Κυριακή, 9 Αυγούστου 2020

Τρία τραγούδια των Χειμερινών Κολυμβητών: "Κάθε στιγμή η σκέψη μου", "Κάθε πρωί σ' αναζητώ" & "Ο ξένος"...

.............................................................




Τρία τραγούδια των Χειμερινών Κολυμβητών 


Κάθε στιγμή η σκέψη μου  


Moυσική - Στίχοι: Αργύρης Μπακιρτζής 
Ερμηνεία: Αργύρης Μπακιρτζής, Ισίδωρος Παπαδάμου, Κώστας Σιδέρης 
Οργανικό θέμα, ταξίμ: Ισίδωρος Παπαδάμου 
Δίσκος: Όχι λάθη, πάντα λάθη Lyra, 1997



Κάθε στιγμὴ ἡ σκέψη μου τρέχει κοντὰ σὲ σένα· 
τὸ ξέρω πιὰ χωρὶς ἐσὲ πὼς δὲν μπορῶ νὰ ζήσω. 

Τὰ βάσανα κι οἱ στεναγμοὶ σταματημὸ δὲν ἔχουν, 
τρεῖς μέρες ἔχω νὰ σὲ δῶ, τρεῖς μέρες ὑποφέρω. 

Ὅπως καὶ νά ῾ρθει ἡ τύχη μας, ὅ,τι κι ἂν ποῦνε, φῶς μου, 
σ᾿ αὐτὴν τὴν ἄδικη ζωὴ ἐγὼ θὰ σὲ λατρεύω.









Κάθε πρωί σ' αναζητώ

Κάθε πρωί σ’αναζητώ, ολημερίς σε ψάχνω 
Και κάθε ηλιοβασίλεμα ρωτώ για σένα πάντα 
Κι όλες τις νύχτες μου περνώ με αγωνία και πόνο 
Κι όμως ποτέ παράπονο δεν βγάζει η καρδιά μου. 

Κι όμως ποτέ παράπονο δεν βγάζει η καρδιά μου 
Γιατί είν’ ο πόνος μου γλυκός πού’χω για σένα φως μου 
Αγάπη μου είν’ αβάσταχτος του χωρισμού ο πόνος 
Σαν το κερί σιγά σιγά το πνεύμα μου θα σβήσει μες στη φλόγα 
Άλλη καμιά ποτέ μες στη ζωή το πνεύμα μου δε θ’αδράξει 
Κι ούτε ποτέ ζητώ να βρω παρηγοριά κι ανάσα σ’αγάπη άλλη!





Ο ξένος 
Στίχοι, Μουσική, Ἑρμηνεία: Ἀργύρης Μπακιρτζῆς


Παλιοζωὴ μᾶς ρήμαξες σ᾿ αὐτὴ τὴν κοινωνία 
καὶ τὸ φτωχὸ κορίτσι μου κανεὶς δὲν θὰ τὸ πάρει 
ὅσοι γνωρίζει τῆς πετᾶν: «πουτάνα μάνα ἔχεις» 
κι αὐτὴ στὸ κλάμα ρίχνεται καὶ γὼ τοὺς δρόμους παίρνω 
γιατὶ ἡ σκύλα ἡ μάνα της πῆγε στὴ Σαλονίκη 
κι ἀπ᾿ τὰ καπνὰ ποὺ δούλευε τὸ ρίξε στὸ γαμήσι 
πῆγε ἡ θυγατέρα μας νὰ τὴ φιλοξενήσει 
κι ὁ νταβατζὴς ὁ φίλος της ρίχτηκε στὸ κορίτσι 
Πῆγα καὶ ῾γὼ στὸ σπίτι της στοὺς Ἅγιους Ἀποστόλους 
μήπως καὶ μεταμεληθεῖ νὰ τὴν παρακαλέσω 
νὰ ξαναρθεῖ στὸ σπίτι μας στὴν ὄμορφή μας Ξάνθη 
νὰ δεῖ καὶ τὸ ἐγγονάκι μας τοῦ γιοῦ μας τοῦ ἀλανιάρη 
Χτυπῶ τὴν πόρτα καὶ πετριὲς ρίχνω στὸ παραθύρι 
καὶ βγαίνει ἕνα λεβάντης νιὸς με δίκοπο μαχαίρι 
τί ὀμορφιὰ ἦταν αὐτή, τί μυρωμένα χείλη, 
μάτια γλαρὰ μὲς στὸ χασίς, σὰν ἔρωτες τοῦ Ἀπρίλη. 
Τὸν ἀγαπάει σὰν τρελλὴ καὶ τοῦ τὰ στάζει ὅλα 
κι ἐνῶ ῾μὲ μὲ θέλει νὰ ρθεῖ, πίσω του τρέχει πάντα 
στὰ κέντρα καὶ στὰ καμπαρὲ στῆς νύχτας τὰ μεράκια 
ποὺ σβήνουν πόνους καὶ χαρὲς καὶ τῆς ζωῆς τὰ δάκρυα. 
Καὶ οἱ πολισμάνοι οἱ ἄτιμοι κι αὐτοὶ μαζί του εἶναι 
γιατὶ εἶμαι ξένος καὶ φτωχὸς κι αὐτὸς γραικὸς καὶ ἀφέντης 
γι᾿ αὐτὸ καὶ τ᾿ ἀποφάσισα, πάω στὴν Σαλονίκη 
πού ῾ν᾿ πόλη γκράντε καὶ τρανή, ῾κεῖ νὰ χαθοῦμε ὅλοι. 
Τὸ φίλο ποὺ ἀντάμωσα στοῦ παζαριοῦ τὸ χάνι 
νὰ τὸν εὑρῶ νὰ σμίξουμε γιὰ κάνα ποτηράκι 
νὰ φύγουν πίκρες καὶ καημοὶ τῆς ζήσης τὰ φαρμάκια 
μὲ τὸ γλυκὸ μπουζούκι του σὰν παίζει τραγουδάκια.



Δεν υπάρχουν σχόλια: