Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Εις μνήμην Λευτέρη Βογιατζή... (2/5/2013 - 2/5/2017)

........................................................





 Λευτέρης
Βιογιατζής
(1944 - 2013)






‘’- Την πολιτική κατάσταση την παρακολουθείτε;
-Πολύ, αλλά χωρίς να βγάζω συμπέρασμα. Τίποτα δεν είναι διαφανές, τίποτα δεν πάει καλά. Πώς δεν κουράζονται οι πολιτικοί με τον εαυτό τους; Εγώ βγαίνω το πρωί έξω και μόνο με τον ήλιο που με χτυπάει στο κεφάλι, εισπράττω την πρώτη απογοήτευση της μέρας. Εκείνοι πού βρίσκουν τόσο κουράγιο και χρόνο για το κυνήγι της εξουσίας ;’’
                                                              Λευτέρης Βογιατζής
                                            (συνέντευξη στην «Ε»,11/11/2007)



‘’…Η υποκριτική πρέπει με κάποιο τρόπο να μεταφέρει αυτή την αγωνία του ανθρώπου που προσπαθεί να εκφραστεί χωρίς να ξέρει με ποιο τρόπο ακριβώς…
…- Τι ζητάς από τους ηθοποιούς σου;
- Εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, όσο γίνεται, και στην κοινή προσπάθεια, όχι σιγουριά. Γιατί ακόμη κι αν υπάρχει ταλέντο, αν δεν υπάρχει δεκτικότητα, τα πράγματα γίνονται δύσκολα. Και θέλω και την «αθωότητα» τού να αντιμετωπίζουν ως κάτι φυσικό το γεγονός της άγνοιάς τους – θέλω να πω, μπορεί να μην κατέχουν κάτι τη δεδομένη στιγμή, το οποίο μπορεί να κατακτήσουν σε λίγο. Αυτό τι σημαίνει; Με το να μοιράζονται αυτή την άγνοια, τη χρησιμοποιούν, την αντιμετωπίζουν δημιουργικά.
-         Πόσο χρειάζεται το μυαλό, πόσο σημαντική είναι η ευφυΐα του ηθοποιού;
- Η κατανόηση στο θέατρο δεν έχει να κάνει με την εκλογικευμένη κατανόηση. Άλλωστε, και σ’ αυτό το είδος κατανόησης υπάρχουν συμβατικά όρια, δεν είναι ποτέ εντελής. Στο σχολείο έξυπνοι μαθητές δεν τα καταλαβαίνουν όλα, αλλά έχουν την ευχέρεια να πείθουν ότι κατάλαβαν. Υπάρχουν άνθρωποι στον χώρο μας που μιμούνται την τρέχουσα γλώσσα της κριτικής ή της διανόησης, κι ενώ έχουν επιφανειακές γνώσεις περνιούνται για ευφυείς και καλλιεργημένοι…

                                                                Λευτέρης Βογιατζής
                                                     (από τη «LIFO», 15/10/2009)



Paul Celan, «Η Φούγκα Του Θανάτου» (μτφρ. - επίμετρο: Γιώργος Καρτάκης) (http://www.poiein.gr, 21/4/2017)

...........................................................


Paul Celan, «Η Φούγκα Του Θανάτου» (μτφρ. - επίμετρο: Γιώργος Καρτάκης)

ΑΠΡ 21



(Μάουτχαουζεν, 30 Ιουλίου 1942, Ορχήστρα συνοδεύει 
αιχμαλώτους στο δρόμο προς την εκτέλεση)

Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε το βράδυ
πίνουμε μεσημέρι και πρωί το πίνουμε τη νύχτα
πίνουμε και πίνουμε
ανοίγουμε ένα μνήμα στους αιθέρες εκεί δεν είναι κανείς στριμωχτά
Στο σπίτι κατοικεί ένας άντρας παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν πέφτει σκοτάδι στη Γερμανία
τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα

το γράφει και βγαίνει απ΄το σπίτι κι αστράφτουν τ΄αστέρια
σφυρίζει τα σκυλιά του να ΄ρθούν
σφυρίζει στους Εβραίους του να βγουν τους βάζει να σκάψουν ένα μνήμα στη γη
μας προστάζει παίξετε τώρα για χορό

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε μεσημέρι και πρωί σε πίνουμε βράδυ
πίνουμε και πίνουμε
Στο σπίτι κατοικεί ένας άντρας παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν πέφτει σκοτάδι στη Γερμανία
τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίθ

ανοίγουμε ένα μνήμα στους αιθέρες εκεί δεν είναι κανείς στριμωχτά
Φωνάζει σκάψτε βαθύτερα στο χώμα εσείς κι εσείς οι άλλοι τραγουδήστε και παίξτε
αρπάζει από τη ζώνη το σιδερικό το κραδαίνει τα μάτια του είναι γαλανά
καρφώσετε βαθύτερα το φτυάρι εσείς κι εσείς οι άλλοι παίζετε ακόμα για χορό

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε μεσημέρι και πρωί σε πίνουμε βράδυ
πίνουμε και πίνουμε
Στο σπίτι κατοικεί ένας άντρας τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίθ παίζει με τα φίδια

Φωνάζει παίξτε το θάνατο ακόμα πιο γλυκά ο θάνατος
είναι ένας μάστορας από τη Γερμανία
φωνάζει βαθύνετε τον ήχο των βιολιών και τότε θ΄ανεβείτε σαν καπνός στους αιθέρες
τότε θα βρείτε ένα μνήμα στα σύννεφα εκεί δεν είναι κανείς στριμωχτά

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε μεσημέρι ο θάνατος είναι ένας μάστορας από τη Γερμανία
σε πίνουμε το βράδυ το πρωί
πίνουμε και πίνουμε
ο θάνατος είναι ένας μάστορας από τη Γερμανία τα μάτια του είναι γαλανά
σε πετυχαίνει με μολύβι καυτό σου ρίχνει δεν σφάλει
Στο σπίτι κατοικεί ένας άντρας τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
αμολά τα σκυλιά καταπάνω μας
μας χαρίζει ένα μνήμα σε αιθέρες
παίζει με τα φίδια και ονειρεύεται ο θάνατος είναι ένας μάστορας
από τη Γερμανία

τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίθ


*

Todesfuge
Schwarze Milch der Frühe wir trinken sie abends
wir trinken sie mittags und morgens wir trinken sie nachts
wir trinken und trinken
wir schaufeln ein Grab in den Lüften da liegt man nicht eng
Ein Mann wohnt im Haus der spielt mit den Schlangen der schreibt
der schreibt wenn es dunkelt nach Deutschland
dein goldenes Haar Margarete
er schreibt es und tritt vor das Haus und es blitzen die Sterne
er pfeift seine Rüden herbei
er pfeift seine Juden hervor läßt schaufeln ein Grab in der Erde
er befiehlt uns spielt auf nun zum Tanz
Schwarze Milch der Frühe wir trinken dich nachts
wir trinken dich morgens und mittags wir trinken dich abends
wir trinken und trinken
Ein Mann wohnt im Haus der spielt mit den Schlangen der schreibt
der schreibt wenn es dunkelt nach Deutschland
dein goldenes Haar Margarete
Dein aschenes Haar Sulamith
wir schaufeln ein Grab in den Lüften da liegt man nicht eng
Er ruft stecht tiefer ins Erdreich ihr einen ihr andern singet und spielt
er greift nach dem Eisen im Gurt er schwingts seine Augen sind blau
stecht tiefer die Spaten ihr einen ihr anderen spielt weiter zum Tanz auf
Schwarze Milch der Frühe wir trinken dich nachts
wir trinken dich mittags und morgens wir trinken dich abends
wir trinken und trinken
ein Mann wohnt im Haus dein goldenes Haar Margarete
dein aschenes Haar Sulamith er spielt mit den Schlangen
Er ruft spielt süßer den Tod der Tod ist ein Meister aus  Deutschland
er ruft streicht dunkler die Geigen dann steigt ihr als Rauch in die Luft
dann habt ihr ein Grab in den Wolken da liegt man nicht eng
Schwarze Milch der Frühe wir trinken dich nachts
wir trinken dich mittags der Tod ist ein Meister aus Deutschland
wir trinken dich abends und morgens wir trinken und trinken
der Tod ist ein Meister aus Deutschland sein Auge ist blau
er trifft dich mit bleierner Kugel er trifft dich genau
ein Mann wohnt im Haus dein goldenes Haar Margarete
er hetzt seine Rüden auf uns er schenkt uns ein Grab in der Luft
er spielt mit den Schlangen und träumet der Tod ist ein Meister aus
Deutschland
dein goldenes Haar Margarete
dein aschenes Haar Sulamith


*********************************************************


«Η φούγκα του θανάτου», το «ποίημα του αιώνα» σύμφωνα με τον Βόλφγκανγκ Έμμεριχ, «η Γκουέρνικα της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής λογοτεχνίας» κατά τον Τζον Φέλστινερ, δημιουργήθηκε όπως όλα δείχνουν μετά το 1945. Φίλοι του ποιητή τον θυμούνται να επιμελείται το ποίημα στο Τσέρνοβιτς. Στα διασωθέντα χειρόγραφα αυτής της επεξεργασίας ο ίδιος ο Τσέλαν έχει σημειώσει επίσης την χρονολογία «1944». Ο είκοσι τετράχρονος τότε ποιητής είχε μόλις αφεθεί ελεύθερος από το ρουμανικό στρατόπεδο αναγκαστικής εργασίας και επιστρέψει στην γενέτειρα πόλη του - χωρίς τους γονείς του, οι οποίοι θα άφηναν αργότερα την τελευταία τους πνοή ως αιχμάλωτοι σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αυτές οι τραυματικές εμπειρίες, γεμάτες θλιβερές εικόνες, αποτελούν το εφαλτήριο για να γραφτεί το διάσημο αυτό ποίημα.
Ένα περαιτέρω κίνητρο για την γραφή της «φούγκας του θανάτου» έγινε το ποίημα «Αυτός» του φίλου, επίσης γερμανόφωνου Ρουμάνου ποιητή, Ιμμάνουελ Βάισγκλας, το οποίο ομοίως έχει γραφτεί από τον δημιουργό του μετά από τον εγκλεισμό του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Θα μπορούσε να πει κάποιος, ότι ανάμεσα στους δυο φίλους υπήρξε μια κατά κάποιο τρόπο ποιητική άμιλλα, η οποία τελικά και οδήγησε στην γένεση του συγκεκριμένου ποιήματος.
Το ποίημα, που φέρει αρχικά τον τίτλο «Το ταγκό του θανάτου», δημοσιεύεται σε ρουμανική μετάφραση το 1947 στο περιοδικό Contemporanul και ένα χρόνο αργότερα συμπεριλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή «Η άμμος των τεφροδόχων» σε γερμανική γλώσσα. Η κυκλοφορία της συλλογής είναι, ωστόσο, περιορισμένη, αφού ο Τσέλαν θα την αποσύρει σύντομα εξαιτίας «τυπογραφικών λαθών που αλλοιώνουν το νόημα στίχων». Η ενσωμάτωση του τελικά, το 1952, στην ποιητική συλλογή «Μήκων και Μνήμη» θα κάνει το ποίημα διάσημο.
Ήδη μέσα στον τίτλο του ποιήματος κρύβεται μια αντιφατική σύζευξη: Θάνατος και Μουσική - Χάος και Τάξη. Η μετονομασία του ποιήματος από «ταγκό του θανάτου» σε «φούγκα του θανάτου» διευρύνει επίσης τη σημασία που μπορεί να αποδοθεί στον τίτλο: Η φούγκα αποτελεί το μουσικό σύνολο της δημιουργίας του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, ενός «μάστορα από την Γερμανία». Ο όρος «φούγκα του θανάτου» μπορεί έτσι να θεωρηθεί, πως επισκιάζει αμφισβητώντας αυτόν τον πρωτομάστορα της μουσικής. Επισκίαση που ήταν αισθητή, όταν μπροστά από τα οικήματα των δημίων μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ηχούσαν οι φούγκες του Μπαχ, τις οποίες έπαιζε η ορχήστρα των κρατουμένων.
«Η φούγκα του θανάτου» δεν είναι ένα ποίημα για το Άουσβιτς, όπως εικάζεται συχνά, αλλά αποτελεί μια ποιητική σύνθεση μνημόσυνο για το σύνολο των θυμάτων στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης. Στόχος του ποιήματος δεν είναι η εικονική αναπαραγωγή σκηνών εξόντωσης, αλλά η προσπάθεια ανάκλησης στη συνείδηση γεγονότων, υποδεικνύοντας την σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε ένα προοδευμένο πολιτισμό και την αγριότητα που ο ίδιος αυτός ο πολιτισμός επιδεικνύει.
Το μέχρι και στην τελευταία του λεπτομέρεια άρτια επεξεργασμένο από γλωσσική άποψη ποίημα είναι δομημένο πάνω στη βάση της αντιπαράθεσης. Κατ΄αρχάς, η ανακολουθία ανάμεσα στη φόρμα και το περιεχόμενο - από την μια πλευρά η ποιητική και ρυθμικά ρέουσα γλώσσα, και από την άλλη τα αποτρόπαια γεγονότα - προξενεί μια σχεδόν μαγική επίδραση στον αναγνώστη, η οποία ακολούθως συνεπικουρείται σε όλο το μήκος του ποιήματος από κρυπτογραφημένους κώδικες όπως: «μαύρο γάλα», «μνήμα στους αιθέρες», «τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα / τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίθ», «παίζει με τα φίδια».
Στην μια πλευρά στέκουν τα θύματα - το «Εμείς» - που σκάβουν στον εξωτερικό χώρο και παίρνουν την διαταγή να παίξουν για χορό, και στην άλλη υπάρχει «ένας άντρας», ίσως ο δεσμοφύλακας, που αντιπροσωπεύει τους δράστες. Ο άντρας βρίσκεται μέσα σε ένα σπίτι και δίνει από εκεί διαταγές, γράφει ένα γράμμα σε μια γυναίκα, η οποία λόγω των χαρακτηριστικών και του ονόματος της (Μαργαρίτα) ενσαρκώνει το σύνολο των Γερμανίδων γυναικών. Αυτή η αντιπαραβολή - η οποία λειτουργεί όμοια όπως η φωνή και η αντήχηση, η μορφή και η σκιά - δημιουργεί την δραματική φόρτιση στο λόγο.
Το ποίημα είναι γραμμένο πάνω στο μέτρο του μουσικού όρου της «φούγκας», ο οποίος προέρχεται από την λατινική λέξη «fuga» που σημαίνει φυγή, τροπή, απόδραση, ενώ στα Γερμανικά, απ’ όπου και κατάγεται, σημαίνει «αρμός» (Fuge). Χρησιμοποιήθηκε ήδη από τον ύστερο Μεσαίωνα, για να χαρακτηρίσει είδη αντιστικτικής σύνθεσης που βασίζονταν στη μίμηση, και ειδικότερα το είδος που ονομάζουμε σήμερα κανόνα. Ο κανόνας είναι ένα πολυφωνικό έργο, στο οποίο όλες οι φωνές τραγουδούν την ίδια μελωδία, αρχίζουν όμως ή μία μετά την άλλη με διαφορά φάσης κάποιων μέτρων. Ο Τσέλαν μεταφράζει αυτό το ηχητικό σχήμα σε ακολουθίες, σύμφωνα με το μοτίβο «Λέξη - Ήχος - Εικόνα», ενώ παράλληλα από το ποίημα απουσιάζει οποιοδήποτε σημείο στίξης.
Με ποικίλα δάνεια από τους τομείς της μουσικής, της λογοτεχνίας - το όνομα Μαργαρίτα από τον Φάουστ - και της θρησκείας - η παρθένος Σουλαμίθ από το Άσμα Ασμάτων - το ποίημα διασχίζει τις παραδοσιακές καλλιτεχνικές φόρμες και «συν-αρμολογεί» φαινομενικά αταίριαστες μεταξύ τους αντιθέσεις, όπως τον ρομαντικό επιστολογράφο με τον αδίστακτο δράστη ή την ευαισθησία με την αναλγησία και την ωμότητα. Κατ΄αυτό τον τρόπο αποφεύγεται η μονοσήμαντη στερεοτυπία και ανάγεται σε ποιητική αλληγορία μια σχεδόν αδύνατον στο να εκφραστεί με άλλα μέσα οδύνη.
.
Ακούστε εδώ τον Πάουλ Τσέλαν στην απαγγελία του ποιήματος ΕΔΩ
~
Σήμερα, στις 20.30, στο Τμήμα Φιλολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης, Ρέθυμνο, πραγματοποιείται η διάλεξη του ποιητή-μεταφραστή Γιώργου Καρτάκη, «“Σαν φωνήματα σκόρπια'. Μεταφράζοντας τον Paul Celan»

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

«Ένας φίλος», ο Επίλογος και ένα υστερόγραφο - από τους «Ανθρωποφύλακες» του Περικλή Κοροβέση

..........................................................





Περικλής Κοροβέσης (γ. 1942, Αργοστόλι Κεφαλονιάς)








 



·«Ένας φίλος», ο Επίλογος και ένα υστερόγραφο 

από τους «Ανθρωποφύλακες» του Περικλή Κοροβέση

(εκδ. "Ηλέκτρα", 2007) 
 






         ...Ένας φίλος


   Μια νοσοκόμα αξιωματικίνα, όταν τύχαινε να ‘ναι μόνη της στο δωμάτιο, μου μίλαγε μ’ έναν τέτοιο τρόπο, που ένας μη φανατικός θα μπορούσε να το ονομάσει ακόμα και συμπάθεια. Μου έσιαχνε το μαξιλάρι, τα σκεπάσματα, με φώναζε – δεν ξέρω για ποιο λόγο – Νικολάκη, επέμενε να τρώω όλο το φαγητό και πραγματικά θύμωνε όταν έπαιρνε τον δίσκο απείραχτο. Μου έλεγε πως μού χρειάζεται ένα γερό ξύλο για να βάλω μυαλό. Αλλά το έλεγε με τέτοιο αθώο τρόπο, που σίγουρα αγνοούσε τι σήμαινε πραγματικά ένα γερό ξύλο και μου ερχόταν κάτι σαν διάθεση γέλιου.
    Μια μέρα ήρθε να πάρει το φαγητό. Με έκπληξη διαπιστώνει πως ο δίσκος ήταν εντελώς άδειος. Πραγματικά ενθουσιάστηκε. Ο ασφαλίτης έλειπε και ο απ’ έξω φρουρός, ο φαντάρος, είχε πιάσει την κουβέντα στο βάθος του διαδρόμου. Αφού βεβαιώθηκε δυο τρεις φορές πως έτσι έχουνε τα πράγματα, μου είπε:
   «Γιατί, βρε Νικολάκη μου, δεν κάνεις κάθε μέρα το ίδιο; Είσαι πολύ αδύνατος. Τρώε το φαγητό σου να γίνεις καλά, να πας όπου αλλού στην ευχή της Παναγίας, να ησυχάσεις από δαύτους. Μην τους μπαίνεις, κάνε τον κουτό λιγάκι. Χέρι που δεν μπορείς να το δαγκάσεις, φίλα το».
   Μού μίλαγε με πραγματική συγκίνηση. Μού ‘ρθε να της φιλήσω το χέρι. Πήρα θάρρος και τη ρώτησα γιατί με φωνάζει Νικολάκη κι όχι με το πραγματικό μου όνομα, που είναι Περικλής Κοροβέσης. Έδειξε κατάπληξη. Μετά μου εξήγησε πολύ φυσικά πως μ’ έχουν γραμμένο Νικόλαο Πανόπουλο, Σταυρόπουλο, κάπως έτσι· δεν το θυμότανε καλά. Σταμάτησε απότομα. Κάτι κατάλαβε, κάτι κατάλαβα κι επακολούθησε εκείνη η αμηχανία που δημιουργείται μετά τις γκάφες. Ύστερα, συνέχισε με τον ίδιο πονεμένο και τρυφερό πόνο τις απόψεις της για τη Χούντα, που την πίστευε.
    Από τα πολλά παραδείγματα, θα διάλεγε μόνο κάτι δικό της. Είχε ένα μικρό αυτοκινητάκι που το ‘χε πάρει με πολλές θυσίες. Εκείνη μονάχα ήξερε πώς το πήρε· το χρωστάει ακόμα. Ε, λοιπόν, πριν από την 21η, κάθε βράδυ πήγαιναν Λαμπράκηδες και της κατουράγανε την πόρτα του αυτοκινήτου και κάθε πρωί πήγαινε μ’ έναν κουβά νερό να το καθαρίσει. Αυτό είχε γίνει πραγματικό μαρτύριο. Σε τι αστυνομίες είχε πάει, σε τι εκατό είχε τηλεφωνήσει! Τίποτα! Οι αστυνομίες πού να προλάβουν. Έπρεπε, κάθε μέρα, να τρέχουν στα συλλαλητήρια και να τρώνε ξύλο από τους κομμουνιστές. Μόλις έγινε η «επανάσταση», το κακό σταμάτησε με το μαχαίρι. Το αυτοκίνητο από τότε ήταν πεντακάθαρο.
   «Να τι θα πει επανάσταση. Όλοι οι άνθρωποι έχουν βρει την ησυχία τους. Οι εφημερίδες πια δεν γράφουν ό,τι θέλουνε. Τα λεωφορεία δεν κάνουν απεργίες. Γιατί, βρε παιδάκι μου, δεν σ’ αρέσει το καλό του τόπου μας;»

                                      …Επίλογος

   Οι φυλακές είχανε γεμίσει και δεν χωράγανε άλλους. Όταν φτάσαμε στην Αίγινα, δεν είχανε κρεβάτια και μας δώσανε δυο σανίδες και δυο κουβέρτες. Οι παλιοί λέγανε πως όπου να ‘ναι θα δοθεί και μια αμνηστία για να βγάλουνε τουλάχιστον αυτούς που είχανε πιάσει κατά τύχη. Πράγματι, δόθηκε κάτι που το λέγανε αμνηστία, φύγανε αυτοί που είχανε πιαστεί κατά τύχη κι εμείς μείναμε στη φυλακή. Πάλι όμως δεν είχε χώρο. Ύστερα από τρεις μήνες, δώσανε απολυτήριο σε όσους από μας τύχαινε να ‘ναι η πρώτη φυλακή.
   Έγινε όμως κάτι περίεργο. Μόλις υπογράψαμε το απολυτήριο, μας περάσανε πάλι τις χειροπέδες και, με τεράστια συνοδεία, μας βάλανε στη γραμμή δυο-δυο και – με το απολυτήριο στην τσέπη – μας πήγανε ξανά στην Ασφάλεια. Κάποιος από μας είχε καρφιτσώσει το απολυτήριο στον κόρφο του και φώναξε  μέσα στο πλοίο που μας πήγαινε από την Αίγινα στον Πειραιά:
   «Τώρα είμαι κι εγώ λεύτερος σαν κι εσάς· έχω και χαρτί μάλιστα, που λέει πως είμαι ελεύθερος. Εσείς έχετε χαρτί; Τώρα για τις χειροπέδες θα μου πείτε «ψιλά γράμματα!». Κι εσείς έχετε, αλλά δεν τις βλέπετε».
   Η συνοδεία δεν του είπε τίποτα.
   Στην Ασφάλεια μάς ζητάγανε δηλώσεις μετανοίας. Από μας κανείς δεν υπέγραψε. Τους πάνω από τα τριάντα τους στείλανε εξορία. Τους υπόλοιπους, ύστερα από αρκετές μέρες στην Ασφάλεια, μας άφησαν ελεύθερους, με την υποχρέωση να δίνουμε δύο φορές παρόν στην Ασφάλεια.
   Είχα και δύο τελευταίες συζητήσεις με τον Γκραβαρίτη και τον Καραπαναγιώτη. Ο Γκραβαρίτης μού έλεγε πως ό,τι έγινε, έγινε και πρέπει να το ξεχάσουμε. «Πάνε αυτά, περάσανε, τώρα είμαστε φίλοι!». Δεν φταίει αυτός. Τι να σου κάνει; Υπάλληλος είναι, έχει γυναίκα και δύο παιδιά. Τι νομίζω πως παίρνει; Πενταροδεκάρες. Ύστερα από είκοσι χρόνια υπηρεσίας δεν μπορεί να πάρει ένα δεύτερο πουκάμισο· κι αυτός προλετάριος είναι, που τον εκμεταλλεύονται άλλοι. Βγάζει όλη τη δουλειά αυτός και τελικά ο Καραπαναγιώτης παίρνει τους βαθμούς. Έτσι του ‘ρχεται να δώσει μια κλωτσιά και να τα παρατήσει όλα, να γίνει αλήτης και να κοιμάται κάτω από τις γέφυρες. Καλύτερα θα ‘ναι. Εμένα πολύ μ’ έχει εκτιμήσει και μ’ έχει παραδεχτεί. Ό,τι θέλω, στη διάθεσή του. Να περνάω να τον βλέπω, να πίνουμε καφέ και κανένα βραδάκι να πάρουμε τις γυναίκες μας και να πάμε να πιούμε κανένα κρασάκι. Να γνωριστούμε και οικογενειακώς.
   Ο Καραπαναγιώτης μ’ αποχαιρέτησε αλλιώς.
   «Είμαι σίγουρος πως θα το μετανιώσω που σ’ αφήνω. Από την πρώτη στιγμή που σε είδα, δεν σε χώνεψα. Μη γελαστείς και νομίσεις πως μπορείς να μου κάνεις τίποτα. Έχω διαταγές για όλα όσα κάνω», μου έδειξε ένα ντοσιέ. «Εγώ εκτελώ διαταγές και δεν μ’ ενδιαφέρει η πολιτική. Όποια κυβέρνηση και να ‘ναι, δεν μ’ ενδιαφέρει. Εγώ διαταγές εκτελώ. Μη νομίσεις πως θα σε στείλω στην εξορία για να μου κάνεις τον ήρωα. Δεν είμαι τρελός να δώσω στελέχη στο ΚΚΕ. Και πέντε χρόνια να μείνεις εξορία, θα γυρίσεις επαγγελματικό στέλεχος του ΚΚΕ. Μη νομίσεις πως τώρα είσαι ελεύθερος, φυλακή είσαι πάλι, αλλά με πιο μεγάλη αυλή. Κιχ να κάνεις, χάθηκες. Στη φυλακή είχες μάσες, ξάπλες, φούμες, όλα τζάμπα. Άντε τώρα να δουλέψεις, να βγάλεις το μεροκάματο, και τα λέμε. Να δούμε αν θα μείνει καιρός για πολιτική. Λοιπόν, τελευταία συμβουλή: μακριά από το θέατρο. Να αλλάξεις επάγγελμα, να γίνεις υπάλληλος, να νοικοκυρευτείς. Να ‘χεις μια τακτική ζωή. Παρέες και τέτοια κομμένα. Είναι ο μόνος τρόπος να σωθείς. Αν τυχόν σε ξαναφέρουνε εδώ, έχεις τον λόγο της τιμής μου: χάθηκες. Τώρα μπορείς και περπατάς. Ε, την άλλη φορά δεν πρόκειται να ξανασηκωθείς. Στρίβε.»


                                  Υστερόγραφο
  
   Αυτό το βιβλίο δεν θα γραφόταν ποτέ, αν οι φιλήσυχοι και αντικειμενικοί άνθρωποι όλης της γης δεν βοηθούσαν, με την αδιαφορία τους και τη σιωπή τους, στην επέκταση και στη συνέχιση των βασανιστηρίων. Εδώ, θα μπορούσαμε να εντάξουμε και ανθρώπους σαν τον ερευνητή του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, Μαρτί, που δεν βρήκε την ταράτσα ή σαν τον Αμερικανό γερουσιαστή Πουσίσκυ, που αφού «συνομίλησε με εκατοντάδες κρατουμένων, κατέληξε εις το συμπέρασμα ότι αι καταγγελίαι περί βασανιστηρίων και απανθρωπιών ήσαν τελείως αναληθείς και καθαρά μυθεύματα» ή ακόμα ανθρώπους σαν τους Εγγλέζους βουλευτές που συμμετείχαν στην περίφημη αποστολή Φρέιζερ, και που αποκάλυψαν, μαζί με τους Sunday Times, ότι «αυτές οι δουλειές είναι λίαν επικερδείς».