Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Από τον "ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΑ" του Γιάννη Ρίτσου (1909 - 1990)

....................................................






·         
    Γιάννης Ρίτσος

      (1909 - 1990)







  •     Από τον «ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΑ» 

                          
                                του Γιάννη Ρίτσου 


(Γράφτηκε από τον Δεκέμβρη του 1966 μέχρι τον Οχτώβρη του 1970)

(…Έχει γείρει σ’ ένα ανάκλιντρο… Στη γυναίκα του που στέκεται όρθια, λίγο πιο πέρα… Δεν ξέρεις αν τον ακούει).

…Ετοίμασέ μου ένα λουτρό, πολύ ζεστό· - το ετοίμασες κιόλας;
με φύλλα σκίνου και μυρτιάς; Θυμάμαι τ’ άρωμά τους,
αψύ, τονωτικό – μια εγκατάλειψη· σα να οσμίζεσαι πάλι
την παιδική ηλικία με δέντρα, με ποτάμια, με τζιτζίκια.
                                                                             /Οι κόρες μας
σα χαμένες μού φάνηκαν· - το πρόσεξες; - η μια τους
μούπιανε σαν τυφλή μες απ’ τα γένεια το σαγόνι. Καλά έκανες
και τις ξαπόστειλες στα δωμάτιά τους, - δεν μπορούσα 
                                                                          να  τις βλέπω.

Τα λάφυρα όλα κρατήστε τα ή μοιράστε τα· - τίποτα δε θέλω.
Και τη γυναίκα αυτή που ουρλιάζει στα σκαλιά, παρ’ την για
                                                                                        /δούλα σου
ή για τροφό του γιου μας (-πούναι, αλήθεια; - δεν τον είδα) – όχι στην κλίνη μου, όχι,
μια κλίνη ολότελα άδεια μού χρειάζεται τώρα, να βουλιάζω,
                                                                                     /να χάνομαι,
       να είμαι,
νάχω τουλάχιστον τον ύπνο ανεπιτήρητον, να μη νοιάζομαι
αν μού είναι το πρόσωπο όσο πρέπει αυστηρό ή 
                                                                                αν χαλάρωσαν
οι μυώνες στην κοιλιά μου και στα μπράτσα μου. Τώρα
μονάχα η μνήμη του έρωτα  λειτουργεί ερωτικά,
διαγράφοντας
εκείνην τη μεγάλη δυσαναλογία, την ανάρμοστη, ανάμεσα
στο μαρασμό του σώματος και το αμετάπειστο της επιθυμίας.

Και, βέβαια τη δική μας κλίνη σ’ την παραχωρώ. Δε θα τόθελα  διόλου
να γίνω μάρτυρας των αλλαγών του χρόνου πάνω στην ωραία μορφή σου,
στους μηρούς και στα στήθη σου. Κανένα μίσος δεν έχω να θρέψω
με μια τέτοια παράσταση. Αντίθετα, μάλιστα, θάθελα
να διατηρήσω ανέπαφο (για χάρη δική μου – όχι δική σου)
το ερωτικό παράστημά σου έξω απ’ τον χρόνο, σαν άγαλμα
                                                                                           /υπέροχο
που κάπως συντηρεί και της δικής μου νεότητας το θάμβος και τη δόξα.

Μόνο εκείνο το σταχτοδοχείο με τον λαξευμένο τρίποδα
                                                                                (αν σώζεται)
που άφηνα κάποτε τις νύχτες το τσιγάρο μου να καπνίζει
                                                                                    /μονάχο του
σαν μακρινός καπνοδόχος σε μιαν ελάχιστη Ιθάκη ή σαν ένα
προσωπικό μου αστέρι, όταν εσύ κοιμόσουν πλάι μου, θα τόθελα.

Τ’ άλλα κρατήστε τα· και το βαρύ, αδαμαντοποίκιλτο σκήπτρο –
προπάντων αυτό – δε μού χρειάζεται· ασήκωτο. Σήμερα νιώθω
το θυμό του Αχιλλέα· - όχι καθόλου αντιδικία μαζί μου – 
                                                                       /κούραση είταν,
 μια κούραση προδρομική που εξίσωνε τη νίκη με την ήττα,

τη ζωή με το θάνατο...


                                                                                   


Δεν υπάρχουν σχόλια: