Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Απόσπασμα από τη νουβέλα του Γιόζεφ Ροτ (1894 – 1939) «Ο ΣΤΑΘΜΑΡΧΗΣ ΦΑΛΛΜΕΡΑΫΕΡ» (μτφ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. «ΑΓΡΑ», 2021)

 ..............................................................




                 Γιόζεφ Ροτ (1894 – 1939)


·       Απόσπασμα από τη νουβέλα του Γιόζεφ Ροτ (1894 – 1939) «Ο ΣΤΑΘΜΑΡΧΗΣ ΦΑΛΛΜΕΡΑΫΕΡ» (μτφ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. «ΑΓΡΑ», 2021)

 

…Κεφ. 10

    ΩΣΠΟΥ ΗΡΘΑΝ ΕΤΣΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ και ο στρατός ετοιμάστηκε να μεταθέσει τον υπολοχαγό Φαλλμεράυερ στη Σμέρινκα. Με πολύ κόπο τα κατάφερε εκείνος να μείνει. Ήταν αποφασισμένος να μείνει. Κάθε πρωί και κάθε βράδυ ευλόγούσε τον πόλεμο και την κατοχή. Τίποτε δεν τον φόβιζε περισσότερο από μια αναπάντεχη ειρήνη. Για κείνον ο κόμης Βαλέβσκι ήταν προ πολλού πεθαμένος· μπορεί να ‘χε πέσει στο μέτωπο, μπορεί να τον είχαν σκοτώσει λιποτάκτες κομμουνιστές. Ας κρατούσε ο πόλεμος για πάντα, για πάντα ας έμενε εκεί ο Φαλλμεράυερ, σ’ αυτό το μέρος, σ’ αυτό το πόστο.

   Ας μην ειρήνευε ποτέ ξανά η γη.

   Η έπαρση είχε κυριεύσει τον Φαλλμεράυερ. Συμβαίνει αυτό σε κάποιους ανθρώπους, όταν η υπερβολή του πάθους μεθά τις αισθήσεις τους, παραλύει την αντίληψή τους, ναρκώνει τη σκέψη τους. Του φαινόταν πως ήταν μόνος στη γη, αυτός και το αντικείμενο της αγάπης του. Είναι, ωστόσο, αυτονόητο πως – αδιαφορώντας γι’ αυτόν – ο μεγάλος κόσμος τραβούσε τους ανεξιχνίαστους δρόμους του. Ήρθε η επανάσταση. Ο υπολοχαγός, ο ερωτευμένος Φαλλμεράυερ, καθόλου δεν την περίμενε.

   Αλλά η αναπάντεχη τροπή της μοίρας, όπως συμβαίνει συχνά σε στιγμές μεγάλου κινδύνου, ξύπνησε το κοιμισμένο του μυαλό· και ξαφνικά με διπλή διαύγεια κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι έπρεπε πάση θυσία να σώσει τη ζωή της αγαπημένης του γυναίκας, τη ζωή τη δική του και προπάντων τη ζωή της αγάπης τους. Κι αφού χάρη στο βαθμό του και στις ιδιαίτερες αρμοδιότητές του – και παρά την αναταραχή και τη σύγχυση που προκάλεσαν οι αιφνιδιαστικές εξελίξεις – είχε ακόμα αρκετά μέσα στη διάθεσή του, αποφάσισε αμέσως να τα αξιοποιήσει· κατάφερε, λοιπόν, τις πρώτες κιόλας μέρες του χαμού, κι ενώ ο Αυστριακός Στρατός διαλυόταν, ο Γερμανικός αποχωρούσε από την Ουκρανία, ο Κόκκινος των Ρώσων άρχιζε την επέλασή του και οι ξεσηκωμένοι μουζίκοι ετοιμάζονταν να κάψουν και να ληστέψουν τ’ αρχοντικά των μέχρι τότε αφεντάδων τους, ο Φαλλμεράυερ κατάφερε να εξασφαλίσει στην κόμησσα Βαλέβσκα δύο αυτοκίνητα, μισή ντουζίνα αφοσιωμένους άντρες με όπλα και πυρομαχικά, και τρόφιμα αρκετά για μία βδομάδα τουλάχιστον.   

   Ένα βράδυ – κι επειδή η κόμησσα αρνιόταν ακόμα να φύγει, δεν ήθελε να εγκαταλείψει το σπίτι της – ο Φαλλμεράυερ κατέφθασε με το αμάξι του και τους στρατιώτες του και ανάγκασε (με φωνές και σχεδόν δια της βίας) την αγαπημένη του να ξεθάψει τα κοσμήματα που είχε κρυμμένα στον κήπο και να ετοιμαστεί για την αναχώρηση. Όλη νύχτα τους πήρε αυτή η δουλειά. Σαν  χάραξε η γκρίζα και φθινοπωρινή αυγή, ήταν πια έτοιμοι να φύγουν. Στο καμιόνι, στην καρότσα του με την πάνινη τέντα, ανέβηκαν οι φαντάροι. Στο μικρότερο αυτοκίνητο, που οδηγούσε ένας στρατιώτης ακολουθώντας το καμιόνι, μπήκαν η κόμησσα και ο Φαλλμεράυερ. Είχαν αποφασίσει να μην τραβήξουν δυτικά, όπως έκαναν όλοι τότε, αλλά νότια. Δεν ήταν δύσκολο να μαντέψει κανείς πως όλοι οι δρόμοι προς τα δυτικά θα ‘ταν μπλοκαρισμένοι από το ρεύμα των στρατιωτικών μονάδων που υποχωρούσαν. Και ποιος ξέρει τι θα συναντούσαν στα σύνορα των νεοσύστατων κρατών της Δύσης! Ήταν πιθανό – και όπως αποδείχθηκε αργότερα αυτό συνέβη πράγματι – στα δυτικά σύνορα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας να ‘χουν ξεσπάσει νέοι πόλεμοι. Στην Κριμαία, άλλωστε, και στον Καύκασο η κόμησσα Βαλέβσκα είχε πλούσιους και ισχυρούς συγγενείς. Ακόμα και στο χαμό της επανάστασης μπορούσαν να ελπίζουν στη βοήθειά τους, αν τυχόν τη χρειάζονταν. Και το κυριότερο, ένα βαθύτερο ένστικτο έλεγε στους δύο εραστές πως όταν όλα γύρω τους κατέρρεαν, όταν το χάος απλωνόταν σε όλη τη γη, η μόνη ελπίδα ελευθερίας και σωτηρίας βρισκόταν στην αιώνια απεραντοσύνη της θάλασσας. Στη θάλασσα, λοιπόν, ήθελαν να φτάσουν. Υποσχέθηκαν στους άντρες, που θα τους συνόδευαν ως τον Καύκασο, πολλά λεφτά – σε καθαρό χρυσάφι. Και αναστατωμένοι, αλλά αισιόδοξοι, ξεκίνησαν.

   Ο Φαλλμεράυερ τα είχε ετοιμάσει όλα πολύ προσεκτικά, είχε προβλέψει εκ των προτέρων πιθανά και απίθανα εμπόδια. Κι έτσι κατάφεραν μέσα σε ελάχιστο χρόνο – τέσσερις μέρες συνολικά – να φτάσουν στην Τιφλίδα. Εκεί πλήρωσαν τους άντρες που τους είχαν συνοδεύσει τον συμφωνημένο τους μισθό, κράτησαν μόνο τον οδηγό και συνέχισαν  ως το Μπακού. Πολλοί Ρώσοι της αριστοκρατίας και της ανώτερης αστικής τάξης είχαν επίσης καταφύγει στον Νότο και στην Κριμαία. Παρότι αυτό ήταν το αρχικό τους σχέδιο, απέφυγαν να έρθουν σε επαφή με τους συγγενείς της κόμησσας – δεν ήθελαν να τους πάρει το μάτι κανενός γνωστού. Ο Φαλλμεράυερ βάλθηκε να βρει καράβι που θα οδηγούσε την αγαπημένη του και τον ίδιον από το Μπακού σ’ ένα λιμάνι λιγότερο επικίνδυνο. Εκεί βέβαια στάθηκε αδύνατον να μην πέσουν σε άλλους, λίγο-πολύ γνωστούς των Βαλέβσκι, που έψαχναν όπως και αυτός όλο αγωνία ένα καράβι για να γλιτώσουν – και η κόμησσα αναγκάστηκε να πει ένα σωρό ψέματα για τον Φαλλμεράυερ και τη σχέση της μαζί του. Τελικά κατάλαβαν πως μόνοι τους δεν θα κατόρθωναν να διαφύγουν. Κι έτσι συνεννοήθηκαν μ’ άλλους οχτώ, που ήθελαν να εγκαταλείψουν τη Ρωσία δια θαλάσσης, βρήκαν τον έμπιστο καπετάνιο ενός μάλλον σαραβαλιασμένου ατμόπλοιου και ταξίδεψαν αρχικά ως την Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου εξακολουθούσαν να φεύγουν κανονικά τα πλοία για την Ιταλία και τη Γαλλία.

   Τρεις βδομάδες αργότερα ο Φαλλμεράυερ και η αγαπημένη του γυναίκα έφταναν στο Μόντε Κάρλο, όπου οι Βαλέβσκι είχαν αγοράσει πριν από τον πόλεμο μια μικρή έπαυλη. Ο Φαλλμεράυερ ένιωθε στην κορυφή της ευτυχίας του, στην κορυφή της ζωής του. Τον αγαπούσε η ωραιότερη γυναίκα του κόσμου. Πιο σπουδαίο ακόμα: Αγαπούσε αυτός την ωραιότερη γυναίκα του κόσμου. Την είχε συνέχεια δίπλα του, όπως χρόνια ολόκληρα πριν την είχε μέσα του. Τώρα ζούσε ο ίδιος μέσα σ’ εκείνη. Στα μάτια της έβλεπε κάθε ώρα και στιγμή τον εαυτό του, όποτε ήταν κοντά της – και δεν υπήρχε ώρα της ημέρας που να μην είναι κοντά οι δυο τους. Αυτή η γυναίκα, που λίγο καιρό πριν δεν την άφηνε η περηφάνια της να υπακούσει στις επιθυμίες της καρδιάς και του κορμιού της· αυτή η γυναίκα τώρα ήταν παραδομένη χωρίς όρους και χωρίς δική της θέληση στο πάθος του Φαλλμεράυερ, ενός σταθμάρχη του Νότιου Αυστριακού Σιδηροδρόμου. Ήταν το παιδί του, η ερωμένη του, ο κόσμος του. Και σαν τον Φαλλμεράυερ, έτσι κι η κόμησσα Βαλέβσκα: Άλλο τίποτα δεν ήθελε. Η θύελλα της αγάπης, που από τη μοιραία νύχτα στο σταθμό του Λ. είχε αρχίσει να φουντώνει στην καρδιά του Φαλλμεράυερ, είχε πια συνεπάρει και τη γυναίκα, την είχε ξεσηκώσει και την είχε πάρει χιλιάδες μίλια μακριά από το σπίτι και τη ζωή της, από την πραγματικότητα που ήξερε και ζούσε. Την είχε παρασύρει στον άγριο και άγνωστο τόπο των συναισθημάτων και των σκέψεων. Αυτός ο τόπος ήταν πια η πατρίδα της. Ό,τι κι αν γινόταν στον μεγάλο ανάστατο κόσμο δεν τους ένοιαζε τους δυο τους. Η περιουσία που είχαν πάρει μαζί τους φεύγοντας τους εξασφάλιζε αρκετά χρόνια, χωρίς να χρειαστεί να δουλέψουν. Για το μέλλον δεν ανησυχούσαν. Όταν πήγαιναν στο καζίνο, το έκαναν με μια αίσθηση πλουσιοπάροχης άνεσης και ευχέρειας. Είχαν το περιθώριο να χάνουν χρήματα – και πράγματι έχαναν, λες και ήθελαν να επιβεβαιώσουν την αλήθεια του ρητού: Όποιος κερδίζει στην αγάπη χάνει στα λεφτά. Χαίρονταν και οι δυο μ’ αυτές τις χασούρες· σαν να τους έδινε η δεισιδαιμονία την επιβεβαίωση που χρειάζονταν για να ‘ναι σίγουροι για την αγάπη τους. Μα σαν όλους τους ευτυχισμένους δεν μπορούσαν να κρατηθούν και την έβαζαν συνέχεια σε δοκιμασία την ευτυχία τους· για να χαίρονται βλέποντάς τη να περνάει τις δοκιμασίες αυτές, και χάρη σ’ αυτές – ει δυνατόν – να μεγαλώνει κι άλλο...     


Δεν υπάρχουν σχόλια: