Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

"Της Ματζουράνενας το χάλασμα" Διήγημα του Αθανασίου Θ. Γκράβαλη (1890 1974))

.....................................................








Αθανάσιος Θ. Γκράβαλης
(1890 - 1974)*








 Της Ματζουράνενας το χάλασμα




·       
         Διήγημα του Αθανασίου Θ. Γκράβαλη (1890-1974)

    ΣΑΝ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΡΗΜΑΞΕΙ και γκρεμνιστεί και φυτρώσουν χορτάρια στα θεμέλια του και δεν μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα, το λένε χάλασμα. Τότες οι γειτόνοι ρίχνουν τα σκουπίδια τους μέσα σ’ αυτό και μαζεύουνται και τα μωρά και παίζουν. Τα θεμέλια δεν λένε τίποτε ποτές κι ούτε ρωτούν τίποτε τα μωρά που παίζουν με δυνατές φωνές και το κάνουν το χάλασμα να ζωντανεύει κι αυτό, όπως τα μάγουλά τους που γίνονται κατακόκκινα, κνικάτα.
   Πριν να γίνει χάλασμα «της Ματζουράνενας το χάλασμα» ήτανε σπίτι.
   Η Ματζουράνενα ήτανε τότες μια στο μαχαλά. Καλοφαγού, λουσάτη, γλεντζού, πρώτη στα λειτουργήματα, πρώτη στα σεργιάνια.
   Η Γιουργής, ο νοικοκύρης της, ανέβαινε στο σπίτι πάντα με γεμάτα τα χέρια.
   Σαν μαγειρεύανε στο σπίτι της Ματζουράνενας μπαΐλντιζε ο μαχαλάς απ’ τα βουτύρατα και τις μυρουδιές.
   Η Ματζουράνενα η λενιώ ήτανε αρχοντογυναίκα. Φορούσε σάκο γουνωμένο και τα μαλλιά της τα ‘πλεκε «παγώνι» με το βελουδένιο τσεμπέρι της.
   Είχε και παιδιά. Έξι. Τρεις γιοί και τρεις κόρες.
   Ροδάκινα τα μάγουλα ολονών να τα σχίσεις με το νύχι. Οι κόρες καταδεχτικές και γλυκομίλητες. Για το χατίρι τους είχε πατινάδες κάθε βράδυ ο μαχαλάς.
   Της κυρα-Λενιώς της Ματζουράνενας δεν της κακοφαινότανε αυτά τα πράματα. «Νιάτα είναι», έλεγε, κι έγνεφε κρυφά στον άντρα της. Οι κοπελούδες κατεβάζανε τα μάτια κάνοντας πως δεν καταλαβαίνουν, και μόνο οι γιοι της, που καταλαβαίνανε τον κόσμο πλειά, μουρμουρίζανε κρυφά θυμωμένοι.
   Κι οι μανέδες και τα τραγούδια δεν παύανε.
   Πότε τραγουδούσανε τη Σμυρνιά, που πότιζε στο παραθύρι το βασιλικό της, και πότε εκείνο που έλεγε έτσι:
                                      Εσύ κοιμάσαι στα σεντονάκια
                                      Κι εγώ γυρίζω μες στα σοκάκια.
   Αλλιώτικα χρόνια τότες, και όμορφα και παρθένα κι αφτιασίδωτα ούλα τα πράματα.
   Γινότανε και τότες το κάθε τι που γίνεται και σήμερα και πάντα μα γινότανε έτσι που αναγάλλιαζες να το βλέπεις.
   Όμορφα ούλα, κι ο έρωτας πιο όμορφος ακόμα. Τότες οι κοπελούδες γνέφανε τον γιαβουκλού τους παίρνοντας των δικών τους την αποματιά. Κάνανε πως σάζανε τα μαλλιά τους, κάναν το μάτι μαριόλικα, κάνανε τα χείλια τους σαν να λέγανε κάτι, και σαν τες τσάκωνε κανένα μάτι βήχανε και ξεροκαταπίνανε.
   «Αχ», κάνανε τα κορίτσια κρυφά· «αμάν», τραβούσανε τα παλικάρια σκοπούς γεμάτα μεράκι.
   Της Ματζουράνενας όμως της Λενιώς οι κόρες δεν ήτανε να πούμε της σειράς. Μια και που πήγανε στο σκολειό και μαθανε γράμματα, έμαθαν να κάνουν και κάτι πράματα αλλιώτικα, που τα κάνουν μονάχα εκείνες που ξέρουν γράμματα κι είναι του συρμού και του κόσμου.
   Η πιο μικρή έγραψε μια φορά ένα ραβασάκι. Σαν το τσακώσανε έγινε άνω-κάτω ο μαχαλάς. Οι γριές κάνανε το σταυρό τους. «Μανούλα μ’ μασκαράδιανι η κόσμους», είπε μια, και οι άλλες κουνήσανε τα κεφάλια τους σαν να λέγανε ναι.
   Ύστερα το ‘παν της κυρα-Λενιώς, κι εκείνη την ξέσασε το βράδυ όπως έπρεπε. Την έδειρε και την  τράβηξε απ’ τα μαλλιά.
   «Είδες την παλιοσκρόφα!», είπε στον άντρα της. Εκείνος δεν είπε τίποτα. Παράγγειλε μονάχα να μην το μάθει ο μεγάλος ο γιος το βράδυ.
   Εκείνο το βράδυ οι μανέδες ήτανε πιο λυπητεροί στο μαχαλά. Τρίξανε όλα τα παραθύρια σιγά-σιγά, μπρόβαλαν κεφάλια, φάνηκε πού και που και κανένα φως και μόνο στης Ματζουράνενας το σπίτι ψυχή δεν ανάσανε.
   Το πρωί σαν βγήκε στην πόρτα η φταιξάρα έμοιαζε σαν κλιαμένη και σαν να μην είχε κοιμηθεί σταλιά.
   Έτσι ζούσε το σπίτι της Ματζουράνενας της Λενιώς πριν να γκρεμνίσει και να γίνει αλάνι και χάλασμα για να παίζουν μέσα τ’ς αμάδες τα μωρά και να πετάνε οι γειτόνοι τα σκουπίδια. Μα το σπίτι της Ματζουράνενας δεν βάσταξε πολύ, ξολοθρεύτηκε από θεμελιού.
   Πρώτος-πρώτος ο μεγάλος της ο γιος αρρώστησε στα καλά καθούμενα. Οι γιατροί είπαν πως είχε χτικιό.
   «Να φαν’ τη γλώσσα τους», είπε σαν τ’ άκουσε η Ματζουράνενα.
   Όταν τον θάψανε κι ένας χαμάλης έφερε τα σεντόνια της κάσας του, η Ματζουράνενα έσχισε τα ρούχα της να μην τύχει και τα κάψουν. «Κακό να βγάλουν όσοι λεν τέτοιου πράμα».
   Τα βάλανε στ’ αγιάζι και στο άστρο μια νυχτιά κι ύστερα σκεπαστήκανε μ’ αυτά τα παιδιά. Η Ματζουράνενα το καυχιότανε πως έκανε έτσι σ’ όλες τις γειτόνισσες. Έτσι ταξίδεψε σε λίγο κι ο γερο-Ματζουράνης κι άλλα τρία ακόμα παιδιά.
   Κι οι γιατροί λέγανε ακόμα πως η αρρώστια ήταν χτικιό και θέλανε να κάψουν τα ρούχα!
   Λέγοντας αυτό πέθανε με τη σειρά της κι η μάνα.
   Μείνανε πλειά στο σπίτι δυο μονάχα ψυχές. Ο Γιάννης, ένα μαυρομούστακο παλικάρι, κι η πιο μικρή η κόρη, η Αθηνά.
   Το μαράζι έπιασε τον Γιάννη πρώτα. Ξέρασε αίμα. Η αδερφή του τον κοίταζε κι άλλος κανένας δεν πατούσε στο σπίτι. Όποιος πέρνα απ’ έξω έφραζε το στόμα του να μην ανεσαίνει. Οι γειτόνισσες είχαν πάντα στον κόρφο τους απήγανο κι αψιφιά και ραίνανε με αγιασμό τα μωρά τους.
   Ο Γιάννης, έτσι που κόντευε να πεθάνει, άρχισε ν’ αγριεύει. Μια νύχτα σύρθηκε απάνω στην αδερφή του την ώρα που εκείνη κοιμότανε κι ανέσανε πολλές φορές  μέσα στο στόμα της και της γέμισε σάλια τα μούτρα. Σαν ξύπνησε κι έκανε να φύγει κι έμπηξε τις φωνές, την αγκάλιασε μ’ άγριο σφίξιμο και την έσφιγγε πιο δυνατά όσο καταλάβαινε πως σπαρταρούσε για να τον αποχωριστεί.  Ύστερα ξαπλώθηκε δίπλα της λαχανιασμένος και ξεψύχησε με το γέλιο στα μούτρα. Τα μάτια του π’ απόμειναν ανοιχτά είχαν μέσα στη γυαλένια φέξη τους μια γλύκα.
   Σαν θάψανε το Γιάννη πλάγιασε κι η Αθηνά.
   Αυτή δεν βάσταξε πολλές μέρες. Μην έχοντας κανέναν να της δώσει μια κουταλιά νερό, σύρθηκε ως την εξώπορτα κι ακούμπησε το κεφάλι της στα σκαλοπάτια. Έτσι που κοίτουνταν, ένας ζητιάνος της έβρεξε λίγο το κούτελο τη νύχτα που ξεψυχούσε. Ως πού να βγει η ψυχή της, τα κρουσταλλένια μάτια της κοιτάζαν το σοκάκι όλη τη νύχτα, που ήταν βουβό πλεια χωρίς πατινάδες και τραγούδια.
   Έτσι έσβησε το σπίτι της Ματζουράνενας κι έγινε αλάνι και χάλασμα. Μάδησε πέτρα προς πέτρα ως τα θεμέλια κι έγινε ίσωμα και φύτρωσαν χορτάρια απάνω του, κι έγινε τόπος για να πετάν τα σκουπίδια οι γειτόνοι και να παίζουν μέσα τ’ς αμάδες τα μωρά με τα κόκκινα μάγουλα.
   Μόνο τη νύχτα το χάλασμα της Ματζουράνενας ήταν βουβό.
   Σαν περνούσαν τότε από κει τα μωρά κάναν το σταυρό τους και λέγαν «Ισούς Χριστός νικά», και τραγουδούσανε φωναχτά για να πιστέψουν πως δεν φοβάνται.   

  

 [1] Ο Αθανάσιος Γκράβαλης γεννήθηκε στο Αϊβαλί το 1890. Το 1915 καταδιώχθηκε από το Νεοτουρκικό Κομιτάτο και κατέφυγε πρόσφυγας στη Μυτιλήνη. Το 1918 επιτράπηκε η παλιννόστησή του και επέστρεψε στο Αϊβαλί, αλλά μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη οριστικά. Εργάστηκε ως αρθρογράφος και σχολιαστής σε εφημερίδες της Λέσβου. Το μοναδικό του λογοτεχνικό βιβλίο, οι Σπασμένες Κολώνες, εκδόθηκε το 1930 και περιλαμβάνει 42 αφηγήματα. Κάποια από αυτά επανεκδόθηκαν σε ένα βιβλίο από τη σειρά των εκδόσεων Στιγμή "Ασυνήθιστες Ιστορίες", την οποία επιμελήθηκε ο Ε.Χ. Γονατάς. Ο Αθανάσιος Γκράβαλης πέθανε το 1974. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: