Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019

"Καρυωτάκης – Λαπαθιώτης, πλάι-πλάι…" γράφει ο Μεθόδιος Αργουμέντης (eimaistahaimoublogspot.gr, 17-18/2/2019)

..............................................................



Καρυωτάκης Λαπαθιώτης, πλάι-πλάι…









ΜΙΑ ΚΙΝΗΣΗ, ΜΙΑ ΚΙΝΗΣΗ ΜΟΝΑΧΑ…

        Στη γοητεία της σκιάς του ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

ΜΙΑ ΚΙΝΗΣΗ, ΜΙΑ ΚΙΝΗΣΗ ΜΟΝΑΧΑ, - μια κίνηση περήφανη κι’ απλή (τόσο μικρή, τόσο μικρή, μέσ’ στο μεγάλο Σύμπαν, τόσο μικρή, τόσο μικρή, κι’ ασήμαντη, κι’ απλή, που ζήτημ’ αν κανένας μας θα πρέπη να τ’ ονομάση κίνηση, το τιποτένιο αυτό, που θάχη κάνει ο μυς ενός δαχτύλου, σ’ ένα μικρό μοχλό μιας μηχανής!) -, και θάχουν όλα, Θε μου, σταματήσει, και θάχω φύγει, ξαφνικά, για πάντα, ξεχνώντας όλα, ξαφνικά, για πάντα, ξεχνώντας όλ’ αυτά που, τώρα, ξαίρω, κι αυτά που, τώρα, ζω, - κι’ εσάς, κι’ εμένα -, ξεχνώντας όλα, ξαφνικά, για πάντα, ξεχνώντας όλ’ αυτά που, τώρα, ξαίρω, κι’ αυτά που τώρα, ζω, - κι’ εσάς, κι’ εμένα -, ξεχνώντας ως κι αυτή τη μικρή κίνηση, που θάχη κάνει ο μυς ενός δαχτύλου, στο μικρό μοχλό μιας μηχανής, - γιατί την είχα κάνει, για ποιο λόγο, και τι με παρακίνησε, μια μέρα, να την κάνω, και πώς την είχα κάνει, με ποιον τρόπο -, τον τρόπο, και το λόγο, και το πού! Και θάχω φύγει, αφίνοντάς σας Θε μου, το σπαραγμένο και φριχτό αυτό πράμα, που κάποτε ήταν ζωντανό, μιλούσε και γελούσε, που κάποτε είχε λογισμούς, και κίνηση, και δράση, και που όλοι πιστεύαμε, - ως κι’ εγώ -, πως είμ’ Εγώ! Και θάχω φύγει, αφίνοντάς σας, Θε μου, το δίχως νόημα, και φριχτό, και φοβερό αυτό πράμα, το σπαραγμένο, ματωμένο πράμα, που βιάζεστε να κρύψετε, να θάψετε στο χώμα, γιατί δε θάχη λόγο, μέσ’ στην Πλάση, και για να μην το βλέπετε στα μάτια σας, μπροστά σας, αφού δεν είναι πια, - κι’ ίσως δεν ήταν, κι’ ίσως ποτέ, πραγματικά να μην ήταν Εγώ! (να υπήρχε τρόπος, ως κι αυτό, να τ’ αφανίσω, που κάποτε, για λίγο, ήμουν Εγώ, και που όλοι μας πιστεύαμε, - ως κι εγώ -, πως είμ’ Εγώ, -  και που ίσως το πιστεύετε πως είμαι, ακόμα, Εγώ!)… Μα εγώ θάμαι φευγάτος κι’ από σας, κι’ απ’ όλα, - κι από μένα -, και θάχω γίνει Εκείνο που ήμουν πρώτα, το Κάτι Εκείνο, το Μεγάλο, Θε μου, που ήμουν πρώτα, που τώρα, Θε μου, δε μπορώ να ξαίρω τι σημαίνει, - το Κάτι Εκείνο, που Αγαπώ, και Τρέμω, και Το Θέλω, και που Το Περιμένω, μέσ’ τη Νύχτα, και κάθε μέρα, νάρχεται, Το Νιώθω, μέσ’ στη Νύχτα, σαν ένα Τέλος φοβερό κι ανέλπιδο, - ένα Τέλος, που θάταν, ίσως, μια Λαμπρή κι’ Αφάνταστην Αρχή!...

                                                               1940 (1942)                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                     

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (1888 – 1944)

                                           
                                                               
   «Στη γοητεία της σκιάς του ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ» αυτήν την προμετωπίδα επιλέγει ο Ναπολέων Λαπαθιώτης να βάλει στο δικό του σπαραχτικό κείμενο, 13 με 15 χρόνια μετά τη δημοσίευση των «Ιδανικών Αυτόχειρων» του Κώστα Καρυωτάκη («Ελεγεία και Σάτιρες» - 1927), του ποιητή που, ως δηλώνει και η προμετωπίδα, τον γοήτευσε και ενστερνίστηκε, ως φαίνεται και από το υπόλοιπο έργο του (ποιητικό και πεζογραφικό), τη σκιά του.

ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημιά των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος…

Κώστας Γ. Καρυωτάκης (1896 – 1928)

   Προτελευταίο στις «Σάτιρές» του, το ποίημα του Καρυωτάκη. Σατιρικό, λοιπόν, το ποίημα, και σαρκαστικό απέναντι στο φόβο του θανάτου, σαρκαστικό απέναντι σ’ εκείνους δηλαδή, που ενώ έλκονται από την ιδέα της αναπότρεπτης αυτοχειρίας, έχουν τη «βεβαιότητα» (ή την ελπίδα;) πως κάτι θα γίνει πριν το τέλος και θα την αποφύγουν. Ματαίως, σαρκάζει ο ποιητής.

   Ο Λαπαθιώτης, καίτοι γοητευμένος από τον πεισιθάνατο Καρυωτάκη, στο πεζοτράγουδό του «Μια κίνηση, μια κίνηση μονάχα» φαίνεται πριν από το τέλος να φιλοσοφεί παρηγορητικά. Μ’ αυτές τις γραμμές τελειώνει τον σπαραχτικό μονόλογό του ο Λαπαθιώτης: «…το Κάτι Εκείνο, που Αγαπώ, και Τρέμω, και Το Θέλω, και που Το Περιμένω, μέσ’ τη Νύχτα, και κάθε μέρα, νάρχεται, Το Νιώθω, μέσ’ στη Νύχτα, σαν ένα Τέλος φοβερό κι ανέλπιδο, - ένα Τέλος, που θάταν, ίσως, μια Λαμπρή κι’ Αφάνταστην Αρχή!...». Πού θα γίνει αυτή η «Λαμπρή κι Αφάνταστη Αρχή» δεν το ορίζει ο ποιητής. Σε άλλο του πεζό ποίημα με τον τίτλο «Αυτόχειρες» ελπίζει σ’  αυτόν τον κόσμο, τον εδώ: «…Και πήρε την ανάσα του βαθιά!... Θ’ αυτοκτονούσε, δεν ήταν άλλη λύσις, - αλλά θ’ αυτοκτονούσε σα φιλόσοφος… Κι έγινε, τότε, μια γαλήνη μέσα του, που δεν την είχε ξαναδοκιμάσει… Κι όλα, κι όλα, γύρω του κι εντός του, πήραν μια καινούργια σημασία… Κι αγάπησε με πάθος τη ζωή του, λες και τη ζούσε πρώτη του φορά… Κι έζησε έτσι, δεν ξαίρω πόσα χρόνια – έζησε μάλλον όλα του τα χρόνια, πάντα με το σκοπό ν’ αυτοκτονήσει…». Πλατωνικές καταβολές διακρίνει ο σκηνοθέτης Τάκης Σπετσιώτης στο βιβλίο του για τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη «Χαίρε Ναπολέων» (εκδ. Άγρα, 1999): «Ο φιλοσοφικός βίος (αλλά θ’ αυτοκτονούσε σαν φιλόσοφος) έχει λοιπόν τη ρητή σημασία μιας νίκης επί του θανάτου. Μ’ αυτό τον τρόπο στερεί από το θάνατο τη ριζική του αρνητικότητα. Ο πλατωνικός φιλόσοφος θριαμβεύει επί του θανάτου, με την έννοια πως δεν τρέπεται σε φυγή μπροστά του, πως τον κοιτάζει κατάματα. Φιλοσοφία σημαίνει μελέτη θανάτου. Όσοι φιλοσοφούν, μπορούν να υπάρχουν ως ζώντες-νεκροί, ή να εκδηλώνουν την ύπαρξή τους, ως μια αναβληθείσα αυτοκτονία. Η αυτοκτονία αποτελεί την πραγματική απαρχή κάθε φιλοσοφίας.- Εκείνοι που φιλοσοφούν ορθά ασκούνται στο να πεθαίνουν και κανείς στον κόσμο δε φοβάται λιγότερο απ’ αυτούς το θάνατο (Φαίδων, 67ε)».

   Και ως τη στιγμή της αυτοκτονίας, έχει καλώς. Στις τελευταίες γραμμές του μονολόγου «…- σ’ ένα Τέλος φοβερό κι ανέλπιδο, - ένα Τέλος, που θα ‘ταν, ίσως, μια Λαμπρή κι Αφάνταστην Αρχή!...» διακρίνεται συνοπτικά, όπως και σε ορισμένα άλλα ποιήματά του, μια μεταφυσική, ανοργάνωτη που ανταποκρίνεται περισσότερο σε διαθέσεις ή σε φιλοσοφικές καταβολές του ρομαντισμού. Σα να διαφαίνεται ελπίδα μιας συνέχειας στη μετέπειτα ζωή. Επισημαίνω ωστόσο και την επίκληση του Θεού – μάλιστα 5 φορές μέσα στο μονόλογο – που ίσως θα μπορούσε να μιλήσει κανείς και για μεταφυσική θρησκευτικού χαρακτήρα, παρ’ ότι ο ποιητής είχε ζητήσει – απ’ τον τότε Αρχιεπίσκοπο, μάλιστα – να διαγραφεί από το «ποίμνιο» της εκκλησίας, όταν είχε «φλερτάρει» επ’ ολίγον και με τις ιδέες του κομμουνιστικού κινήματος. Είναι χαρακτηριστικό το σπουδαίο ποίημα του Λαπαθιώτη «Εκ Βαθέων» («Λυπήσου με, Θε μου, στο δρόμο που πήρα… - Λυπήσου με, Θε μου, στην απόγνωσή μου…») – τολμώ να πω – για το ότι δεν είχε κόψει τους δεσμούς του με το θρησκευτικό στοιχείο.

   Αντίθετα, τίποτα, απ’ όλ’ αυτά, δεν υπάρχει στον Καρυωτάκη. Η πραγματικότητα είναι πόνος, σωματικός και ψυχικός. Η ζωή εδώ είναι ή ήταν μόνο χώρος νοσταλγίας, νοσταλγίας με την κυριολεκτική της έννοια. Το να επιστρέφει κανείς εδώ πονάει. Οπότε ας απολαύσει την αναχώρησή του. Είναι η μόνη του δικαίωση.  (…Ύστερα και του βίου μου την προσπάθεια / αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνει / ωραία-ωραία με χώμα και με αγκάθια» - «Δικαίωσις»).


"Εκ βαθέων" - Ναπ. Λαπαθιώτης / Θάνος Ανεστόπουλος






"Δικαίωσις" - Κ. Καρυωτάκης / Ηδύλη Τσαλίκη






ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ

Τότε λοιπόν αδέσποτο θ’ αφήσω
να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου.
Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου
το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο.

Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,
και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου.
«Καληνύχτα, το φως χαιρέτισέ μου»
θα πω στον τελευταίο που θ’ αντικρίσω.

Όταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο,
η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει
—πρώτη φορά— σε τέσσερων τον ώμο.

Ύστερα, και του βίου μου την προσπάθεια
αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνει
ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: