............................................................
(ΕCM 1999 & youtube, 19.10.2018)
............................................................
(ΕCM 1999 & youtube, 19.10.2018)
...............................................................
...............................................................
Χάρης Μελιτάς
...............................................................
Ιάκωβος Καμπανέλλης (2.12.1921-29.3.2011)
·
Απόσπασμα από το θεατρικό έργο
του
Ιάκωβου Καμπανέλλη (1921 – 2011) «Παραμύθι Χωρίς Όνομα» (1959) (Εικόνα Τρίτη, έξω απ’ το Παλάτι, εκδ. «Κέδρος», 1979)
…ΘΕΟΔΩΡΟΣ
: Βασιλιά
μου, πολύ λίγα έχω να σου πω γιατί και ο Βασιλιάς ο θείος σου πολύ λίγα είπε σε
μένα! Μου έδωσε μόνο αυτό το γράμμα και το κλειδί για το κιβώτιο!
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
:
Θεόδωρε, θείος μας είναι, μεγαλύτερος είναι, ας μην τον παρεξηγούμε… Πού είναι
το κλειδί;
ΘΕΟΔΩΡΟΣ
:
Η επιθυμία του θείου σου, είναι να διαβάσεις πρώτα το γράμμα!
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
:
Ό,τι θέλει ο θείος!... Αυτός ο λαμπρός συγγενής!... Δώσ’ μου το γράμμα…
(Το
παίρνει απ’ τα χέρια του ΘΕΟΔΩΡΟΥ και προσπαθεί να το ανοίξει).
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
: Πρόσεξε
μην το σκίσεις.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
:
Άνοιξέ το, εσύ που έχεις λεπτά χεράκια!
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
(Το παίρνει, το ανοίγει) : Τι ωραίος γραφικός χαρακτήρ!
ΦΩΝΕΣ
:
Άντε, λοιπόν, Μεγαλειότατε… Διάβαζε… Διάβαζε…
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
(στον
ΠΡΙΓΚΙΠΑ) : Διάβασέ το εσύ, εγώ δεν…
ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ
:
Με τη φωνή του Βασιλέως πρέπει ν’ ακουσθεί!...
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
:
Έχει στεγνώσει το στόμα μου και νιώθω ένα κόμπο εδώ να!...
ΣΠΥΡΟΣ
:
Δεν πειράζει… Όλοι το ίδιο έχουμε πάθει.
ΜΕΡΙΚΕΣ
ΦΩΝΕΣ (Γελαστά) : Όλοι
αφέντη!... Όλοι!
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
: Έτσι,
ε; Γούστο έχουμε.
ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ
:
Προσοχή! Προσοχή! Η Αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς ομιλεί!
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
(διαβάζει δυνατά) :
«Αγαπητέ μου ανιψιέ,
Την επιστολήν σου
έλαβον και εχάρην δια την υγείαν σου καθώς και ημείς δόξα τω Θεώ υγιαίνομεν. Μα
τι γίνεται με εσάς, βρε ανιψιέ; Μου ζητείς δανεικά δια δεκάτην φοράν! Αλλά τι
έγινε με τα τόσα δάνεια, που σου έκαμα, δια να σωθείτε οριστικώς, καθώς μου
έγραφες κάθε φορά; Τα εφάγατε και ευρίσκεσθε πάλι εις την αυτήν αθλίαν
κατάστασιν; Και τι νομίζετε δια εμάς; Ότι μαζεύουμε λεφτά εις τον δρόμον;
Επειδή, λοιπόν, αν σας στείλω χρήματα θα τα φάτε και αυτά και θα γίνετε
χειρότεροι και θα γυρεύετε κι άλλα , εκάθισα και εσκέφτηκα τι μπορεί να σας
σώσει μια και καλή δια να γλιτώσω κι εγώ κι εσείς. Νομίζω ότι βρήκα τη λύση και
σου τη στέλνω μέσα σ’ ένα κιβώτιο μαζί με τις ευχές μου».
ΦΩΝΕΣ
:
Ζήτωωωωω!
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
:
«Σε φιλώ και λοιπά και λοιπά… (στον ΘΕΟΔΩΡΟ) Άνοιξέ το!...
ΘΕΟΔΩΡΟΣ
:
Η επιθυμία του θείου σου, Μεγαλειότατε… είναι να τ’ ανοίξεις εσύ!
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
:
Κατάλαβα!... (Παίρνει το κλειδί απ’ το
χέρι του ΘΕΟΔΩΡΟΥ)
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
:
Δώσ’ το του παιδιού, άσε και το παιδί να κάνει κάτι…
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
:
Έλα, μπράβο, γιε μου…
(Του
δίνει το κλειδί. Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ το παίρνει και με καμάρι για την
εντολή πάει ν’ ανοίξει το κιβώτιο. Το ξεκλειδώνει και μόλις ανοίξει το
σκέπασμα, μια γαϊδουροκεφαλή στερεωμένη σε ελατήριο τινάζεται από μέσα.
Ταλαντεύεται και γκαρίζει δυνατά. Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ τρομάζει και πέφτει πίσω. Απ’
όλα τα στόματα βγαίνει μια λαχταρισμένη φωνή. Μετά από μικρή σιωπή και
παγωμάρα, ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ σηκώνεται και παίρνει ένα άλλο
γράμμα που κρέμεται απ’ το στόμα της γαϊδουροκεφαλής…)
ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ
:
Κι άλλο γράμμα…
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
:
Δώσε μου το!
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
:
Πετάξτε το!... Περιφρονήστε τον!...
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
(Το ανοίγει με φούρια) : Γιατί κυρά μου; Θείος μας είναι,
πλούσιος είναι… μπορεί να χωρατεύει… (Διαβάζει)
«Αγαπητέ
ανιψιέ…
Ο στρατός μου κι ο
στόλος μου έρχονται να σε βοηθήσουν! Παραδοθείτε αμαχητί κι εγώ θα λύσω το
οικονομικό σας πρόβλημα άπαξ δια παντός!
Όσο για τη
στρατιωτική κατάληψη της χώρας σου από το στρατό μου, θα βρούμε μια άλλη
ονομασία για να μη σας κακοφανεί!... Έρχομαι!... Σε φιλώ ο θείος σου και
προστάτης σου και λοιπά και λοι…»
(Το
γράμμα τού φεύγει απ’ το χέρι και πέφτει. Ο ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΗΣ ξεσπά σε τρανταχτά γέλια, και πιάνοντας την κοιλιά του βγαίνει, ενώ οι
άλλοι παρακολουθούν θλιμμένοι).
ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ
:
Διαλυθείτε, παρακαλώ, άλλως θα αναγκασθώ να μεταχειριστώ βίαν!...
(Ο
ΒΑΣΙΛΙΑΣ παίρνει απ’ το χέρι τη ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
και μπαίνουν βιαστικά στο παλάτι! Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ τρέχει πίσω τους. Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ
ακολουθεί τον ΠΡΙΓΚΙΠΑ. Ο ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ κάτι γυρεύει).
ΚΟΥΜΠΑΡΟΣ
:
Πάλι μονάχους μας αφήσανε!
ΣΠΥΡΟΣ
:
Όχι δα! Δε βλέπεις; (Ζυγώνοντας στη γαϊδουροκεφαλή).
Μας την αφήσανε όλη δικιά μας!
ΦΙΛΙΠΠΟΣ
:
Δηλαδή τι πάει να πει αυτό, βρε παιδιά, δεν έχω ακόμα καταλάβει…
ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ
:
Πόλεμος…
...............................................................
ΕΙΒΙ [ ΓΟΥΟΡΤΙΣ EΝΤΟΥΑΡΝΤ IΡΒΙΝΓΚ ]
Απόσπασμα από την
κωμική νουβέλα του συγγραφέα Έιβι
«Ρωμαίος και Ιουλιέττα μαζί και ζωντανοί επιτέλους» (μτφ. Ιωάννα Καρατζαφέρη) (εκδ.
Πατάκη, 2006)
…14
·
…Για
μια φορά ακόμα μαζευτήκαμε στο μικρό υπόγειο δωμάτιο, καθισμένοι σε μικρές
πολυθρόνες, με το σενάριο στα γόνατά μας.
Η Λούσυ είπε ότι μπορούσαμε να αρχίσουμε
διαβάζοντας όλο το έργο. Πράγματι, στις επόμενες δυο πρόβες ο καθένας διάβασε
δυνατά το ρόλο του. Με τη διαφορά ότι κάθε φορά που κάποιος διάβαζε μια γραμμή,
ή τουλάχιστον προσπαθούσε να διαβάσει,
η Λούσυ έλεγε: «Δε σ’ ακούω».
Η Στάκπουλ ζάρωνε σε κάθε κριτική, ακόμα και
στην πιο μαλακή, σαν της Λούσυ.
Ο Σαλτς έλεγε κάτι σαν «χμφ» και δεν έκανε
τίποτα άλλο από αυτό που έκανε συνήθως, εκτός ίσως από το να κοκκινίζει.
Ο μόνος που τα κατάφερνε με την πρώτη ήταν,
φυσικά, ο Χάμιλτον. Έπαιζε σαν να ήταν ο πιο σημαντικός χαρακτήρας του έργου.
Αν μπορούσε, νομίζω ότι θα βάφτιζε το έργο «Άλμπερτ και Ιουλιέττα»
Τελικά φτάσαμε στην
πρώτη από τις σκηνές ανάμεσα στον Ρωμαίο και στην Ιουλιέττα. Είναι όταν
πρωτοβλέπονται. Ο λόγος που το ανεβάζαμε. Ησύχασαν όλοι.
Η Στάκπουλ και ο Σαλτς διάβασαν τα λόγια
τους σαν να ελέγχανε τον τηλεφωνικό κατάλογο για ανορθογραφίες. Ούτε καν
κοιτάζονταν. Όταν τους έβλεπες, ήταν σαν δυο ομάδες που ποτέ δεν μπήκαν σε
γήπεδο.
Και την άλλη μέρα το ίδιο. Άρχισα να
αναρωτιέμαι μήπως όλη η υπόθεση ήταν λάθος.
Την ίδια σκέψη έκανε και η Λούσυ. Μου ζήτησε
να μείνω μετά την πρόβα.
-Εντ, άρχισε, πώς πάει, τι νομίζεις;
- Όχι και σπουδαία πράγματα, παραδέχτηκα.
- Δεν τα νιώθουν και πολύ τα λόγια. Εσύ τι
λες; Δεν καταλαβαίνουν και πολύ τι θα πει να είσαι ερωτευμένος. Δε νομίζω πως
κοιτάχτηκαν έστω και μια φορά εδώ και δυο μέρες.
- Το ξέρω.
- Δεν το καταλαβαίνω, είπε η Λούσυ, που ήταν
πραγματικά αναστατωμένη. Όποτε βλέπεις ερωτευμένους στην τηλεόραση, είναι
τόσο ευτυχισμένοι ή, ξέρεις, φτάνουν να
μισεί ο ένας τον άλλον. Ή το ένα ή το άλλο. Αυτοί οι δυο δεν κάνουν τίποτα.
- Φαντάζομαι ότι χρειάζεται χρόνος, είπα.
- Δεν έχουμε και πολύ στη διάθεσή μας, μου
υπενθύμισε.
- Ίσως στη σκηνή τα πράγματα να είναι
καλύτερα, συνέχισα.
- Τι γίνεται με τα σκηνικά και τα κοστούμια;
- Τέλεια, τη διαβεβαίωσα. Δεν υπάρχει καμιά
ανησυχία. Όλα θα είναι έτοιμα στην ώρα τους.
Η αλήθεια ήταν πως ακόμα δεν τα είχα αρχίσει
καν…
…18
Η δουλειά της Λούσυ ήταν να λέει στους
ηθοποιούς πού και πώς να κινούνται. Αυτό το έλεγε «μπλοκάρισμα». Δεν είμαι
βέβαιος γιατί το λένε έτσι, ίσως γιατί οι ηθοποιοί φέρονται σαν μπλοκαρισμένοι.
Προσπαθούσε να τους
καταφέρει να κάνουν το σωστό. «Πίτερ, όταν λες αυτό, νομίζω ότι θα πρέπει να
πηγαίνεις στην άκρη της σκηνής. Όχι, από την άλλη πλευρά».
Ή «Πίτερ, μη γυρνάς την πλάτη σου στο
ακροατήριο γιατί θα πέσεις από τη σκηνή!»
Ή «Άλμπερτ, ξανακάνε το. Δεν είναι ανάγκη να
τρέχεις. Και καλύτερα ν’ αφήσεις κάτω αυτά τα σπίρτα».
Έτσι είχαν τα πράγματα για όλους. Ανία στο
τετράγωνο. Αλλά τελικά ήρθε η μεγάλη στιγμή, η πρώτη φορά που ο Σαλτς και η
Στάκπουλ έπρεπε να κοιτάξουν ο ένας τον άλλο και να πουν τα λόγια τους.
Συναντιούνται σ’ εκείνο το μεγάλο χορό το βράδυ στου Σαββάτου.
Τα παιδιά που παρακολουθούσαν σιώπησαν. Ο
αέρας είχε κάτι δραματικό.
-Πίτερ, είπε η Λούσυ, μιλώντας από κάποιο
κάθισμα της αίθουσας, εδώ είναι που βλέπεις την Ιουλιέττα για πρώτη φορά.
Πρόκειται, ξέρεις, για έρωτα με την πρώτη ματιά. Κεραυνοβόλο έρωτα.
- Τώρα; ρώτησε ο Σαλτς, κρυφοκοιτάζοντας
πίσω από τις κουίντες όπου κρυβόταν.
- Ναι, τώρα.
Ο Σαλτς βγήκε στη σκηνή, έκανε μερικά βαριά
βήματα και τελικά είπε μερικά λόγια. Καθόμουν στην πρώτη σειρά κι όμως δεν
άκουσα λέξη.
-Πίτερ, είπε η Λούσυ, δεν μπορείς να την
ερωτευτείς κεραυνοβόλα αν δεν τη δεις. Προσπάθησε να γυρίσεις πίσω
και να δεις την Ιουλιέττα. Πού είναι η Άναμπελ;
Η Στάκπουλ κρυβόταν στην άλλη κουίντα. Βγήκε
αργά αργά.
-Άναμπελ, συνέχισε η Λούσυ, νομίζω ότι
πρέπει να βγάλεις τα μαλλιά σου από το στόμα σου. Κοίτα τον Πίτερ.
Να τοι. Κοιτάζοντας επιτέλους ο ένας τον
άλλο.
-Σαλτς, φώναξε ο Χέυς, άνοιξε τα μάτια σου!
Και από κάπου ακούστηκε ο Χάμιλτον: «Και
κόλλα την τσίχλα πίσω από το αυτί σου!».
Η Λούσυ αποφάσισε να σταματήσει την πρόβα…
…Στις δέκα το βράδυ
μού τηλεφώνησε ο Σαλτς.
-Θέλω να σου ζητήσω κάτι, είπε.
- Πες μου.
- Κάτι για το έργο.
- Ό,τι θέλεις.
- Μου ‘ρχεται δύσκολο.
- Ξεκίνα το.
- Κοίτα, πρέπει να…
- Τι;
- Ε, ξέρεις…
- Άντε, πες το ! φώναξα.
- Να, εγώ… ο Ρωμαίος… πρέπει… να φιλήσω… την
Ιουλιέττα.
- Σίγουρα. Δυο φορές.
Έγινε μια μεγάλη παύση. Μετά ο Σαλτς είπε:
-Δεν ξέρω πώς.
- Ποιο πράγμα πώς;
- Μόλις σου το ‘πα.
- Το φίλημα;
- Ναι. Το φίλημα.
- Ποτέ δε φίλησες καμιά;
- Όχι έτσι. Εσύ;
- Ούτε κι εγώ, παραδέχτηκα.
- Τότε, εντάξει. Πώς θα το κάνω λοιπόν;
- Απλώς… το κάνεις. Πρέπει να το έχεις δει
στην τηλεόραση ένα εκατομμύριο, ένα δισεκατομμύριο φορές. Όλο αυτό κάνουν.
- Αν είσαι τόσο σίγουρος, εξήγησέ μου πώς.
- Εντάξει, βασικά υγραίνεις τα… χείλη σου…
- Και;
- Σαν να ρουφάς.
- Ρουφάω;
- Άκου με! Αυτά θα κάνεις. Και τα δυο. Τότε…
Άντε τώρα. Ξέρεις!
- Ειλικρινά δεν ξέρω. Το σκεφτόμουν και
ξαφνικά κατάλαβα πως δεν ξέρω. Δηλαδή, μπορεί να το λένε στα κορίτσια, αλλά
κανένας δεν το λέει σ’ εμάς τ’ αγόρια.
- Λοιπόν, εντάξει. Εσύ κάνε όλα αυτά που σου
λέω, εντάξει;
- Υγραίνω και ρουφώ…
- Ακριβώς, και τότε…
- Για πες.
- Ακουμπάς το στόμα σου στο… δικό της.
- Κι αν φτύσει;
- Θ’ ακούσεις τώρα;
- Ή αν ρευτεί; Θέλω να πω, είναι περίεργο,
δεν είναι;
- Μπα, δεν είναι.
- Γιατί;
- Γιατί αρέσει στους ανθρώπους – στους
περισσότερους.
- Ίσως μόνο έτσι να λένε. Να ‘ναι μόνο
ενθουσιασμός της στιγμής, που μετά ξεφτίζει.
- Σαλτς, για έργο πρόκειται. Πρέπει να το
παίξεις.
- Θα ‘ναι δύσκολο.
Σκέφτηκα μια στιγμή.
-Έχει η αδελφή σου καμιά πάνινη κούκλα;
- Μου φαίνεται.
- Κάνε πρόβες μαζί της.
- Αυτό είναι αρρωστημένο. Πραγματικά
αρρωστημένο.
- Τότε δοκίμασε με το σκυλί σου.
- Μερικές φορές, Σίτροου, είσαι πραγματικά
ανατριχιαστικός!
- Προσπαθώ να σε βοηθήσω. Φίλος σου είμαι!
- Και τι φίλος! Φώναξε κι έκλεισε το
τηλέφωνο…
............................................................
Μίλτος Σαχτούρης (1919 - 2005)
..............................................................
............................................................
Μίλτος Σαχτούρης (1919 - 2005)
...............................................................