Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

"L'Indifference" - Cafe Accordion Orchestra (youtube, 22.2.2014)

 ...............................................................



L'Indifference - Cafe Accordion Orchestra

Cafe Accordion Orchestra performs L'Indifference from their album Le Disque Francais. Written by Tony Murena.

(youtube, 22.2.2014)


"ΑΟΡΑΤΟΣ ΝΕΚΡΟΣ" (ποίηση παντούμ) από τον ποιητή και φίλο στο fb Χάρη Μελιτά (facebook, 29.3.2025)

 ...............................................................




                         Χάρης Μελιτάς 




ΑΟΡΑΤΟΣ ΝΕΚΡΟΣ (ποίηση παντούμ)


Αόρατος νεκρός κυκλοφορώ
ανάμεσα στο πλήθος και τη λήθη
τις νύχτες ξεφυλλίζω τον καιρό
γυμνός στο τελευταίο παραμύθι.

Ανάμεσα στο πλήθος και στη λήθη
χορεύω στις βεγγέρες του μυαλού
γυμνός στο τελευταίο παραμύθι
που ζήλεψε ο χρόνος προ πολλού.

Χορεύω στις βεγγέρες του μυαλού
κλειδώνω την ψυχή μου κάθε βράδυ
που ζήλεψε ο χρόνος προ πολλού
γυρεύοντας μια σπίθα στο σκοτάδι.

Κλειδώνω την ψυχή μου κάθε βράδυ
πλανιέμαι σαν στοιχειό στο πουθενά
γυρεύοντας μια σπίθα στο σκοτάδι
του κόσμου ανασαίνω τον βραχνά.

Πλανιέμαι σαν στοιχειό στο πουθενά
κρατώντας αγκαζέ την ειμαρμένη
του κόσμου ανασαίνω τον βραχνά
την ώρα που ο στίχος μου πεθαίνει.

Κρατώντας αγκαζέ την ειμαρμένη
ποντάρω τη ζωή μου στο ζερό
την ώρα που ο στίχος μου πεθαίνει.
Αόρατος νεκρός κυκλοφορώ.



Χάρης Μελιτάς


Σάββατο 29 Μαρτίου 2025

Μικρό επετειακό αφιέρωμα στον Ιάκωβο Καμπανέλλη (1921-2011). Απόσπασμα από το θεατρικό έργο του «Παραμύθι Χωρίς Όνομα» (1959) (Εικόνα Τρίτη, έξω απ’ το Παλάτι, εκδ. «Κέδρος», 1979)...

 ...............................................................





Ιάκωβος Καμπανέλλης (2.12.1921-29.3.2011)



·       Απόσπασμα από το θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη (1921 – 2011) «Παραμύθι Χωρίς Όνομα» (1959) (Εικόνα Τρίτη, έξω απ’ το Παλάτι, εκδ. «Κέδρος», 1979)

 

…ΘΕΟΔΩΡΟΣ : Βασιλιά μου, πολύ λίγα έχω να σου πω γιατί και ο Βασιλιάς ο θείος σου πολύ λίγα είπε σε μένα! Μου έδωσε μόνο αυτό το γράμμα και το κλειδί για το κιβώτιο!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ : Θεόδωρε, θείος μας είναι, μεγαλύτερος είναι, ας μην τον παρεξηγούμε… Πού είναι το κλειδί;

ΘΕΟΔΩΡΟΣ : Η επιθυμία του θείου σου, είναι να διαβάσεις πρώτα το γράμμα!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ : Ό,τι θέλει ο θείος!... Αυτός ο λαμπρός συγγενής!... Δώσ’ μου το γράμμα…

(Το παίρνει απ’ τα χέρια του ΘΕΟΔΩΡΟΥ και προσπαθεί να το ανοίξει).

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ : Πρόσεξε μην το σκίσεις.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ : Άνοιξέ το, εσύ που έχεις λεπτά χεράκια!

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ (Το παίρνει, το ανοίγει) : Τι ωραίος γραφικός χαρακτήρ!

ΦΩΝΕΣ : Άντε, λοιπόν, Μεγαλειότατε… Διάβαζε… Διάβαζε…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ (στον ΠΡΙΓΚΙΠΑ) : Διάβασέ το εσύ, εγώ δεν…

ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ : Με τη φωνή του Βασιλέως πρέπει ν’ ακουσθεί!...

ΒΑΣΙΛΙΑΣ : Έχει στεγνώσει το στόμα μου και νιώθω ένα κόμπο εδώ να!...

ΣΠΥΡΟΣ : Δεν πειράζει… Όλοι το ίδιο έχουμε πάθει.

ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΩΝΕΣ (Γελαστά) : Όλοι αφέντη!... Όλοι!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ : Έτσι, ε; Γούστο έχουμε.

ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ : Προσοχή! Προσοχή! Η Αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς ομιλεί!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ (διαβάζει δυνατά) :

             «Αγαπητέ μου ανιψιέ,

Την επιστολήν σου έλαβον και εχάρην δια την υγείαν σου καθώς και ημείς δόξα τω Θεώ υγιαίνομεν. Μα τι γίνεται με εσάς, βρε ανιψιέ; Μου ζητείς δανεικά δια δεκάτην φοράν! Αλλά τι έγινε με τα τόσα δάνεια, που σου έκαμα, δια να σωθείτε οριστικώς, καθώς μου έγραφες κάθε φορά; Τα εφάγατε και ευρίσκεσθε πάλι εις την αυτήν αθλίαν κατάστασιν; Και τι νομίζετε δια εμάς; Ότι μαζεύουμε λεφτά εις τον δρόμον; Επειδή, λοιπόν, αν σας στείλω χρήματα θα τα φάτε και αυτά και θα γίνετε χειρότεροι και θα γυρεύετε κι άλλα , εκάθισα και εσκέφτηκα τι μπορεί να σας σώσει μια και καλή δια να γλιτώσω κι εγώ κι εσείς. Νομίζω ότι βρήκα τη λύση και σου τη στέλνω μέσα σ’ ένα κιβώτιο μαζί με τις ευχές μου».

ΦΩΝΕΣ : Ζήτωωωωω!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ : «Σε φιλώ και λοιπά και λοιπά… (στον ΘΕΟΔΩΡΟ) Άνοιξέ το!...

ΘΕΟΔΩΡΟΣ : Η επιθυμία του θείου σου, Μεγαλειότατε… είναι να τ’ ανοίξεις εσύ!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ : Κατάλαβα!... (Παίρνει το κλειδί απ’ το χέρι του ΘΕΟΔΩΡΟΥ)

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ : Δώσ’ το του παιδιού, άσε και το παιδί να κάνει κάτι…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ : Έλα, μπράβο, γιε μου…

(Του δίνει το κλειδί. Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ το παίρνει και με καμάρι για την εντολή πάει ν’ ανοίξει το κιβώτιο. Το ξεκλειδώνει και μόλις ανοίξει το σκέπασμα, μια γαϊδουροκεφαλή στερεωμένη σε ελατήριο τινάζεται από μέσα. Ταλαντεύεται και γκαρίζει δυνατά. Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ τρομάζει και πέφτει πίσω. Απ’ όλα τα στόματα βγαίνει μια λαχταρισμένη φωνή. Μετά από μικρή σιωπή και παγωμάρα, ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ σηκώνεται και παίρνει ένα άλλο γράμμα που κρέμεται απ’ το στόμα της γαϊδουροκεφαλής…)

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ : Κι άλλο γράμμα…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ : Δώσε μου το!

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ : Πετάξτε το!... Περιφρονήστε τον!...

ΒΑΣΙΛΙΑΣ (Το ανοίγει με φούρια) : Γιατί κυρά μου; Θείος μας είναι, πλούσιος είναι… μπορεί να χωρατεύει… (Διαβάζει)

          «Αγαπητέ ανιψιέ…

Ο στρατός μου κι ο στόλος μου έρχονται να σε βοηθήσουν! Παραδοθείτε αμαχητί κι εγώ θα λύσω το οικονομικό σας πρόβλημα άπαξ δια παντός!

Όσο για τη στρατιωτική κατάληψη της χώρας σου από το στρατό μου, θα βρούμε μια άλλη ονομασία για να μη σας κακοφανεί!... Έρχομαι!... Σε φιλώ ο θείος σου και προστάτης σου και λοιπά και λοι…»

(Το γράμμα τού φεύγει απ’ το χέρι και πέφτει. Ο ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΗΣ ξεσπά σε τρανταχτά γέλια, και πιάνοντας την κοιλιά του βγαίνει, ενώ οι άλλοι παρακολουθούν θλιμμένοι).

ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ : Διαλυθείτε, παρακαλώ, άλλως θα αναγκασθώ να μεταχειριστώ βίαν!...

ΒΑΣΙΛΙΑΣ παίρνει απ’ το χέρι τη ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ και μπαίνουν βιαστικά στο παλάτι! Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ τρέχει πίσω τους. Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ακολουθεί τον ΠΡΙΓΚΙΠΑ. Ο ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ κάτι γυρεύει).

ΚΟΥΜΠΑΡΟΣ : Πάλι μονάχους μας αφήσανε!

ΣΠΥΡΟΣ : Όχι δα! Δε βλέπεις; (Ζυγώνοντας στη γαϊδουροκεφαλή). Μας την αφήσανε όλη δικιά μας!

ΦΙΛΙΠΠΟΣ : Δηλαδή τι πάει να πει αυτό, βρε παιδιά, δεν έχω ακόμα καταλάβει…

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ : Πόλεμος…


"Ξόρκια Βγαλμένα από τις Τρύπιες Τσέπες Μου" ~ Β.Α.Λάππα / Από τη φίλη στο fb Lulu The Zulu (facebook, 29.3.2025)

 ...............................................................






Κοιμήθηκα πολύ. Σχεδόν όλη μέρα. Είναι τα χάπια, βλέπετε. Μη με ρωτάτε ποιά από όλα τα χάπια. Δεν ξέρω. Κοιμήθηκα ελαφριά. Δίχως όνειρα. Ή, μπορεί να είδα πεντ' έξι. Αλλά δεν τα θυμάμαι. Ευτυχώς. Γιατί, τα όνειρα που θυμάμαι, βγαίνουν. Κι αυτό είναι κουραστικό. Πρέπει να κάθομαι καμιά ώρα να τα αναλύω. Να επαναφέρω λεπτομέρειες. Χρώματα. Ζούγκλες. Ολόκληρα κεφάλαια ζωής. Σημαίνοντα και σημαινόμενα. Ερμηνείες του ονιροκρίτη. Να τα συνθέτω όλα αυτά και έπειτα να είμαι πτώμα από την κούραση. Να πονάει το μυαλό μου. Να τα παρατάω. Ενώ, σίγουρα, κάποια στιγμή στη διάρκεια της ημέρας, συνήθως την πιο ακατάλληλη, την πιο απρόσμενη, θα επανέλθει ξαφνικά μια εικόνα. Εκεί, που πλένω τα πιάτα , λόγου χάρη. Θα ξεπλύνω την εικόνα μαζϊ με τις σαπουνάδες στον νεροχύτη. Θα την παρακολουθήσω στωικά. Μέχρι να στραγγίξει εντελώς. Να την ξεφορτωθώ νοικοκυρεμένα στο αποχετευτικό σύστημα του πολύπλοκου μυαλού μου. Και τότε, θα σκουπίσω απαλά τα χέρια μου, για να τα λερώσω λίγο αργότερα. Με κάτι γήινο. Το χώμα μιας γλάστρας, ας πούμε, τα χνούδια του γάτου στις τρίχες της σκούπας. Ή στο φαράσι.


Με λερώνουν πλέον οι εικόνες. Όχι τα συμβάντα. Με λερώνουν οι εικόνες των συμβάντων. Και τα λόγια. Τα λόγια που συνδέονται με τις εικόνες. Όχι τα λόγια που συνδέονται με τα συμβάντα. Τα λόγια που κραυγάζουν μέσα μου κάθε στιγμή.Τα λόγια που δε με αφήνει ο γαμημένος μου πολιτισμός να φωνάξω. Στους πλανητάρχες, στους πολιτικούς, στους δημοσιογράφους, στους σχολιαστές, στους αντισπισιστές διαδηλωτές, στους σπισιστές στρατόκαυλους, στους παράφρονες ρασοφόρους, στους βλαχομπαρόκ φασίστες της διπλανής πόρτας, στους μπετόβλακες κομμουνιστές των δελτίων τύπου και στους αναρχικούς επιθεωρητές εργασίας, που αντί για ένα γερό βρωμόξυλο, ρίχνουν στους καπιταλιστές τρικάκια. Στον διπλανό μου στο καφενείο που ζητάει γάλα βρώμης για τον γενετικά τροποποιημένο του καφέ. Στην κυρά Μαρία Λορεάλ νούμερο 7 και στον κυρ Μανόλη σκέτο νούμερο. Που γαμπρίζει βγαίνοντας από το πακιστάνικο κουρείο.
Θα κοιμηθώ ξανά. Ήσυχα. Είναι τα χάπια βλέπετε. Μη με ρωτάτε ποιά από όλα τα χάπια. Είναι τα διαμελισμένα παιδιά των Τεμπών, τα πνιγμένα μωρά της Πύλου. Οι σφαγμένοι και οι βιασμένοι της Συρίας, του Ιράκ, της Υεμένης. Οι ανάπηροι απόμαχοι της Ουκρανίας και οι νεκροί της Ρωσίας. Τί όμορφη που ήτανε πριν 50 χρόνια η Ταϋλάνδη... Τί όνειρο η Βιρμανία. Τώρα, τη λένε Μιανμάρ.
Θα κοιμηθώ ξανά.


Who will take my dreams away?? Life goes on until the end.


~ Β.Α.Λάππα, "Ξόρκια Βγαλμένα από τις Τρύπιες Τσέπες Μου"

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2025

Αποσπάσματα από την κωμική νουβέλα του συγγραφέα Έιβι "Ρωμαίος και Ιουλιέττα, μαζί και ζωντανοί επιτέλους" (μτφ. Ιωάννα Καρατζαφέρη, εκδ. Πατάκη, 2006)

...............................................................

                                                                                ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ                                                                         


      ΕΙΒΙ [ ΓΟΥΟΡΤΙΣ EΝΤΟΥΑΡΝΤ IΡΒΙΝΓΚ ]







Απόσπασμα από την κωμική νουβέλα του συγγραφέα Έιβι «Ρωμαίος και Ιουλιέττα μαζί και ζωντανοί επιτέλους» (μτφ. Ιωάννα Καρατζαφέρη) (εκδ. Πατάκη, 2006)



…14

·        

…Για μια φορά ακόμα μαζευτήκαμε στο μικρό υπόγειο δωμάτιο, καθισμένοι σε μικρές πολυθρόνες, με το σενάριο στα γόνατά μας.

   Η Λούσυ είπε ότι μπορούσαμε να αρχίσουμε διαβάζοντας όλο το έργο. Πράγματι, στις επόμενες δυο πρόβες ο καθένας διάβασε δυνατά το ρόλο του. Με τη διαφορά ότι κάθε φορά που κάποιος διάβαζε μια γραμμή, ή τουλάχιστον προσπαθούσε να διαβάσει, η Λούσυ έλεγε: «Δε σ’ ακούω».

   Η Στάκπουλ ζάρωνε σε κάθε κριτική, ακόμα και στην πιο μαλακή, σαν της Λούσυ.

   Ο Σαλτς έλεγε κάτι σαν «χμφ» και δεν έκανε τίποτα άλλο από αυτό που έκανε συνήθως, εκτός ίσως από το να κοκκινίζει.

   Ο μόνος που τα κατάφερνε με την πρώτη ήταν, φυσικά, ο Χάμιλτον. Έπαιζε σαν να ήταν ο πιο σημαντικός χαρακτήρας του έργου. Αν μπορούσε, νομίζω ότι θα βάφτιζε το έργο «Άλμπερτ και Ιουλιέττα»

   Τελικά φτάσαμε στην πρώτη από τις σκηνές ανάμεσα στον Ρωμαίο και στην Ιουλιέττα. Είναι όταν πρωτοβλέπονται. Ο λόγος που το ανεβάζαμε. Ησύχασαν όλοι.

   Η Στάκπουλ και ο Σαλτς διάβασαν τα λόγια τους σαν να ελέγχανε τον τηλεφωνικό κατάλογο για ανορθογραφίες. Ούτε καν κοιτάζονταν. Όταν τους έβλεπες, ήταν σαν δυο ομάδες που ποτέ δεν μπήκαν σε γήπεδο.

   Και την άλλη μέρα το ίδιο. Άρχισα να αναρωτιέμαι μήπως όλη η υπόθεση ήταν λάθος.

   Την ίδια σκέψη έκανε και η Λούσυ. Μου ζήτησε να μείνω μετά την πρόβα.

   -Εντ, άρχισε, πώς πάει, τι νομίζεις;

   - Όχι και σπουδαία πράγματα, παραδέχτηκα.

   - Δεν τα νιώθουν και πολύ τα λόγια. Εσύ τι λες; Δεν καταλαβαίνουν και πολύ τι θα πει να είσαι ερωτευμένος. Δε νομίζω πως κοιτάχτηκαν έστω και μια φορά εδώ και δυο μέρες.

   - Το ξέρω.

   - Δεν το καταλαβαίνω, είπε η Λούσυ, που ήταν πραγματικά αναστατωμένη. Όποτε βλέπεις ερωτευμένους στην τηλεόραση, είναι τόσο  ευτυχισμένοι ή, ξέρεις, φτάνουν να μισεί ο ένας τον άλλον. Ή το ένα ή το άλλο. Αυτοί οι δυο δεν κάνουν τίποτα.

   - Φαντάζομαι ότι χρειάζεται χρόνος, είπα.

   - Δεν έχουμε και πολύ στη διάθεσή μας, μου υπενθύμισε.

   - Ίσως στη σκηνή τα πράγματα να είναι καλύτερα, συνέχισα.

   - Τι γίνεται με τα σκηνικά και τα κοστούμια;

   - Τέλεια, τη διαβεβαίωσα. Δεν υπάρχει καμιά ανησυχία. Όλα θα είναι έτοιμα στην ώρα τους.

   Η αλήθεια ήταν πως ακόμα δεν τα είχα αρχίσει καν…

 

…18

   Η δουλειά της Λούσυ ήταν να λέει στους ηθοποιούς πού και πώς να κινούνται. Αυτό το έλεγε «μπλοκάρισμα». Δεν είμαι βέβαιος γιατί το λένε έτσι, ίσως γιατί οι ηθοποιοί φέρονται σαν μπλοκαρισμένοι.

   Προσπαθούσε να τους καταφέρει να κάνουν το σωστό. «Πίτερ, όταν λες αυτό, νομίζω ότι θα πρέπει να πηγαίνεις στην άκρη της σκηνής. Όχι, από την άλλη πλευρά».

   Ή «Πίτερ, μη γυρνάς την πλάτη σου στο ακροατήριο γιατί θα πέσεις από τη σκηνή!»

   Ή «Άλμπερτ, ξανακάνε το. Δεν είναι ανάγκη να τρέχεις. Και καλύτερα ν’ αφήσεις κάτω αυτά τα σπίρτα».

   Έτσι είχαν τα πράγματα για όλους. Ανία στο τετράγωνο. Αλλά τελικά ήρθε η μεγάλη στιγμή, η πρώτη φορά που ο Σαλτς και η Στάκπουλ έπρεπε να κοιτάξουν ο ένας τον άλλο και να πουν τα λόγια τους. Συναντιούνται σ’ εκείνο το μεγάλο χορό το βράδυ στου Σαββάτου.

   Τα παιδιά που παρακολουθούσαν σιώπησαν. Ο αέρας είχε κάτι δραματικό.

   -Πίτερ, είπε η Λούσυ, μιλώντας από κάποιο κάθισμα της αίθουσας, εδώ είναι που βλέπεις την Ιουλιέττα για πρώτη φορά. Πρόκειται, ξέρεις, για έρωτα με την πρώτη ματιά. Κεραυνοβόλο έρωτα.

   - Τώρα; ρώτησε ο Σαλτς, κρυφοκοιτάζοντας πίσω από τις κουίντες όπου κρυβόταν.

   - Ναι, τώρα.

   Ο Σαλτς βγήκε στη σκηνή, έκανε μερικά βαριά βήματα και τελικά είπε μερικά λόγια. Καθόμουν στην πρώτη σειρά κι όμως δεν άκουσα λέξη.

   -Πίτερ, είπε η Λούσυ, δεν μπορείς να την ερωτευτείς κεραυνοβόλα αν δεν τη δεις. Προσπάθησε να γυρίσεις πίσω και να δεις την Ιουλιέττα. Πού είναι η Άναμπελ;

   Η Στάκπουλ κρυβόταν στην άλλη κουίντα. Βγήκε αργά αργά.  

   -Άναμπελ, συνέχισε η Λούσυ, νομίζω ότι πρέπει να βγάλεις τα μαλλιά σου από το στόμα σου. Κοίτα τον Πίτερ.

   Να τοι. Κοιτάζοντας επιτέλους ο ένας τον άλλο.

  -Σαλτς, φώναξε ο Χέυς, άνοιξε τα μάτια σου!

   Και από κάπου ακούστηκε ο Χάμιλτον: «Και κόλλα την τσίχλα πίσω από το αυτί σου!».

   Η Λούσυ αποφάσισε να σταματήσει την πρόβα…

 

…Στις δέκα το βράδυ μού τηλεφώνησε ο Σαλτς.

   -Θέλω να σου ζητήσω κάτι, είπε.

   - Πες μου.

   - Κάτι για το έργο.

   - Ό,τι θέλεις.

   - Μου ‘ρχεται δύσκολο.

   - Ξεκίνα το.

   - Κοίτα, πρέπει να…

   - Τι;

   - Ε, ξέρεις…

   - Άντε, πες το ! φώναξα.

   - Να, εγώ… ο Ρωμαίος… πρέπει… να φιλήσω… την Ιουλιέττα.

   - Σίγουρα. Δυο φορές.

   Έγινε μια μεγάλη παύση. Μετά ο Σαλτς είπε:

   -Δεν ξέρω πώς.

   - Ποιο πράγμα πώς;

   - Μόλις σου το ‘πα.

   - Το φίλημα;

   - Ναι. Το φίλημα.

    - Ποτέ δε φίλησες καμιά;

   - Όχι έτσι. Εσύ;

   - Ούτε κι εγώ, παραδέχτηκα.

   - Τότε, εντάξει. Πώς θα το κάνω λοιπόν;

   - Απλώς… το κάνεις. Πρέπει να το έχεις δει στην τηλεόραση ένα εκατομμύριο, ένα δισεκατομμύριο φορές. Όλο αυτό κάνουν.

   - Αν είσαι τόσο σίγουρος, εξήγησέ μου πώς.

   - Εντάξει, βασικά υγραίνεις τα… χείλη σου…

   - Και;

   - Σαν να ρουφάς.

   - Ρουφάω;

   - Άκου με! Αυτά θα κάνεις. Και τα δυο. Τότε… Άντε τώρα. Ξέρεις!

   - Ειλικρινά δεν ξέρω. Το σκεφτόμουν και ξαφνικά κατάλαβα πως δεν ξέρω. Δηλαδή, μπορεί να το λένε στα κορίτσια, αλλά κανένας δεν το λέει σ’ εμάς τ’ αγόρια.

   - Λοιπόν, εντάξει. Εσύ κάνε όλα αυτά που σου λέω, εντάξει;

   - Υγραίνω και ρουφώ…

    - Ακριβώς, και τότε…

   - Για πες.

   - Ακουμπάς το στόμα σου στο… δικό της.

   - Κι αν φτύσει;

   - Θ’ ακούσεις τώρα;

   - Ή αν ρευτεί; Θέλω να πω, είναι περίεργο, δεν είναι;

   - Μπα, δεν είναι.

   - Γιατί;

   - Γιατί αρέσει στους ανθρώπους – στους περισσότερους.

   - Ίσως μόνο έτσι να λένε. Να ‘ναι μόνο ενθουσιασμός της στιγμής, που μετά ξεφτίζει.

   - Σαλτς, για έργο πρόκειται. Πρέπει να το παίξεις.

   - Θα ‘ναι δύσκολο.

   Σκέφτηκα μια στιγμή.

   -Έχει η αδελφή σου καμιά πάνινη κούκλα;

   - Μου φαίνεται.

   - Κάνε πρόβες μαζί της.

   - Αυτό είναι αρρωστημένο. Πραγματικά αρρωστημένο.

   - Τότε δοκίμασε με το σκυλί σου.

   - Μερικές φορές, Σίτροου, είσαι πραγματικά ανατριχιαστικός!

   - Προσπαθώ να σε βοηθήσω. Φίλος σου είμαι!

   - Και τι φίλος! Φώναξε κι έκλεισε το τηλέφωνο…     


"Τα σύννεφα" ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη (1919-2005) Από τα "ΠΟΙΗΜΑΤΑ" (1945 -1971) (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, γ' έκδοση 1981)

 ............................................................



          Μίλτος Σαχτούρης (1919 - 2005)


Τα σύννεφα


Τα σύννεφα έφυγαν
ένα ένα όμως στη θέση τους
ήρθαν άλλα σύννεφα
πιο άγρια
πιο μανιασμένα
πιο φοβερά

Λένε πως είμαι καλός
οι καλοί άνθρωποι
που δε με ξέρουν
όπως με ξέρουν τα σκυλιά
όπως με ξέρουν
οι αετοί
και τα μυρμήγκια


Έρημος
στους βρεγμένους δρόμους
με τα ξένα αδιάβροχα
με τα βασανισμένα χέρια
τις σάλπιγγες
τα φαντάσματα
και τις γύρω απειλές

σας Χαιρετώ


Από τα "ΠΟΙΗΜΑΤΑ" (1945 -1971) (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, γ' έκδοση 1981)

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2025

"Κάνει κρύο στη Σηλυβρία"* γράφει η Πέπη Ρηγοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών"- ΤΡΙΤΗ ΜΑΤΙΑ, 26.03.25)

..............................................................

 



            Κάνει κρύο στη Σηλυβρία*







γράφει η Πέπη Ρηγοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών"- ΤΡΙΤΗ ΜΑΤΙΑ, 26.03.25) 


Κι ενώ είχα βρει έναν τίτλο κάπως μαύρο για ένα θέμα κάπως πιο μαύρο για το σημερινό μου άρθρο, έφτασε στο μέιλ μου από τη Βασιλική Καρακώστα το «Τσάμικο» του Σαββόπουλου το οποίο ερμηνεύει μαζί με τον συνθέτη. Γραμμένο το μακρινό 1983, έναν χρόνο πριν από το 1984, τη χρονιά που είχε διαλέξει ο Οργουελ για να τοποθετήσει την κακοτοπία του, που μοιάζει να έχει επιβάλει τους κανόνες της στη ζωή μας· είχα χρόνια να το ακούσω.

Και ξαφνικά, ακούγοντάς το, βρέθηκα στην Ομόνοια δίπλα στον επαρχιώτη τού τότε, που όμως είναι και του σήμερα, ίσως με λιγότερο τσάμικο στα ακούσματά του. Μαζί με τον νεοάστεγο της πόλης μας. Με τον πρόσφυγα από την εμπόλεμη χώρα του, τον μετανάστη από τη δική του που είτε ερημώθηκε πιο παλιά είτε συνεχίζει να ερημώνεται σήμερα από τις πολιτικές των ισχυρών της Γης. Με κάθε άνθρωπο που νιώθει μέσα στη ρευστότητα των πραγμάτων την εξορία στο ίδιο του το δέρμα. Και ένιωσα πόση δύναμη μπορεί να έχει η μοναξιά όταν τη μοιραστείς με τη χώρα σου και με τις άλλες χώρες, πόλεις, χωριά. Μπορεί να γίνει τόσο δυνατή που να θες να την αγαπήσεις.


«Καλωσόρισες πουλί μου, μοναξιά ελληνική μου», λέει ο στίχος του «Τσάμικου». Λες κι εσύ τις λέξεις αυτές, αναγνωρίζοντας ένα σημάδι καταγωγής για την οποία δεν ντρέπεσαι, ούτε αρνείσαι σαν τον μαθητή του Ιησού, τον Πέτρο, για να γλιτώσεις τον σταυρό. Ούτε λοιδορείς ταυτιζόμενος με το βλέμμα του εκάστοτε κυρίαρχου που κατασκευάζει για σένα μια ταυτότητα υποτέλειας. Λόγια που σε βγάζουν από τα αδιέξοδα διλήμματα: Να δεχτώ ότι δεν έχω δύναμη και να αποδεχτώ τη μοίρα μου αφού έτσι είναι τα πράγματα; Ή να υποκριθώ ότι έχω μια δύναμη που είναι ωστόσο αδύναμη πολύ μπροστά στους καθ’ έξιν ή ad hoc αποικιοκράτες που έχουν βάλει στόχο τη ζωή σου; Για το συμφέρον τους, για την ηδονή τους, για την πλάκα τους.

«Στη Σηλυβρία κάνει κρύο. Στη Σηλυβρία». Στην πόλη αυτή των εκατόν πενήντα χιλιάδων κατοίκων κοντά στην Κωνσταντινούπολη υψώνονται οι τοίχοι της πιο μεγάλης φυλακής της Ευρώπης. Κάποιοι έχουν υποχρεωθεί να ζήσουν έγκλειστοι σ’ αυτές. Και κάποιοι άλλοι, πιο νέοι, που αρνούνται να ζήσουν τα αποτελέσματα των αυταρχικών απειλών, της προπαγάνδας, της διαφθοράς, του φόβου που κάνει τα στόματα να σιωπούν, τα σώματα να μουδιάζουν στην Τουρκία, ψιθυρίζουν –διαβάζουμε– τις λέξεις αυτές... Ελπίζοντας ίσως πως όταν η ελευθερία νικήσει στη χώρα τους, θα φέρνουν τα παιδιά τους εδώ και θα τους μιλούν γι’ αυτά που φοβούνταν, που υπέστησαν, που ήλπισαν. Καταλαβαίνουμε τον φόβο τους και την ελπίδα τους. Και, ζώντας σήμερα στη λαβωμένη αλλά υπαρκτή δημοκρατία μας, τους ευχόμαστε ανήμερα της 25ης Μαρτίου καλή λευτεριά.

*Σημείωση: Υπενθυμίζουμε ότι στις φυλακές της Σηλυβρίας "φιλοξενείται" ο Ιμάμογλου

Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

"Τ᾿ ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΟΥ" ποίημα του ποιητή Μίλτου Σαχτούρη (1919 -2005)

 ............................................................




         Μίλτος Σαχτούρης (1919 - 2005)



Τ᾿ ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΟΥ



Τ᾿ ἀδέρφια μου ποὺ χάθηκαν ἐδῶ κάτω στὸν κόσμο



εἶναι τ᾿ ἀστέρια ποὺ τώρα ἀνάβουν ἕνα ἕνα στὸν οὐρανό

καὶ νὰ ὁ μεγαλύτερος



μὲ μιὰ ἀνοιξιάτικη μαύρη γραβάτα
ποῦ χάθηκε μέσα σὲ σπηλιὲς θεόστραβες
καθὼς κυλοῦσε παίζοντας
πάνω σὲ ἀνεμῶνες κόκκινες
γλίστρησε
μέσ᾿ τοῦ θηρίου τ᾿ ἄγριου τὸ ματωμένο στόμα




ὕστερα ὁ ἄλλος μου ἀδερφὸς ποὺ κάηκε



πουλοῦσε κίτρινα βεγγαλικὰ
πουλοῦσε κι ἄναβε κίτρινα βεγγαλικὰ
- Ὅταν ἀνάβουμε - ἔλεγε - φωτιὰ
θὰ διώξουμε ἀπὸ τοὺς κήπους τὰ φαντάσματα
θὰ πάψουν νὰ μολύνουν τοὺς κήπους τὰ φαντάσματα
- Ὅταν ἀνάβουμε - ἔλεγε - κίτρινα βεγγαλικὰ
μιὰ μέρα θ᾿ ἀνάψει ὁ οὐρανὸς γαλάζιος




κι ὕστερα ὁ τρίτος ὁ πιὸ μικρὸς



ποὺ ἔλεγε πὼς εἶναι νυχτερίδα
γι᾿ αὐτὸ ἀγαποῦσε τὰ φεγγάρια
καὶ τὰ φεγγάρια μία νύχτα τὸν ἐζώσανε
κόλλησαν γύρω-γύρω καὶ τὸν ἔκλεισαν
κόλλησαν γύρω-γύρω καὶ τὸν ἔπνιξαν
τὸν ἕλιωσαν γύρω-γύρω τὰ φεγγάρια




Τ᾿ ἀδέρφια μου ποὺ χάθηκαν ἐδῶ κάτω στὸν κόσμο



εἶναι τ᾿ ἀστέρια ποὺ τώρα ἀνάβουν ἕνα ἕνα στὸν οὐρανό

"Η έρημη χώρα" έγραψε ο Τάκης Λάγιος ("Εφημερίδα των Συντακτών"- "ΑΠΟΨΕΙΣ", 24.03.25)

 ...............................................................




                        Η έρημη χώρα







έγραψε ο Τάκης Λάγιος* ("Εφημερίδα των Συντακτών"- "ΑΠΟΨΕΙΣ", 24.03.25) 



Στων ποντικών το μονοπάτι
Εκεί που οι πεθαμένοι χάσανε τα κόκαλά τους

Τ.Σ. Έλιοτ


Η χώρα που λέγεται Ελλάδα βρίσκεται σε μία μεγάλη καμπή. Η σύγκρουση της εντιμότητας, της υπευθυνότητας, της ευαισθησίας και του ανθρωπισμού με το ανέντιμο, ανεύθυνο, αναίσθητο και απάνθρωπο κράτος, θυμίζει την τραγωδία της 28ης Φεβρουαρίου του 2023, όταν ένα τρένο που μετέφερε ανθρώπους συγκρούστηκε μετωπικά μ’ ένα άλλο που μετέφερε εμπορεύματα. Κι αυτό το άλλο, το αρματωμένο με δύο μηχανές, ώστε να σέρνει βιαστικά το κέρδος, αυτό το άλλο που απολάμβανε το προνόμιο της προτεραιότητας και την προστασία της συγκάλυψης, μοιάζει με τούτο το σύστημα που εδώ και χρόνια μας κυβερνάει, με δύο μηχανές κι αυτό· η μία να λέγεται «It’s the economy, stupid» (είναι η οικονομία, ηλίθιε) και η άλλη να λέγεται ιδιοτέλεια, αυταρχισμός και ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξουμε στον όσο χρόνο μια επίπλαστη πλειοψηφία παραπεισθέντων μάς επιτρέπει. Και, πίσω από τις δύο μηχανές της φρίκης, να σου και τα βαγόνια της ντροπής που αστόχαστα τα ονομάσαμε θεσμούς, να σπρώχνουν με τον τρόπο τους κι αυτά την ατμομηχανή της οικονομίας του κέρδους, ώστε να τους αναγνωριστεί με κάποια ανταλλάγματα η «ευγενής» συνεισφορά τους στο πάρτι της ανάπτυξης.

Και η καμπή αυτή νομοτελειακά προσφέρει δύο επιλογές. Είτε αναγνωρίζουμε τα λάθη μας κι αλλάζουμε τα πάντα, κατανοώντας πως δεν μας μένει καμία άλλη λύση, παρά μια επανάσταση της αξιοπρέπειας του ανθρώπου ενάντια στην ευτέλεια της εξουσίας, είτε ξαναγυρνάμε «δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα» στα ίδια, περιμένοντας από αυτούς που μας έφεραν ώς εδώ, κουνώντας μας το δάχτυλο, για να μας σώσουν μ’ ένα «θαύμα». Κοντολογίς, να παραμείνουμε ένα άχθος της Ιστορίας, μια έρημη χώρα.

Και λέγοντας έρημη χώρα, μου ήρθαν στον νου κάποιοι στίχοι από το ποίημα του Τ.Σ. Ελιοτ «Η ταφή του νεκρού», από τη συλλογή με τίτλο «Η Ερημη Χώρα», σε μετάφραση του Γ. Σεφέρη:

«Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο...
Δεν ήμουν ζωντανός μήτε πεθαμένος και δεν ήξερα τίποτε
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.»

Αυτό ζούμε πλέον στη χώρα του φωτός, παραδομένοι στον φόβο. Στον φόβο της απώλειας της εμπιστοσύνης των αγορών, των επιδομάτων, των συντάξεων, της διασκέδασης στα μπουζουκομάγαζα. Στον φόβο του αστυνόμου, του δικαστή, του εισαγγελέα, του έφορου, του χούλιγκαν, του προβοκάτορα. Και από κοντά ο Ερντογάν, ο Πούτιν, ο Τραμπ κι ο Κιμ Γιονγκ Ουν, η κλιματική αλλαγή και ο κορονοϊός. Φόβος και πάλι φόβος, «κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός τη σιωπή».

Καιρός, λοιπόν, να νικήσουμε τον φόβο. Και το φάρμακο κατά του φόβου είναι ένα: η ελευθερία· γιατί η ελευθερία για τον άνθρωπο που έχει μάθει να επιβιώνει μέσα στην ασφάλεια της εξάρτησης της μοίρας του από άλλους είναι ο μεγαλύτερος φόβος. Και όταν ξεπεράσουμε αυτόν τον φόβο της ελευθερίας και τη βιώσουμε, τότε κι εμείς, όπως κάποιοι που κάποτε οι εξουσίες τους λέγαν κλέφτες και κατσαπλιάδες, δεν έχουμε να φοβόμαστε τίποτα, ακόμα και τον θάνατο. Διαφορετικά, θα μείνουμε εκεί που είμαστε, στην έρημη χώρα της ασφάλειας που παρέχει υστερόβουλα ο φόβος της ανασφάλειας, «στων ποντικών το μονοπάτι, εκεί που οι πεθαμένοι χάσανε τα κόκαλά τους» (Τ.Σ. Ελιοτ: «Μια παρτίδα σκάκι»). Εκεί που και κάποιοι άλλοι πεθαμένοι χάσανε τα κόκαλά τους, σε ένα άλλο «μονοπάτι των ποντικών», σ’ ένα οικόπεδο, και τα βρήκε πεταμένα εκεί ένας σκύλος που «τα τοποθέτησε ανάμεσα στα πόδια του, ξάπλωσε στο δείγμα και με γαύγισμα καθώς και βλεμματική επαφή έδωσε την ένδειξη πως, σύμφωνα με την εκπαίδευσή του, είναι ανθρώπινο υπόλειμμα» (από το πόρισμα της εταιρείας εκπαιδευμένων σκύλων Anubis για τα ανθρώπινα οστά που βρέθηκαν στο Κουλούρι και τα Πηγάδια).

Και μέσα από αυτό το πλημμύρισμα των αναλογιών και των συναρτήσεων που προκαλεί η ποίηση και διαβάζοντας πώς, με συνέπεια και αφοσίωση στην αποστολή του, φέρθηκε ένας σκύλος (σε αντίθεση με τους ανθρώπους), κλείνω πάλι με στίχους του Έλιοτ από την ρημη Χώρα":

«Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
'Η μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;
Ω κράτα μακριά το σκυλί, τον αγαπάει τον άνθρωπο
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι!»

*Σημείωση: Νομικός, συγγραφέας