Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ, ΔΑΦΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ έγραψε ο Γιάννης Π. ("Λογοτεχνικό Ιστολόγιο", 16/01/2022)

 ..............................................................



Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ, ΔΑΦΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ

έγραψε ο Γιάννης Π. ("Λογοτεχνικό Ιστολόγιο", 16/01/2022) 


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μπουκέτο», Τόμος Β’, τεύχος 81, 8 Νοεμβρίου 1925

Η «χρυσή νεολαία» και η ποιητική τριάς. — Ο Βαλαβάνης ερωτευμένος. — Το προφητικό «Όνειρό του». — «Ο τάφος του Κλέφτη». — Το μοιραίο δίστιχο. — Πώς τον πένθησε ο Γεώργιος Παράσχος.
Στας αρχάς του 1850 ένας όμιλος από νέους ζωηρούς και ευθύμους εξεχώριζε στη μικρή τότε Αθήνα. Ήσαν οι πρόδρομοι της «χρυσής νεολαίας» του 62. Τους είχεν ενώσει η φωτιά της νεότητος, η ειλικρίνεια και η αγάπη.
Μέσα στην παρέα αυτή εγνωρίσθησαν ένα καλοκαιρινό βράδι στο «Άντρον των Νυμφών» —κοντά στον Ιλισσό— τρεις νεαροί ακόμη ποιηταί: Ο Γεώργιος Παράσχος, ο Γεώργιος Ζαλόκωστας και ο Δημοσθένης Βαλαβάνης. Τα ονόματα των δύο πρώτων είναι γνωστά, πολιτογραφημένα εις το βασίλειον των Μουσών. Ο Βαλαβάνης όμως δεν είναι γνωστός εις τον πολύν κόσμον, αν και η τέχνη του δεν ήτο κατωτέρα από την τέχνην των φίλων του. Ψυχή περήφανη και γενναία, είχε προικισθεί από τη φύση με ρωμαλέα έμπνευσι, με έκτακτη καλαισθησία, με μουσική αντίληψι στο στίχο. Η μορφή των ποιημάτων του πλησιάζει την επτανησιακή. Και είναι άξιο ιδιαιτέρας σημειώσεως ότι, ενώ την εποχή εκείνη εκυριαρχούσε η καθαρεύουσα και κατά μυριάδας εγράφοντο μακαρονοειδείς στίχοι, άνοστοι, γλυκανάλατοι, παραγεμισμένοι με απαρέμφατα και μέσους αορίστους δευτέρους, με σάβανα, νεκροκεφαλάς και φθίσιν, —μόνον ο Δημοσθένης Βαλαβάνης απετέλεσε μια ωραίαν εξαίρεσιν. Παρουσιάστηκε με τη λαμπρότητα και τη δροσιά του δημοτικού στίχου του οποίου εγνώριζε όλα τα μυστήρια.

Γεννήθηκε στα 1824. Πατρίδα του ήταν η Καρύταινα. Ορφανός από πατέρα, έζησε 18 χρόνια στο χωριό, με τη στοργική του μάνα, με πολλές στερήσεις. Αλλ’ είχε τη μάνα του, το μεγαλείτερο αγαθό του κόσμου. Ήρθε στα Αθήνας γεμάτος πόθο στα γράμματα και με τη μικρή βοήθεια κάποιου συγγενούς του, θέλησε να σπουδάση την Ιατρική. Φοιτητής αυτός, βλέποντας τον κόσμο με τα ωραιότερα χρώματα, συμπληρώνοντας τα θεάματά του με τη φαντασία και αναδημιουργώντας αυτά ιδανικώτερα, έκλεινε για λίγες στιγμές τα επιστημονικά του βιβλία και αφηνότανε στην έμπνευσι. Την εποχή εκείνη ήταν στην ακμή τους δύο φιλολογικά περιοδικά: η «Ευτέρπη» και η «Μνημοσύνη». Σ’ αυτά εδημοσιεύθηκαν προθύμως τα πρώτα του ποιήματα: «Ο τάφος του Κλέφτη» και τα ερωτικά ελεγεία του «Εκείνη» και το «Όνειρό μου». Γιατί ο Δημ. Βαλαβάνης ήταν ερωτεμένος. Ένα θερμό αίσθημα ετάραζε την καρδιά του ποιητού. Ο Ζαλόκωστας γράφει κάπου: «Εις τον βίον του Βαλαβάνη φαίνεται ότι ουχί μικρόν κλονισμόν επέφερεν ο Έρως, έρως μάλιστα ατυχής, πρωτότυπος και ασυνήθης εις πολλούς».
Το «Όνειρό μου» εδημοσιεύθη στη «Μνημοσύνη» συνοδευόμενον από μερικές παρατηρήσεις του Γ. Ζαλοκώστα.
Το «Όνειρο» είναι η τρυφερή ιστορία του έρωτός του σε μια Αθηναία κόρη, που κατοικούσε εκεί σ’ ένα σπίτι της Πλάκας. Ιδού το ποίημα, που έκανε τότε ζωηρή εντύπωσι στο φιλολογικό κόσμο και έδωσε αφορμή ν’ ανάψουν πάλι αι συζητήσεις για τη «γλώσσα της Ποιήσεως»:


ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ



Γελούσαν τα τριαντάφυλλα, οι ανθοί μοσχοβολούσαν
Και σε πουλιού πουρπούλισμα μόνον εσειούντο οι κλάδοι,
Κι η αντιλιάδες στης δροσιάς της στάλαις εγλυστρούσαν
Κι από διαμάντη ολόσπαρτο μου εφάνη ένα λειβάδι.
Τρεμουλιαχταίς στα μάτια μου επαίζανε η αχτίδες,
Παρέκει εμουρμουρόκλαιγε μια βρύσι στο πλευρό μου,
Εδώ πως σ’ είδα μοναχή, πως μοναχόν με είδες
Μου εφάνη εις το όνειρό μου.


Λες κι αγγελούδας ευμορφιά να σου έδινε η χλωμάδα
Τα μάτια σου ανεγάλιαζαν στη λάμψι και στη χάρι
Σα στο νερό το καθαρό του ήλιου η αντιλιάδα·
Κι απ’ τα μαλλιά Σου πέρναγε το βάλσαμο να πάρη
Χαρούμενο, ανεμπόδιστο της μοναξιάς τ’ αέρη·
Και σα να μη μ’ εγνώριζες και σα στο λογισμό μου
Ποτέ να μην επέρασες, ποτέ δεν σε είχα φέρει
Μου εφάνη εις τ’ όνειρό μου.

Ψιλό έπεφτε στους κόρφους σου το φόρεμα σαν πάχνη
Πού έβλεπε και δεν έβλεπε τα στήθια σου το μάτι
Σα στον καθρέφτη τη θωριά όπου σκεπάζει η άχνη
Με αγγέλου αέρα το κορμί το ολόλαμπρό σου επάτει
Και σαν να σε ξεγέλαγε με χίλια δυο η μοίρα
Ολόχαρη, ξεπέταχτη σε είδα στο λογισμό μου.
Κόρη, ας μην είναι πλάνη μου αυτ’ η χαρά που επήρα
Για σένα στ’ όνειρό μου

Και γύρω σα να εγύρευες ανθό της αρεσιάς Σου
Στα χαμολούλουδα έσκυφτες κι η πεταλούδες φεύγαν
Και γω με κλόνο της μυρτιάς εσίμωσα κοντά Σου
Μ’ είδες γλαρά, δεν λάλησες, μα η ματιές σου ελέγαν
Πως ήθελε το χέρη σου το κλόνο μου να πάρη·
Μου έδωκες το χαμόγελο, σου έδωκα τον ανθό μου,
Τον πήρες με κυπαρισσιού τον έσμιξες κλονάρι
Μου εφάνη εις τ’ όνειρό μου.

Εξύπνησα και στ’ όνειρο πλανιέτε ο λογισμός μου
Τον κόσμο, κόρη, θα δηλοί το στολιστό λειβάδι·
Το θαμποβόλημα εξηγεί τη πλάνη αυτή του κόσμου·
Κι αγνώριστος που σου έδωκα εγώ το μυρτοκλάδι,
Σημαίνει για τον έρωτα πως μια ζωή δεν φτάνει.
Με το κυπαρισόκλονο που έσμιξες τον ανθό μου
Δηλοί πως θα αγαπά η ψυχή κι όταν κανείς πεθάνη.
Αυτό είναι τ’ όνειρό μου.


Δημοσθένης Βαλαβάνης


* * *



Ο «Τάφος του Κλέπτη» έχει τη λεβεντιά του αρματωλισμού, ευδιάζει θυμάρι και έλατο. Μας δίνει πιστή εικόνα της ηρωικής ζωής των κλεφτών με τους οποίους ο Βαλαβάνης έζησε και συνανεστράφη. Το επικόν τούτο ποίημα η κριτική της εποχής του εθεώρησε «ως αριστούργημα και της Ελληνίδος ποιήσεως εν των τελειοτέρων έργων».
Εκτός τούτων, ο Βαλαβάνης έγραψε τραγωδίαν «Ο Θάνατος του Παπαφλέσσα», ελεγείον «Εις τον Θάνατον νεονύμφου», μεταφράσεις στίχων του Λαμαρτίνου, πολιτικά σατρύρας κλπ. Ένα διήγημά του «Δυο νύκτες» δημοσιευμένο στην «Ευτέρπη» έχει τη σφραγίδα της μελαγχολικής φιλοσοφίας. Ο ποιητής έπασχε τότε, «επήγαινε προς το μνήμα» και η θλίψη εθόλωνε την καθαρή πηγή της εμπνεύσεώ τους. Το διήγημα αυτό είναι το τελευταίο του Βαλαβάνη.
***
Ο Βαλαβάνης, λίγους μήνες πριν πεθάνη, εσύχναζε στο σπίτι του Ζαλοκώστα και απήγγειλε στίχους του. Το στηθικό νόσημά του είχε προχωρήσει, αλλ’ ο Ποιητής ήλπιζε ακόμη. Σε μια από τις απλές εκείνες φιλολογικές συναναστροφές, ήτανε γραφτό του ν’ ακούση από φιλικό στόμα ότι λίγες μέρες μόνο θα ζούσε στον κόσμο τούτο. Ένας από τους παρευρισκομένους —κατά τη συνήθεια της εποχής— επρότεινε τη συμπλήρωσι στίχων σε δεδομένη ομοικαταληξία. Σε άλλες βραδιές οι φίλοι γελούσαν με τις κουτές ή ακατάλληλες απαντήσεις, τώρα όμως συνέβη κάτι πικρό. Διότι όταν ο Βαλαβάνης επρότεινε τον ακόλουθο στίχο:
Έχει θερμό το στήθος του, μεγάλη την ψυχή του,
έλαβε την ακόλουθη απάντησι
Και τον αστέρα της αυγής λαμπάδα νεκρική του.
Ο Βαλαβάνης εζάρωσε τα φρύδια και δε μίλησε πια. Με το αυγινό άστρο μιας ημέρας του Μαΐου 1854 ο Ποιητής απέθανε σε ηλικία τριάντα ετών. Οι ποιηταί και συγγραφείς των Αθηνών τον εκήδευσαν με αδελφική θλίψη. Ο Γεώργιος Παράσχος έβαλε πένθος επάνω στο μανίκι της φέρμελης και κρέπι μαύρο στο φέσι του, και με φωνή γεμάτη λυγμούς απήγγειλε τον επικήδειό του. Αλλά με τα χρόνια, εχάθηκαν τα ίχνη του τάφου του και κανείς δε μπορεί τώρα να μας δείξη σε ποια γωνιά του Αθηναϊκού Νεκροταφείου κοιμάται ο περιπαθής ποιητής του «Ονείρου»

Στεφ. Δάφνης




Δεν υπάρχουν σχόλια: