Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

«Τα κόμματα πλέον παλιώνουν πολύ γρήγορα» συνέντευξη του Γιάννη Κωνσταντινίδη, αναπληρωτή καθηγητή του Πανεπιστημίου Μακεδονίας στον Γιάννη Πανταζόπουλο (www.lifo.gr, 7.7.2026)

 ...............................................................



«Τα κόμματα πλέον παλιώνουν πολύ γρήγορα»


Ο αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Γιάννης Κωνσταντινίδης, εξηγεί γιατί ο νέος δικομματισμός δεν έχει σταθερές βάσεις, πώς τα νέα κόμματα αλλάζουν το πολιτικό σκηνικό και γιατί η αποχή ίσως αποδειχθεί καθοριστική.



cover


συνέντευξη του Γιάννη Κωνσταντινίδη,
αναπληρωτή καθηγητή του Πανεπιστημίου Μακεδονίας στον Γιάννη Πανταζόπουλο (www.lifo.gr, 7.7.2026)


Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν μεταβολές στις κομματικές ισορροπίες. Οδεύουμε προς έναν νέο δικομματισμό;

- Ο ελληνικός δικομματισμός ήταν συνδεδεμένος με την έννοια της κομματικής ταύτισης, και άρα με οικογενειακές καταβολές στο βάθος του χρόνου, και με την έννοια του πελατειασμού. Δεν ήταν δηλαδή συνδεδεμένος με βαθιές ταξικές, θρησκευτικές ή γεωγραφικές διαιρέσεις. Όταν λοιπόν, στις αρχές της δεκαετίας του 2010, διερράγησαν αιφνιδίως οι συναισθηματικοί δεσμοί των ψηφοφόρων με τα κόμματα και έγινε σαφές ότι το πελατειακό κράτος θα περιοριζόταν εκ των πραγμάτων, το καλούπι του δικομματισμού έσπασε. Η αναπαραγωγή του καλουπιού δεν μοιάζει εφικτή, γιατί ακριβώς εκλείπουν τα βασικά συστατικά: ο συναισθηματικός και ο πελατειακός δεσμός. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι ψηφοφόροι μετεωρίζονται μεταξύ διαφόρων επιλογών ψήφου, ωθούμενοι από τη συγκυρία, τα πρόσωπα ή τα επικοινωνιακά τεχνάσματα των κομμάτων. Κατά συνέπεια, ο κατακερματισμός και ο μικρός κύκλος ζωής κομμάτων που εμφανίζονται και εξαφανίζονται είναι αναμενόμενα. Αυτό βέβαια δεν αποκλείει την πιθανότητα συγκυριακά δύο κόμματα να εμφανίσουν πολύ υψηλότερα ποσοστά από τα υπόλοιπα και να τραφούν από τον ανταγωνισμό μεταξύ τους, όπως συνέβη με τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ πριν από λίγα χρόνια, όμως αυτό δεν πρέπει να λογίζεται ως μόνιμο χαρακτηριστικό του συστήματος.

«Εκτιμώ πως οι εκλογές που έρχονται θα είναι οι εκλογές του θυμού. Συγκρατημένου ή αχαλίνωτου, αλλά πάντως του θυμού».


— Πάντως η έλευση νέων κομμάτων έχει σίγουρα επηρεάσει τους πολιτικούς συσχετισμούς, έτσι δεν είναι;
- Ακριβώς λόγω της απουσίας κομματικών ταυτίσεων, οι ψηφοφόροι στην Ελλάδα σήμερα είναι εξαιρετικά ανοιχτοί σε νέες επιλογές κομμάτων. Παρότι ο αυξημένος πολιτικός κυνισμός έχει ωθήσει μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων μακριά από τις κάλπες, η αναζήτηση επιλογών από όσους παραμένουν στο εκλογικό σώμα είναι έντονη. Τα νέα κόμματα έχουν προβάδισμα ως επιλογές, καθώς δεν φέρουν το βάρος προηγούμενων ματαιώσεων. Στην περίπτωση της «Ελπίδας» της Μαρίας Καρυστιανού, αυτό είναι αυταπόδεικτο. Αλλά και στην περίπτωση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης του Αλέξη Τσίπρα, η απόσταση που το νέο κόμμα φαίνεται να τηρεί από τον ΣΥΡΙΖΑ και η προβολή νέων προσώπων χωρίς πολιτικό παρελθόν έχουν πετύχει να δημιουργήσουν την εικόνα του νέου. Η δυναμική καταγραφή και των δύο στις δημοσκοπήσεις είναι λοιπόν λογική. Θα πρέπει, πάντως, να έχουμε κατά νου ότι τα κόμματα «παλιώνουν» πλέον πολύ γρήγορα.


— Η κυβέρνηση προβάλλει ως βασικό αφήγημα τη σταθερότητα και τις μεταρρυθμίσεις, ενώ η αντιπολίτευση εστιάζει στην ανάγκη πολιτικής αλλαγής. Ποιο από τα δύο αφηγήματα εκτιμάτε ότι βρίσκει σήμερα μεγαλύτερη απήχηση στους πολίτες;

Η απόρριψη της κυβέρνησης, αλλά πλέον και του ίδιου του πρωθυπουργού ως προσώπου, είναι ευρεία και αναμφισβήτητη. Συνεπώς, το αίτημα για πολιτική αλλαγή είναι κυρίαρχο, ωστόσο δεν αντιστοιχίζεται με συγκεκριμένο πλάνο δράσης και δεν προσωποποιείται σε συγκεκριμένο αντίπαλο του Κυριάκου Μητσοτάκη. Γι’ αυτόν τον λόγο και δεν δημιουργείται ρεύμα υποστήριξης κάποιου αντίπαλου της ΝΔ κόμματος. Από την άλλη, οι υποστηρικτές της ΝΔ –αν και σαφώς πολύ λιγότεροι σε σύγκριση με το 2023– παραμένουν συντεταγμένοι πίσω από την προηγούμενη ψήφο τους και την τεκμηριώνουν –άλλοι πηγαία και άλλοι καταναγκαστικά– με αναφορές στην ανάγκη πολιτικής σταθερότητας και μεταρρυθμίσεων. Πρόκειται για ένα μάλλον αδύναμο και πάντως σίγουρα αδιάφορο για την πλειονότητα των ψηφοφόρων αφήγημα, το οποίο όμως προβάλλεται επικοινωνιακά από τη ΝΔ, γι’ αυτό φαντάζει ισχυρό.



— Εσείς ποιο θεωρείτε ότι θα είναι τελικά το σημαντικότερο κριτήριο ψήφου για τους Έλληνες πολίτες;


Εκτιμώ πως οι εκλογές που έρχονται θα είναι οι εκλογές του θυμού. Συγκρατημένου ή αχαλίνωτου, αλλά πάντως του θυμού. Μένει να φανεί το πώς θα εκφραστεί ο θυμός στην κάλπη, κάτι που δεν είναι εύκολο εκ των πραγμάτων, καθώς στην κάλπη ρίχνονται «θετικές ψήφοι». Δεν μπορείς απλώς να βρίσεις αυτόν που σε εξοργίζει, η ψήφος σου θα είναι απλώς άκυρη. Πρέπει να παραδέχεσαι έστω –αν όχι να συμφωνείς με– ορισμένα σημεία αυτού του κόμματος ή του προσώπου που επιλέγεις. Και αυτό δεν είναι κάτι εύκολο. Γι’ αυτό και η επιλογή μη προσέλευσης στην κάλπη μοιάζει να είναι ελκυστική. Το αποτέλεσμα της επόμενης κάλπης θα κριθεί από το πόσοι θα είναι εκείνοι που θα επιλέξουν να εκφράσουν τον θυμό τους μακριά από την κάλπη. Όσο περισσότεροι είναι, τόσο υψηλότερο θα είναι το ποσοστό που θα καταγράψει το αντικείμενο της οργής της πλειοψηφίας, δηλαδή η ΝΔ, καθώς οι λιγότεροι πλην όμως συνεπείς στην προσέλευση ψηφοφόροι της θα είναι εκείνοι που θα καταμετρηθούν.

— Από τις κάλπες απέχουν συνήθως και οι νεότεροι. Πόσο πιθανό είναι να φτάσουν περισσότεροι νέοι στις κάλπες τώρα που οι πολιτικοί πρωταγωνιστές εμφανίζονται όλο και συχνότερα μπροστά τους, στον κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης;

Η παρακολούθηση των πολιτικών από τους νέους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν αυξάνει το ενδιαφέρον τους για την πολιτική με την έννοια της αναζήτησης βέλτιστων λύσεων για τη δημόσια ζωή. Απλώς εντάσσει τους πολιτικούς στα πρόσωπα αναφοράς τους, μαζί με influencers, ηθοποιούς, ποδοσφαιριστές ή μάγειρες. Κι αυτό γιατί οι πολιτικοί δεν παρουσιάζονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως φορείς ιδεών, αλλά ως περσόνες. Μοιραία τα κριτήρια διαμόρφωσης επιλογών ψήφου των νέων ακολούθων τους –αν δηλαδή φτάσουν στη σύνδεση του περιεχομένου της παρουσίας των πολιτικών στα κοινωνικά δίκτυα με το δικαίωμα της ψήφου– θα κινούνται γύρω από το στυλ, την ευφράδεια ή τις συνήθειές τους. Είναι λοιπόν πιθανό ότι η τριβή των πολιτικών με τους νέους στο περιβάλλον των κοινωνικών δικτύων θα αυξήσει την εκλογική τους συμμετοχή, όμως είναι μάλλον απίθανο να αυξήσει και το ενδιαφέρον τους για την πολιτική πραγματικότητα ή να ακονίσει τον ορθολογισμό τους.



Tο αίτημα για πολιτική αλλαγή είναι κυρίαρχο, ωστόσο δεν αντιστοιχίζεται με συγκεκριμένο πλάνο δράσης και δεν προσωποποιείται σε συγκεκριμένο αντίπαλο του Κυριάκου Μητσοτάκη. Εικονογράφηση: Ατελιέ / LIFO

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Δεν υπάρχουν σχόλια: