Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Απόσπασμα από το θεατρικό έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956) «Ο κύκλος με την κιμωλία» (μτφ. Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996) εκδ. Εταιρία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1974)

 ..............................................................




·      Απόσπασμα από το θεατρικό έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956) «Ο κύκλος με την κιμωλία» (μτφ. Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996) εκδ. Εταιρία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1974)

 

     Από την Δ’ Πράξη

 

…ΑΖΤΑΚ : «Να τος ο Δικαστής!» Ε, αυτό είναι κάτι, που δεν έχει ξανακουστεί ποτέ, σ’ όλη τη χώρα της Γεωργίας. Πολίτες, που είναι ο Εξοχώτατος Κύριος Κυβερνήτης; (Δείχνοντας το χώμα) Εδώ βρίσκεται, ξένε, ο Εξοχώτατος. Και πού είναι ο Προϊστάμενος των Φόρων; Πού είναι ο Πατριάρχης; Πού είναι ο Αρχηγός της Φρουράς; Εδώ, εδώ και πάλι εδώ, κι όλοι τους εδώ! Αυτό, σύντροφοι, περίμενα από σας, αυτό!

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Πιο σιγά, μη φωνάζεις! Τι περίμενες, λέει, από μας, πουλάκι μου;

ΑΖΤΑΚ : Αυτό που έγινε και στην Περσία, φίλοι μου, αυτό που έγινε και στην Περσία!

 Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Και τι γίνηκε λοιπόν στην Περσία;

ΑΖΤΑΚ : Εδώ και σαράντα χρόνια. Τους κρεμάσανε όλους. Από Βεζύρη μέχρι Εισπράχτορα των Φόρων, όλους! Ο παππούς μου τα είδε ο ίδιος με τα μάτια του, κι ήταν άνθρωπος με μυαλό και γνώση. Τρεις μέρες κρεμάγανε. Απ’ άκρη σ’ άκρη!

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Και ποιος κυβερνούσε, αφού τον Βεζύρη τον κρεμάσανε;

ΑΖΤΑΚ : Ένας αγρότης κυβερνούσε.

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Και ποιος διοικούσε το στρατό;

ΑΖΤΑΚ : Ένας στρατιώτης. Απλός στρατιώτης.

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Και ποιος πλέρωνε τους μιστούς;

ΑΖΤΑΚ : Ένας εργάτης βαφέας. Αυτός πλέρωνε.

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Μπας δεν ήτανε βαφέας κι ήταν υφαντεργάτης;

Α’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Και δε μας λες, εσύ κύριε απ’ τη Περσία: τι βγήκε απ’ όλ’ αυτά;

ΑΖΤΑΚ : Τι βγήκε; Κι ήταν ανάγκη να βγει τίποτε; Γιατί ψάχνετε άδικα, φίλοι μου; Ο πόλεμος! Ο πόλεμος που βάσταξε τόσα χρόνια! Και το άδικο!... Ο παππούς μου ήξερε απ’ έξω ένα τραγούδι, που τα ‘χει μέσα όλ’ αυτά. Εγώ κι ο φίλος μου ο αστυνόμος θα σας το τραγουδήσουμε. (Στο Σωβά.) Σωβά, κοίτα να μου κρατάς το ίσο:

«Γιατί τα παλικάρια μας κι οι κόρες μας, γιατί

πια δε γνωρίζουν αίμα και δάκρυα τι θα πει;

Γιατί το μόνον αίμα να ‘ναι από τα σφαχτάρια,

γιατί τα μόνα δάκρυα, που λάμπουν το πρωί,

να ‘ναι των φύλλων της ιτιάς πάνω στη λίμνη Ουρμί;

 

Ο Βασιλιάς καινούριες χώρες θα κατακτήσει

και την πεντάρα των φτωχών κι αυτή θα τη ζητήσει.

 

Του κόσμου το βασίλειο λαμπρά για να στηθεί

πρέπει το φτωχοκάλυβο να ξεθεμελιωθεί.

Σ’ όλης της γης τα πέρατα τους άμοιρους σκορπίζουν

κι οι αρχόντοι μες στα σπίτια τους νίκες πανηγυρίζουν!

Ο πόλεμος κι αν χάθηκε, κι αν σπάσαν τα σπαθιά μας,

το πιο σπουδαίο γένηκε: πήραμε τα λεφτά μας!

Αλήθεια, να ‘ναι, πέστε μου, αλήθεια να ‘ναι, αλήθεια;»

ΣΩΒΑ : «Ναι-ναι, ναι-ναι, ναι-ναι, ναι-ναι, αλήθεια είναι, αλήθεια!»

   ΑΖΤΑΚ : Θέλετε να τ’ ακούσετε όλο, ως το τέλος;

(Ο Α’ Μαυροσκούφης γνέφει «ναι».)

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ, στον Αστυνόμο : Σου το ‘μαθε, βλέπω, το τραγουδάκι σου, ε;

ΣΩΒΑ : Και βέβαια. Μόνο που δεν το τραγουδάω σωστά.

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Ναι. (Στον Αζτάκ) Λέγε συνέχεια.

ΑΖΤΑΚ : Η δεύτερη στροφή μιλάει για την ειρήνη:

«Γέμισαν τα γραφεία μας, άλλο πια δε χωράνε,

πληθύναν οι γραφιάδες μας, τους δρόμους πλημμυράνε,

μα ο κακομοίρης ο σποριάς πιο πεινασμένος μένει

κι η άμοιρη φτωχολογιά γυρνάει κουρελιασμένη

Αλήθεια να ‘ναι πέστε μου, αλήθεια να ‘ναι, αλήθεια;»

ΣΩΒΑ :   Ναι-ναι, ναι-ναι, ναι-ναι, αλήθεια είναι, αλήθεια!»

ΑΖΤΑΚ : 

«Γι’ αυτό τα παλικάρια μας αίμα δεν ξέρουν τι θα πει,

  γι’ αυτό τα μόνα δάκρυα που λάμπουν το πρωί πρωί

  δεν είναι παρά της ιτιάς πάνω στη λίμνη Ουρμί».

Α’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Κι έχεις τώρα σκοπό να πας να το τραγουδήσεις αυτό, κάτω στην πόλη;

ΑΖΤΑΚ : Γιατί; Τι συμβαίνει;

Α’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Τις βλέπεις εκείνες τις φωτιές, πέρα μακριά; Αζτάκ κοιτάζει. Ο ουρανός είναι κατακόκκινος σαν από πυρκαγιά.) Είναι στην εργατική συνοικία. Εκεί τους υφεντεργάτες, τους έπιασε το δικό τους, το περσιάνικο που λες κι εσύ. Τους φάνηκε πως ο Πρίγκιπας Καζμπέκι παραείχε μαζέψει εξουσίες στα χέρια του. Και σήμερα το πρωί, να σου και κρεμάνε τον Κοινοτικό Δικαστή. Εννοείς, εμείς τους κάναμε λιώμα στο πι και φι. Εκατό πιάστρα πλέρωνε ο Καζμπέκι το κεφάλι. Κατάλαβες;

ΑΖΤΑΚ, (ύστερα από μικρή σιωπή) : Κατάλαβα…

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: