίδιο αιχμηρός, και πρώτα πρώτα για την ίδια την πατρίδα του, υπήρξε ο Γκίντερ Γκρας στο ποίημά του «Η ντροπή της Ευρώπης» πoυ δημοσιεύτηκε ταυτόχρονα στη Suddeutsche Zeitung και την «Καθημερινή» στις 26.5.2012 (σε μετάφραση της Πατρίτσιας Αδαμοπούλου). Μικρή γεύση: «Στο χάος κοντά, γιατί δεν συμμορφώθηκε στις αγορές· κι εσύ μακριά από τη χώρα που σου χάρισε το λίκνο. / Σαν οφειλέτης διαπομπευμένος και γυμνός υποφέρει μια χώρα· κι εσύ, αντί για το ευχαριστώ που της οφείλεις, προσφέρεις λόγια κενά».

Δεν μπορεί να μη γνώριζε ο εμπειρότατος Γκρας πως οι υπέρμαχοι της «καθαρής» λογοτεχνίας και της ακόμα πιο «καθαρής» πολιτικής θα έψεγαν το λυρισμό του και την αναπαραγωγή στερεοτύπων για την αρχαία Ελλάδα και τις οφειλές της Ευρώπης απέναντί της. Αλλά γνώριζε επίσης πως όσοι στην πατρίδα του μέμφονταν τη λογοτεχνία του με δήθεν φιλολογικά κριτήρια, ήταν οικειοθελώς δέσμιοι της πολιτικά χρωματισμένης οπτικής τους. Και αδιαφόρησε για τις ενστάσεις τους. Λογικά και δίκαια.


Δεν υπάρχουν σχόλια: