Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου (1871 – 1920) «Ο Πύργος του Ακροπόταμου» (εκδ. «ΠΑΠΥΡΟΣ» / «ΒΙΠΕΡ», αρχές δεκαετίας του ’70)

 ...............................................................



Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (1871 - 1920)


·       Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου (1871 – 1920) «Ο Πύργος του Ακροπόταμου» (εκδ. «ΠΑΠΥΡΟΣ» / «ΒΙΠΕΡ», αρχές δεκαετίας του ’70)

 

Από το Δ’ Κεφάλαιο

 

   Οι αδερφάδες ξαναμείνανε μοναχές στον πύργο κι η ζωή εκεί μέσα ξαναβρήκε τον παλιό ρυθμό της. Ο βρόντος του αργαλειού δεν είναι φόβος να ταράξη* την ησυχία κανενός· τρίζει μονότονα, ακατάπαυστα από την αυγή θαμπά ως βαθιά τη νύχτα, η βελόνα τρυπά, μουδιάζει τα δάχτυλα κι η Παναγιούλα ξανάπιασε τα τρεξίματα στην πόλη. Δεν ντροπιάζει κανέναν τώρα. Η γενιά του Κρανιά δεν θέλει να ξέρη πια από τις νυφάδες της πόλης κοντά στον ποταμό. Κλείστηκε κατσουφιασμένη και πληγωμένη στους ραγισμένους τοίχους της κούλιας.

   Μα κι η ζωή ένα γύρο δεν αλλάζει τον σκοπό της. Ο ήλιος φέγγει όπως πρώτα πάντα, η άνοιξη έρχεται και φουντώνει τον κάμπο κι ισκιώνει τον όχτο του ακροπόταμου. Ο κόσμος παντρεύεται κι αρρεβωνιάζεται. Ένας ανθυπίατρος από το κάστρο παντρεύτηκε με τη δεύτερη τη Ζωριοπούλα, ένας έμπορος από τον τόπο αρρεβωνιάστηκε  την Ευανθία Τελατίνη. Τα μηνύματα φτάνουνε σαν περιγέλασμα στην κούλια.

   Η Φρόσω σκύβει το κεφάλι και δεν μιλεί, η Μαριώ όμως δεν το βαστά. Η οργή της δεν ξεσπά μόνο φαρμάκι στη γειτονιά, δεν γίνεται γκρίνια μόνο μέσα στην κούλια, μα σκορπίζεται κι αγκαλιάζει όλον τον κόσμο. Βουνά και κάμπους, ουρανό και γης· όσα βλέπει το μάτι κι όσα φαντάζεται ο νους. Γυρεύει από τον ουρανό μιαν εκδίκηση κι ένα σεισμό από τον βυθό της γης. Κι όσο δεν τα λαβαίνει, η ψυχή της διψά να πνίξη, να ρημάξη, να βουλιάξη η ίδια. Κι όσο δεν το μπορεί ούτε αυτό, ξεθυμαίνει στην ορφανή της πλύστρας του πατέρα, που γύριζε αδειανή από τους δικούς, στην Κούλα, που τα παρμένα της δεν δουλεύουνε γρήγορα, κι άμα δεν βρίσκη άλλη καμιά αφορμή, σε κατάρες κι αναθέματα εκεινών που θα χαρούνε όσα πλέκει κι όσα ράβει.

   «Την αδικιά, την αδικιά ποιος θα την εκδικηθή στον κόσμο;» φωνάζει αδιάκοπα.

   Και σβήνει μπρος από το κόνισμα το καντήλι, που ανάβει η Φρόσω, σαν βρίσκεται μια σταλιά λάδι στο ροΐ της κούλιας, και στένει καβγά, όταν παίρνη το μάτι της τη λειτουργιά που στέλνεται στην εκκλησιά:

   «Δεν έχω κάνα κρίμα να μου συχωρεθή· την αδικιά ποιος θα την γδικηθή στον κόσμο!»

   Η Φρόσω σωπαίνει για να μην ακούη η γειτονιά και δίνει του παπά το δίφραγκο μαζί με το πουκάμισο της αδερφής να το διαβάση στ’ άγιο Βήμα· κι όταν οικονομήση δεύτερο, ανοίγει την αγιά Μαρίνα όξω στ’ αμπέλια, μήπως η χάρη της τη βοηθήση τη συνονόματη.

   Κι η Φρόσω είχε χαμένη την ελπίδα, ωστόσο πίστευε στη δύναμη του Θεού και πίστευε ακόμα και στο σόι. Αν έχασε ο αδερφός εδώ, η πόλη αυτή δεν είναι κι ο κόσμος όλος κι ο φτόνος δεν είναι σ’ όλον τον κόσμο ο ίδιος.

   Την ίδια γνώμη έχει κι η Σακαμπέσαινα, που άμα ξαναφέρνη η Παναγιούλα τίποτα ψιλά, βάζει κι εκείνη την τέχνη της να ξαναφέρη τη Μαριώ στα σέστα της. Χαρά μεγάλη καρτερεί την κούλια· το διάβασε στ’ άστρι του βραδιού και το κομπόδεσε. Ή θησαυρό ή πλούσια νύφη θα βρη ο Γεσίλας σύντομα στον καιρό κι αλαργινά στον τόπο.  Λίγο υπομονή μονάχα. Ποιος τους φταίει; Πήγανε και στείλανε της Ζωριούς τη Χαραλάμπαινα. Δεν ερχόντανε σ’ αυτή, να ‘ριχνε της κόρης  να ‘παιρνε τα σοκάκια για τον καπετάνιο.

   Μα η Μαριώ δεν ήθελε ν’ ακούση τίποτε. Η προσβολή που έγινε στο γένος του Κρανιά εδώ στον τόπο, είναι ανεξιλέωτη. Μόνο σαν έρθη κάποτε κανένα δεκάρικο από τον αδερφό, δεν σβήνει λίγες μέρες το καντήλι και παγαδιάζει και το ανάθεμα σ’ όλον τον κόσμο.

   Αφού δεν ξαναφάνηκε ο ψάλτης στο βελούχι, κι ας έλειψε το σκιάχτρο του Γεσίλα, η Κούλα ξανάριξε τη ματιά στους υπαξιωματικούς.

   Μα οι υπαξιωματικοί μόνο αριά και πού καθίζουν τώρα στο βελούχι. Περνούν από τον δρόμο φρεσκοαλλασμένοι καθώς πάντα και στρίβουνε πέρα κατά τις ελιές.

   Ο Φωτούλας Τυλιγάδας δεν μπορεί να τους ξαναμαζέψη. Τα βασιλικά και τα περιπλοκάδια ανθούνε σαν πάντα στη φρετζάτα ολόγυρα, οι αγγουριές καρπίζουν στις βραγιές πίσω από την κούλια κι η ποταμιά δεν έπαψε να κατεβάζη το μαΐστρο.

   «Εκεί δε βλέπεις;» του λέει ο Κελεμένης ο παπατζής του βελουχιού, και δείχνει έρημα τα παράθυρα της κούλιας.

   Έρημα εκείνα, ρημαγμένο και το βελούχι. Τίποτα μαθητούδια αν ξεπέφτουν πια να χαρτοπαίξουνε μεσημεριάτικα κι αποβραδίς μοναχά οι δάσκαλοι βγαίνουνε να δροσιστούν.

   Όμως μια νέα γενιά δασκάλων. Όχι πως δεν μιλούν για γραμματική κι αυτοί, ή πως δεν αναθεματίζουν τον Ψυχάρη, μα δεν το θαρρούν κι ολότελας αταίριαστο με το σοβαρό έργο τους να ρίχνουνε και καμιά ματιά προς τα παράθυρα της κούλιας, να τρώνε στην αστροφεγγιά κάνα κοτόπουλο και να ξεκρεμούν και το μπουζούκι κάποτε.

   Η Κούλα δυνάμωσε το φτιασίδι στα μάγουλα κι έβαλε όλη την παλιά τέχνη της στα σγουρά. Τη φορά αυτή δεν θα της γλυτώση ένας από τους δασκάλους. Όποιος απ’ αυτούς, ο πρώτος που θα ρίξη τα μάτια στα παράθυρα. Ας είναι ακόμα και κείνος ο κοντακιανός και κοντολαίμης, που δεν βγάζει από ψηλά του το παλτό κι ας σκάζη γάιδαρος όξω στον ήλιο του Μαγιού. Η γραβάτα του είναι ξεφτισμένη και βρώμικη και το καπέλο, που μια φορά ήτανε σταχτί, το φορεί ανάποδα πάντα, μα σ’ όλ’ αυτά τον συμμορφώνει στο φτερό, φτάνει μόνο να τονέ λάβη στα χέρια της.

   Εκείνα που δεν παίρνουνε συμμόρφωση, είναι τα μάτια του, που αλληθωρίζουνε, και τα κανιά του, που δεν είναι ολόισα όπως όλων των ανθρώπων. Μα κι αυτά είναι ψιλοδουλειές για τέτοιες ώρες, που ο καθρέφτης του εφέδρου άρχισε να δείχνη και της Κούλας ό,τι τρόμαξε άλλοτε και τη Μαριώ.

   Η Κούλα ρίχνει τη ματιά στη Φρόσω, στη Μαριώ και τρομάζει κι αυτή, βλέπει την κοιλιασμένη κούλια να φοβερίζη να σωριαστή αποπάνω της κάθε στιγμή, σε κάθε δυνατό φύσημα του αέρα και νιώθει ρίγος μέσα της. Ο μόνος στοχασμός της είναι πώς θα γλυτώση από κει αποκάτω, πώς να βρεθή μακριά πριν έρθη η ώρ’ αυτή. Ο καιρός βιάζει, δεν είναι να χάνη ούτε στιγμή.

   Κι ο δάσκαλος με το μακρύ παλτό ζουρλάθηκε. Μόλις σκολάση τα παιδιά και να τος, ίσια στο βελούχι. Δεν ξεκολλά τα μάτια του από την κούλια.

   Η Κούλα ξανάπιασε τη θέση της στο μπαλκόνι. Η καρδιά της ξανάβρισκε όλη την παλιά ορμή. Η άνοιξη, που χυνότανε στην ακροποταμιά με τ’ άνθη στις ελιές, τους μαβιούς ίσκιους και τον κούκο, σαν να έβγαινε όλη, να χυνόταν όλη από μέσα της. Στιγμές, δεν ήξερε κι αυτή γιατί της φαινότανε πως μοιάζει περισσότερο μ’ ηλιόγερμα παρά μ’ απριλιάτικη λιακάδα· ωστόσο δεν ήθελε να το πιστέψη, της άρεσε να πλέη γλυκά στο πλάνεμα και πολεμούσε να κρατήση όσο μπορούσε μακρύτερα την ανοιξιάτικη λαχτάρα με τα τριαντάφυλλα στον κήπο, με τα γαρύφαλα και τα ζαμπάκια στο μπαλκόνι.

    Έδενε μ’ αυτά ένα ολόδροσο μπουκέτο κάθε πρωί και το ‘στελνε του Τυλιγάδα με την Παναγιούλα.  Κι έπειτα το καμάρωνε, που το έβλεπε να ξεχωρίζη μέσα στ’ άλλα μυρουδικά που στολίζανε τα τραπέζια του βελουχιού. Περίμενε τον δάσκαλο.

   Κι ο δάσκαλος δεν χόρταινε να το μυρίζη. Κι η Κούλα από το παράθυρο δεν μπορούσε να μη σκάση κι αυτή στα γέλια σαν τους συναδέλφους του εκεί γύρω. Η μύτη του δασκάλου βαφότανε κίτρινη από τα ζαμπάκια και γυρνούσε τ’ αλλήθωρα μάτια μέσα στις κόχες τους για να δη τη μύτη του και να σκουπίση.

   Μα η καρδιά του ήταν ανεξίκακη σαν όλων των δασκάλων. Τα γέλια δεν τον πειράζανε, μήτε τα πρόσεχε. Πρόσεχε μόνο να κλέψη την ώρα, που δεν τον κοίταζε κανένας, για να βγάλη ένα γαρύφαλο ή ένα ρόδο από το μπουκέτο για να το βάλη στην κουμπότρυπα.

   «Ψυχή μου νέος!» δεν βαστιότανε να νη στοχαστή πολλές φορές η Κούλα και να βαρυθυμήση μια στιγμή με κείνο που έβλεπε.

   Μα πάλι, όταν εκείνος, παραφυλάγοντας ξανά τη στιγμή που δεν τον έβλεπε κανένας, έφερνε πεταχτά το άνθος στα χείλη του, ενώ την ίδια ώρα έρριχνε κλεφτή ματιά στα παράθυρα του πύργου, η θλίψη της Κούλας σκορπιζόταν πάλι.

   «Από τ’ ολότελα καλός κι ο δάσκαλος» έλεγε μέσα της μελαγχολικά.

   «Από τ’ ολότελα καλές και τούτες παρηγοριόταν άλλο τόσο μελαγχολικά κι ο Τυλιγάδας, εκεί που μάζευε τις μίζερες δεκάρες των δασκάλων.

   Κι οι ματιές τους συναπαντιόντανε θλιμμένες.

 

   Μα ήρθε ο Αλωνάρης, έκλεισε το σκολειό κι ο δάσκαλος πάει να ξεκαλοκαιριάση στο χωριό του.

   Το βελούχι κι όλος ο κόσμος ρήμαξε για την Κούλα. Η καρδιά της τρέμει όσο να ‘ρθη ο Αύγουστος να μάθη, να σιγουρευτή πως δεν μεταθέσανε τον δάσκαλο.

   Και δεν τονέ μεταθέσανε.

   Μα ο χινόπωρος, που τον ξανάφερε δροσερόν κι ηλιοκαμμένον, έφερε και τα σύννεφα και τις βροχές. Και με τα πρώτα βοριαδάκια το βελούχι έκλεισε. 

   Μοναχή παρηγοριά της Κούλας μένει το πέρασμα του καλού της απ’ τον δρόμο. Μα πόσες φορές την ημέρα μπορεί να περνά ο δόλιος δάσκαλος; Και μήπως είναι κιόλας τόσο εύκολο το πέρασμα από την κούλια, όταν αρχίσουν οι βροχές του σαραντάμερου κι αναγλιτσιάση ο όχτος του ακροπόταμου;

   «Αγάπη, που να σκιάζεται τις λάσπες, ποιος την είδε, ποιος την άκουσε!» θυμώνει μέσα της η Κούλα, όταν περνούνε μια δυο μέρες κι ο δάσκαλος δεν φαίνεται.

   Μα όταν τον ξαγναντίζη βουτηγμένον ως τα γόνατα στη λάσπη, πιτσιλισμένο ίσια μ’ απάνω με τους ώμους το μακρύ παλτό, όταν το βούλιαγμα, που βλέπει να κάνει το πόδι του στις λούμπες, το σκόνταμά του στον όχτο εδώ, το γλίστρημά του παρακεί στη γλίνα της βγάζουνε στο φόρο πως η ματιά του χωριστά από αλλήθωρη είναι κιόλας κοντόβλεπη, λύπη γεμίζει την καρδιά της και δεν ξέρει ποιον να πρωτοκλάψη: τον δυστυχισμένον, που αγωνίζεται να ξεκολλήση από τον βούρκο κάτω στον δρόμο, ή τη δική της μοίρα, που την έρριξε σ’ αυτόν;

   Απελπισμένη σωριάζεται σε μια γωνιά και κλαίει. Η θυγατέρα του Θώμου Κρανιά, η αδερφή του αξιωματικού, η Κούλα η όμορφη να καταντήση να ξεπέση σε κείνο το παράλλαμα;

   «Ποτέ, ποτέ!» της λέει μια φωνή μέσα της, σαν να ζητά να τη βοηθήση να πάρη μιαν απόφαση.

   Μα η σκεπή της κούλιας είναι μισοανοιχτή αποπάνω και κατεβάζει τη νοτιά στην πλάτη της· οι ώμοι τουρτουρίζουνε με το μαγνάδι του τσιτιού, που είναι ντυμένοι, η Φρόσω βήχει κάτω από το κατώγι, η Μαριώ δέρνει στην άλλη κάμαρα την Παναγιούλα, που την έπιασε να καίη τον κλώστη για να σγουράνη και κείνη τώρα τα μαλλιά μπροστά στο μέτωπο, κι ο Γεσίλας ούτε γράφει ούτε ακούγεται.

   Δεν πείσμωσε μόνο με το Ζωριά και με τον Τελατίνη, δεν έρριξε μαύρη πέτρα πίσω μοναχά στην πόλη κοντά στον ποταμό, μα και στην κούλια του πατέρα του.

   Χωρίς να καταλάβη κι η ίδια, η Κούλα βρέθηκε στο παράθυρο κοιτάζοντας αν πέφτη σε ξαστεριά ή σε σύννεφα ο ήλιος, που έρριξε μια λάμψη θλιβερή στην κάμαρα: Να σταματούσε κάνε η βροχή, να στεγνώση ο τόπος λίγο και να δη τον δάσκαλο να περάση σαν άνθρωπος. Έτσι να πάρη δύναμη να κατέβη στον δρόμο και να πέση στα πόδια του, να τον παρακαλέση να την πάρη μιαν ώρα αρχήτερα αποδώ, μακριά αποδώ, όπου θέλει, ας είναι και στο σύνορο του κόσμου, στην άλλη άκρη της γης, μόνο μακριά αποδώ, όξω από την κούλια.

   Κι όταν την άλλη μέρα τονέ βλέπη να ξαναπερνά, κρέμεται στο παράθυρο και του χαμογελά, κατεβαίνει κάτω στην αυλόπορτα και του σφυρίζει ένα γλυκόλογο, του νεύει να ρθή πίσω από τον φράχτη.

   Μα εκείνος δάσκαλος. Φοβάται και τον ίσκιο του. Δεν αποφασίζει να ζυγώση κι ας είναι σούρουπο κι ας μην περνά ψυχή στον δρόμο. Όλο και κοντοστέκεται, μα δεν τολμά να ρθή στην πόρτα, όλο και ρίχνει φοβισμένες ματιές στο παράθυρο. Κι έτσι την άλλη μέρα και ξανά την άλλη, όσο που στο τέλος έγινε άφαντος.

   Δεν ξαναπέρασε.

   Η Κούλα πάει να τρελαθή. Μην αρρώστησε, μην τονέ μεταθέσανε; Χίλια βάζει ο νους της. Ρώτησε τα παιδιά, που γύριζαν από το σκολειό. Εδώ ‘ναι και στην υγειά του όχι και καλύτερα. Σήμερα άργασε του ενού απ’ αυτά τις παλάμες με τη λούρα.

   Η Κούλα απελπίζεται. Άλλο δεν μένει παρά να του γράψη με την Παναγιούλα.

   «Αγάπη μου, χρυσό μου, μάτην σε αναμένω και απορώ γιατί διέκοψες…» αντίγραψε από το παλιό, χιλιοσκισμένο επιστολάριο της κούλιας, έκλεισε μέσα δυο πανσέδες μαζί με τα δάκρυά της κι έδωσε το γράμμα.

   Δεν ήταν η πρώτη φορά που θα έκανε και τέτοια υπερεσία η Παναγιούλα, μα τη φορά αυτή δεν τη βρήκε η Κούλα πρόθυμη.

   Δεν ξέρει, είπε, σε ποιον από τους δασκάλους να το δώση. Μακρύ παλτό φορούσανε πολλοί από δαύτους.

   Της Κούλας της έπεσε λιγάκι δύσκολο να περιγράψη τα καθαυτό χαρακτηριστικά του.

   Τέλος η Παναγιούλα κατάλαβε και δέχτηκε. Κι άργησε να γυρίση το βράδυ αυτό, απάντηση όμως δεν έφερε.

   Του κάκου στάλθηκε και ξαναστάλθηκε με νέο γράμμα· δεν μπόρεσε να ξαναβρή τον δάσκαλο…

  

   Λεξιλόγιο:

Κούλια : μικρός πύργος, πυργόσπιτο.

Ροΐ : (το ροΐ, ουδέτερο) δοχείο για λάδι, το λαδικό.

Τα σέστα : «είμαι στα σέστα μου, είμαι στα καλά μου»

Παγαδιάζω : εδώ ηρεμώ, νηνεμώ, αλλά και βάζω σημάδι.

Βελούχι : «πλούσια» πηγή νερού, πηγή άφθονου νερού.

Ζαμπάκι : μανουσάκι, νάρκισσος – λουλούδι.

Παράλλαμα : έκτρωμα

Φρετζάτα : καλύβα με φτέρες για να κρατάει δροσιά

 

*Σημείωση: Στην αντιγραφή του αποσπάσματος τηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου…

 

 


Δεν υπάρχουν σχόλια: