Παρασκευή 1 Ιουλίου 2022

Για την ταινία "Blow Up" (1966) του Michelangelo Antonioni - από τον φίλο στο facebook Giannis Smoilis (facebook, 29.6.2022)

 ...............................................................


Από αύριο (30.6.2022) στους θερινούς, σε επανέκδοση, ένα από τα διαχρονικά αριστουργήματα του Μικελάντζελο Αντονιόνι. Όσοι δεν το έχετε δει στη μεγάλη οθόνη, αδράξτε την ευκαιρία...

"Blow Up" (1966) του Michelangelo Antonioni (1912-2007)


Αλαζόνας φωτογράφος μόδας στο Λονδίνο της δεκαετίας του ’60, νομίζει ότι έπιασε -κατά λάθος- στον φακό του, σκηνές από έναν φόνο. Κι αυτή η γραμμή συνοψίζει, πάνω κάτω, την πλοκή του «Blow Up». Αν δεν κοιτάς προσεκτικά, αυτά θα νομίζεις κι εσύ ότι είδες: ένα art house murder mystery, που δεν ολοκληρώνεται ποτέ, ούτε προς τη μία κατεύθυνση ούτε προς την άλλη. Δεν υπάρχει πλοκή στο «Blow Up» (άρα και κανένα μυστήριο προς επίλυση) γιατί δεν υπάρχει πλοκή στην πραγματικότητα, στις ζωές μας, στην Ιστορία. Αυτό που μοιάζει με αφηγηματική δομή του κόσμου (του εσωτερικού, του εξωτερικού), είναι μια ψευδαίσθηση που την δημιουργεί η συνήθειά μας να κοιτάμε -αλλά να μην βλέπουμε.
Ατάκτως ερριμμένα μέσα στη συνείδησή μας, τα γεγονότα, τα θραύσματα της αντίληψης, όσο περισσότερο τα κοιτάζουμε, τόσο περισσότερο τείνουν να αποκτούν συνδέσεις μεταξύ τους, να κινούνται το ένα προς το άλλο, να διαπλέκονται, να παράγουν αιτιοκρατικές αλυσίδες, να οργανώνονται. Αρχίζουν να μιλούν ως «ιστορίες». Η ύπαρξή μας, γίνεται μια αφήγηση. Η πραγματικότητα μια άλλη αφήγηση, την οποία προσπαθούμε να καταλάβουμε. Τι μας λέει;
Το «Blow Up» είναι η μεγάλη αυτοαναφορική ταινία του Μικελάντζελο Αντονιόνι, ένα φιλμ για την ουσία της τέχνης του, που είναι η παραποίηση. Ο χαοτικός, άνευ λογικής κόσμος, γίνεται μέσα απ’ τον φακό του φωτογράφου, την κάμερα του κινηματογραφιστή, μια αφήγηση μεστή νοήματος. Ο σκηνοθέτης είναι ένας γλύπτης: η κάμερά του σμιλεύει τον άμορφο όγκο της πραγματικότητας και του δίνει ένα σχήμα, δημιουργεί το άγαλμα του νοήματος. Έτσι, παράγεται η ψευδαίσθηση μιας ιστορίας. Ό,τι βλέπουμε, πρέπει κάτι να εξιστορεί. Πάθη, εγκλήματα, ίντριγκες.
Χρειαζόμαστε συμβάντα και αφηγήσεις που να τα τοποθετούν σε εύτακτες νοηματικές δομές. Ξεκάθαρες ιστορίες, με αρχή μέση και τέλος, όπως στο σινεμά. Αρνούμαστε να αποδεχτούμε ότι την ύπαρξη τη διέπει ένας και μοναδικός νόμος: η διάχυτη ασάφεια. Χωρίς τη Γλώσσα (κι ο κινηματογράφος είναι, επίσης, μια γλώσσα), έναν μηχανισμό παραγωγής νοήματος δηλαδή που αρθρώνει το πραγματικό ως αφήγηση, η εμπειρία θα βυθιζόταν στην άβυσσο του ασυνείδητου, όπου όλα επιτρέπονται κι όπου δεν υπάρχουν νόμοι. Η ζωή θα έμοιαζε με όνειρο. Δεν θα ξέραμε πού να ακουμπήσουμε για να κατασκευάσουμε τον εαυτό μας.
Στην πρώτη του αγγλόφωνη ταινία, ο μεγάλος υπαρξιστής φιλόσοφος του σινεμά, επιλέγει να δείξει την αποτυχία του ανθρώπου (αυτού του όντος που αφηγείται ατέρμονα και που καταλαβαίνει τον εαυτό του και τον κόσμο μέσα από ιστορίες) να συλλάβει την Αλήθεια. Ή, μάλλον, τις αλήθειες. Της τέχνης, της ζωής, των άλλων, του κόσμου, της ίδιας του της κατάστασης. Άλλος γράφοντας, άλλος φωτογραφίζοντας, άλλος σκηνοθετώντας, οι καλλιτέχνες θεωρούν ότι έχουν μια προνομιακή σχέση με την αλήθεια. Ε, λοιπόν, δεν την έχουν, αυτό μας λέει ο Αντονιόνι. Ο φωτογράφος της ταινίας, απλώς τοποθετεί ανάμεσα στη συνείδησή του και τον κόσμο μια κάμερα, μια μηχανή (ανίκανη, υποτίθεται, να πει ψέματα), και εξ αυτού νομίζει ότι βρίσκεται πιο κοντά στο αντικειμενικό, ότι έχει εγκατασταθεί στο κέντρο της Αλήθειας.
Ο φακός του είναι παράλληλα και Φαλλός, με τη λακανική σημασία της λέξης: το υπερβατικό κύριο Σημαίνον που συμβολοποιεί το πραγματικό. Η εκπληκτική σκηνή με την παρωδία συνουσίας, όπου η κάμερα παίρνει τη θέση του πέους σε μια μεταφορική σεξουαλική πράξη ανάμεσα στον φωτογράφο και το μοντέλο του, δείχνει ξεκάθαρα προς αυτή την κατεύθυνση. Η όμορφη γυναίκα, απολαμβάνει ναρκισσιστικά τον εαυτό της μέσα απ’ τα μάτια του Άλλου, κάνει έρωτα με το είδωλό της το οποίο ο φωτογραφικός φακός -δηλαδή ο Άλλος στην υπερβατολογική του εκδοχή- θα πολλαπλασιάζει επ’ άπειρον. Ο φωτογράφος ηδονίζεται σαν να την κατακτά σωματικά, γιατί η μηχανή που χειρίζεται είναι ήδη μια προέκταση του φαλλού του : ένας τρόπος να ασκεί τη συμβολική του εξουσία ενώ παράλληλα πυροδοτεί τους εκρηκτικούς μηχανισμούς της λίμπιντο (τόσο της δικής του όσο και του μοντέλου).
Φυσικά, όλα μπαίνουν στη θέση τους στο εκπληκτικό φινάλε. Ο φωτογράφος παρακολουθεί μια ομάδα από κλόουν τη στιγμή που εισέρχονται σ’ ένα άδειο γήπεδο τένις. Πιάνουν κάτι ρακέτες και παριστάνουν ότι παίζουν. Δεν υπάρχει μπαλάκι αλλά προσποιούνται ότι υπάρχει. Οι άλλοι κλόουν τους κοιτάζουν, στρέφουν τα κεφάλια τους μία αριστερά και μία δεξιά, σαν να παρακολουθούν την τροχιά μιας αόρατης μπάλας. Ο φωτογράφος αρχικά διασκεδάζει. Χαμογελά με την ανεμελιά αυτών των παλιάτσων που χαίρονται να παίζουν ένα ανόητο παιχνίδι, έτσι για το κέφι τους. Κάποια στιγμή, όμως, τα πάντα αλλάζουν. Ένας απ’ τους δύο κλόουν χτυπά λίγο πιο δυνατά το αόρατο μπαλάκι κι αυτό βγαίνει εκτός γηπέδου. Παρακαλούν, με νοήματα, τον φωτογράφο να πάει να το πάρει και να τους το πετάξει πίσω. Αυτός αρχικά διστάζει, δεν θέλει να γίνει ρεζίλι στον εαυτό του, αλλά τελικά τους κάνει το χατίρι. Πιάνει το αόρατο μπαλάκι και το ρίχνει με δύναμη πίσω. Έπειτα, τον βλέπουμε να κοιτάζει κι αυτός το παιχνίδι με άλλα μάτια. Τώρα πια μοιάζει να βλέπει το μπαλάκι. Εκτός πλάνου οι κλόουν κι εμείς ακούμε τους ήχους που κάνει η μπάλα όταν τη χτυπούν οι ρακέτες.
Κάπως έτσι συμβαίνει και με την κατασκευή του νοήματος μέσω των αφηγήσεων. Που είναι πολλαπλές. Θρησκείες, πολιτικές ιδεολογίες, κοινωνικά κινήματα, ηθικά συστήματα, καλλιτεχνικά ρεύματα δεν κάνουν τίποτα άλλο απ’ το να δομούν απ’ την α-νοησία του κόσμου ένα παιχνίδι με κανόνες, μια ιδεολογική πραγματικότητα στην οποία το υποκείμενο καλείται να συμμορφωθεί. Στο παιχνίδι που παίζει η κοινωνία, δεν υπάρχει νόημα, δεν υπάρχει αλήθεια, δεν υπάρχει «μπαλάκι». Όποιος βρίσκεται εκτός κοινωνίας (ο φωτογράφος είναι ένας τέτοιος χαρακτήρας αρχικά ή, τουλάχιστον, θέλει να πιστεύει ότι είναι: λίγο αντικομφορμιστής, λίγο μποέμ, λίγο σνομπ), μπορεί να καταλάβει το συλλογικά κατασκευασμένο ψέμα και να γελάσει μ’ αυτό. Απ’ τη στιγμή, όμως, που η κοινωνία θα του απευθύνει το κάλεσμα (αυτό που ο Αλτουσσέρ ονόμαζε «ιδεολογική έγκληση του υποκειμένου»), θα τον προσκαλέσει να ενταχθεί στις τάξεις της, θα του αποδώσει έναν ρόλο (εδώ, του υπεύθυνου ανθρώπου που καλείται να καταγγείλει το έγκλημα το οποίο κατέγραψε τυχαία η κάμερά του), οσοδήποτε ασήμαντος κι αν είναι, τότε θα αρχίσει να πιστεύει στο ψέμα που προηγουμένως κορόιδευε. Θα αρχίσει να βλέπει το… μπαλάκι.
Σήμερα, λοιπόν, που περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εποχή ζούμε σ’ έναν κόσμο παραπλανητικών οπτικών αφηγήσεων, έναν κόσμο που πνίγεται από τις εικόνες και μέσα στις εικόνες του, στις ψευδείς αναπαραστάσεις του, το «Blow Up» μοιάζει πιο επίκαιρο (και πιο μοντέρνο) από ποτέ.








Δεν υπάρχουν σχόλια: