Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Απόσπασμα από την ιστορία της Άννα Ζέγκερς (1900 – 1983) «Η Εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν» (μτφ. Γιώργος Δεπάστας, εκδ. «Άγρα», 2000)

 ..............................................................




          Άννα Ζέγκερς (1900 - 1983)


·      Απόσπασμα από την ιστορία της Άννα Ζέγκερς (1900 – 1983) «Η Εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν» (μτφ. Γιώργος Δεπάστας, εκδ. «Άγρα», 2000)

 

«…Το γαλάζιο σύννεφο της καταχνιάς που .ανέβαινε από τον Ρήνο, ή από τα κατάκοπα μάτια μου, σκέπασε σαν ομίχλη όλα τα τραπέζια με τα κορίτσια, έτσι που δεν ξεχώριζα πια καθαρά τα πρόσωπα της Νόρας, της Λένι και της Μαριάννε, ή όπως αλλιώς τις έλεγαν – κανένα αγριολούλουδο δεν ξεχωρίζει μέσα σε ένα πλήθος λουλούδια του αγρού. Τις άκουσα λίγη ώρα να τσακώνονται πού θα ήταν καλύτερα να καθίσει η δεσποινίς Ζίχελ, η νεαρή δασκάλα. Η ομίχλη μπροστά από τα μάτια μου διαλύθηκε και αναγνώρισα ολοκάθαρα τη δεσποινίδα Ζίχελ, που παρουσιάστηκε δροσερή, ντυμένη με φωτεινά χρώματα σαν τις μαθήτριές της.

   Κάθισε δίπλα μου, και η άγρυπνη Νόρα σέρβιρε στην αγαπημένη της δασκάλα τον καφέ. Πάντα εξυπηρετική και πρόθυμη, είχε στολίσει μάλιστα στο άψε-σβήσε τη θέση της δεσποινίδος Ζίχελ με λίγα κλαδάκια γιασεμί.

   Γι’ αυτό σίγουρα θα μετάνιωνε αργότερα η Νόρα, ως αρχηγός των εθνικοσοσιαλιστριών της πόλης μας, αν η μνήμη της δεν ήταν τόσο αδύνατη όσο και η φωνή της. Τώρα παρακολουθούσε με υπερηφάνεια, σχεδόν ερωτικά θα έλεγα, τη δεσποινίδα Ζίχελ που έχωνε ένα κλαδάκι γιασεμί  στην κουμπότρυπα της ζακέτας της. Και στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο ακόμα θα χαιρόταν που είχε υπηρεσία στην ίδια ώρα με τη δεσποινίδα Ζίχελ σε μια οργάνωση γυναικών που πρόσφερε τροφή και νερό στους περαστικούς στρατιώτες. Αργότερα όμως, αυτή την ίδια δασκάλα που έτρεμε πια σαν γριούλα, θα την έδιωχνε βάναυσα από ένα παγκάκι στην όχθη του Ρήνου, επειδή δεν ήθελε να καθίσει δίπλα σε μια Εβραία. Έτσι όπως καθόμουν δίπλα της θυμήθηκα ξαφνικά – και ένιωσα σαν να ήταν μια σοβαρή παράλειψη της μνήμης μου, σαν να είχα την υψηλή υποχρέωση να θυμάμαι πάντα ακόμα και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες – πως τα μαλλιά της δεσποινίδος Ζίχελ δεν ήταν ανέκαθεν άσπρα σαν το χιόνι, όπως τα θυμόμουν, πως την εποχή της σχολικής μας εκδρομής μας ήταν καστανόξανθα, εκτός από μερικές γκρίζες τούφες στους κροτάφους της. Τώρα οι άσπρες τρίχες ήταν ακόμα τόσο λίγες που θα μπορούσε κανείς να τις μετρήσει, κι όμως ξαφνιάστηκα, σαν να αντίκριζα ξαφνικά εδώ, σήμερα για πρώτη φορά, τα ίχνη των γερατειών. Όλα τα άλλα κορίτσια στο τραπέζι μας χαίρονταν μαζί με τη Νόρα που είχαν κοντά τους τη νεαρή δασκάλα, χωρίς να υποψιάζονται πως αργότερα θα έφτυναν τη δεσποινίδα Ζίχελ και θα την αποκαλούσαν υβριστικά βρωμοεβραία.

   Η πιο μεγάλη απ’ όλες μας, η Λόρε – φορούσε φούστα και μπλούζα, είχε κοκκινωπά κατσαρωμένα μαλλιά και ήδη από καιρό σωστές ερωτικές σχέσεις -, πήγαινε στο μεταξύ από το ένα τραπέζι στο άλλο για να μοιράσει το κέηκ που είχε ψήσει η ίδια. Αυτό το κορίτσι διέθετε όλα τα πολύτιμα χαρίσματα μιας νοικοκυράς, τα σχετικά εν μέρει με την ερωτική και εν μέρει με τη μαγειρική τέχνη. Η Λόρε ήταν πάντα υπερβολικά εύθυμη, εξυπηρετική και πρόθυμη για αστεία και φάρσες. Η ερωτική της ζωή, που είχε αρχίσει ασυνήθιστα πρώιμα – μια επιπολαιότητα για την οποία τη μάλωναν αυστηρά οι δασκάλες -, δεν την οδήγησε σε γάμο αλλά ούτε και σε κανένα σοβαρό δεσμό, έτσι ώστε  όταν οι περισσότερες ήταν από καιρό σεβάσμιες μητέρες, εκείνη είχε ακόμα τη σημερινή εμφάνιση της μαθήτριας του γυμνασίου, με κοντή φούστα κι ένα μεγάλο, κόκκινο λαίμαργο στόμα. Πώς ήταν δυνατόν να έχει ένα τόσο θλιβερό τέλος; Να επιδιώξει το θάνατο με ένα σωληνάριο υπνωτικά; Ένας οργισμένος εραστής της, ένας Ναζί, την είχε απειλήσει με το στρατόπεδο συγκεντρώσεως, επειδή η απιστία της ήταν, λέει, ατίμωση για τη φυλή της. Πολύ καιρό παραμόνευε μάταια για να την αιφνιδιάσει με τον απαγορευμένο, παράνομο εραστή. Ωστόσο, παρά τη ζήλια και τη δίψα του για εκδίκηση, μόνο λίγο πριν από την αρχή του πολέμου κατάφερε να βρει αποδείξεις, όταν ένας δοκιμαστικός συναγερμός της αεράμυνας έστειλε υποχρεωτικά όλους τους κατοίκους της πόλης από τα δωμάτια και τα κρεβάτια τους στο καταφύγιο – μαζί μ’ αυτούς και τη Λόρε με τον παράνομο αγαπημένο της.

   Τώρα πρόσφερε κρυφά, πράγμα που όμως δεν μας διέφυγε, ένα περισσευούμενο γλυκάκι κανέλας στην επίσης εντυπωσιακά όμορφη και παμπόνηρη Ίντα, με τα αμέτρητα φυσικά μπουκλάκια στα μαλλιά. Στην τάξη ήταν η μοναδική της φίλη, αφού όλες στραβοκοίταζαν τη Λόρε για τα αστεία της. Ψιθυρίζαμε πολλά για τις ζωηρές συναντήσεις της Ίντα και της Λόρε, αλλά για τις επισκέψεις τους σε κολυμβητήρια όπου γνώριζαν ευλύγιστους συντρόφους για ελεύθερη κολύμβηση. Δεν καταλαβαίνω μόνο γιατί την Ίντα, που μασούλαγε κρυφά το γλυκό της κανέλας, δεν την είχαν πιάσει ποτέ στη γλώσσα τους οι μάνες και οι κόρες. Ίσως επειδή ήταν κόρη καθηγητού, ενώ η Λόρε ήταν κόρη κουρέα. Η Ίντα έβαλε εγκαίρως τέλος στην επιπόλαιη ζωή της, αλλά ούτε κι αυτή δεν έφτασε στο γάμο, γιατί ο μνηστήρας της έπεσε στο Βερντέν. Από ραγισμένη καρδιά έγινε νοσοκόμα, για να μπορεί τουλάχιστον να είναι χρήσιμη στους τραυματίες. Καθώς δεν θέλησε να εγκαταλείψει το επάγγελμά της μετά τη συνθηκολόγηση του 1918, προσχώρησε στο τάγμα των αδελφών του Ελέους. Η ομορφιά της κόντευε πια να μαραθεί και τα μπουκλάκια της ήταν ήδη ελαφρώς γκρίζα, σαν να ήταν πασπαλισμένα με στάχτη, όταν η Ίντα έγινε αξιωματούχος των εθνικοσοσιαλιστριών νοσοκόμων και, παρόλο που σ’ αυτόν τον πόλεμο δεν είχε μνηστήρα, ήταν ακόμα ξύπνια η επιθυμία της για εκδίκηση και η πικρία της. Επέβαλλε στις πιο νέες νοσοκόμες τις κρατικές οδηγίες, που υπαγόρευαν την αποφυγή συνομιλιών και λανθασμένης συμπόνιας κατά την περιποίηση αιχμαλώτων πολέμου. Εντούτοις η εντολή της, όταν παραλάμβαναν φρέσκους επιδέσμους να τους χρησιμοποιούν αποκλειστικά για τους συμπατριώτες, δεν ωφέλησε διόλου. Γιατί στον τόπο της νέας της απασχόλησης, στο νοσοκομείο πολύ πίσω από το μέτωπο, έσκασε μια βόμβα που τίναξε στον αέρα φίλους και εχθρούς και, φυσικά, το κατσαρό κεφάλι της που τώρα το χάιδευε ακόμα με τα περιποιημένα δάχτυλα η Λόρε, η μόνη στην τάξη που έκανε μανικιούρ…»

 

       Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΥΤΗ της Γερμανίδας ΑΝΝΑ ΖΕΓΚΕΡΣ (1900-1983) γράφτηκε στο Μεξικό, στην εξορία, το 1943. Η ιδιαιτερότητά της είναι ο κυρίαρχος τόνος της, που είναι ο τόνος της ελεγείας. Είναι ένα ρέκβιεμ για την εφηβεία, τους φίλους που συντρίφτηκαν, τους συγγενείς, την ίδια τη νεότητα της Ζέγκερς, που μελαγχολικά αναζητεί τον χαμένο χρόνο.

   Οι δεκαπέντε αυτές κοπέλες, στο άνθος της ηλικίας τους υπέκυψαν στη γερμανική τραγωδία: εκτοπίσεις, αυτοκτονίες, βομβαρδισμοί, βασανιστήρια, καταδόσεις. Η Λένι, η Μαριάννα, η Νόρα, η Γκέρντα, η Λόρε, η Έλζε, η Ίντα, η Έλλι, η Σοφία, η Λόττε… όλες χάθηκαν σ’ ένα δρόμο χωρίς επιστροφή.

   Η αφηγηματική μέθοδος δίνει εντυπωσιακή δύναμη στο δράμα: το αφήγημα καλύπτει ταυτόχρονα δύο εποχές, που συνέχεια συγκρούονται. Ο ειδυλλιακός χαρακτήρας του παρελθόντος, που μόλις έχει παρέλθει, ποδοπατείται αδυσώπητα από τη βιαιότητα του παρόντος. Επιπλέον: η ειδυλλιακή κατάσταση σκοτεινιάζει από τη γέννησή της, γιατί τη σκεπάζει η σκιά της μοίρας, Τα ειλικρινή σκιρτήματα, τα ευαίσθητα συναισθήματα της εφηβείας, διαψεύδονται και υπονομεύονται από τα ύπουλα πλήγματα, τους συμβιβασμούς και της ωμότητες της ωριμότητας.

 

Η έκδοση συνοδεύεται από εισαγωγή της ΚΡΙΣΤΑ ΒΟΛΦ και επίμετρο με μία συνέντευξη του ΠΙΕΡ ΡΑΝΤΒΑΝΥ, του γιου της Άννα Ζέγκερς, για τα χρόνια της εξορίας της συγγραφέως (1933-1947).  





Δεν υπάρχουν σχόλια: