...............................................................
Οι μικρές διαφορές και οι μεγάλες τους συνέπειες
γράφει ο Χρήστος Λάσκος ("Εφημερίδα των Συντακτών" / "ΑΠΟΨΕΙΣ", 26.02.26)
Είναι κάποια χρόνια τώρα που κυκλοφορεί στους αριστερούς κύκλους μια κοινοτοπία, που έχει αποκτήσει τον χαρακτήρα του αναμφισβήτητου. Στόχος της διατύπωσής της είναι ο εξοβελισμός του «ναρκισσισμού των μικρών διαφορών». Συνήθως πάει μαζί με την καταγγελία ενός τμήματος της Αριστεράς ως προσηλωμένου στη λογική του αριστεροχωριού, που έτσι αδυνατεί να κάνει «μεγάλη πολιτική». Η οποία, βεβαίως, δεν μπορεί παρά να αφορά πρωτίστως τη διακυβέρνηση - αλλιώς τι «μεγάλο» έχει; Κι αν επισημανθεί πως παλιότερα και για πάρα πολύ η μεγάλη αριστερή πολιτική υπηρετούσε την «επανάσταση», να το πάλι το αριστεροχώρι.
Ισχυρίζομαι, λοιπόν, πως οι μικρές διαφορές έχουν συχνά μεγάλες συνέπειες και αφορούν την πολιτική συνήθως περισσότερο από ό,τι την ψυχιατρική - στον ναρκισσισμό αναφέρομαι. Που σημαίνει πως οι μικρές διαφορές είναι πολύ μεγάλες μέσα σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα.
Να δώσω ένα παράδειγμα.
Ολοι σχεδόν όσοι είναι πολύ της διακυβέρνησης και του «να φύγει ο Μητσοτάκης», ακόμη κι έτσι χωρίς πρόγραμμα, ψηφίζουν τις πολεμικές δαπάνες χωρίς αιδώ και περίσκεψη - κι αν χρειαστεί βγάζουν κι έναν πατριωτικό εξάψαλμο για όσους δεν καταλαβαίνουν τα «εθνικά θέματα».
Είναι αυτό μικρή ή μεγάλη διαφορά με όσους θεωρούν πως ο μαχητικός και ανένδοτος αντιμιλιταρισμός είναι πρώτη προϋπόθεση για οποιοδήποτε, υποφερτό έστω, μέλλον;
Για να επανέλθω σε ένα ζήτημα που πολύ με απασχολεί, είναι η Κεντροαριστερά, η οποία, παντού σχεδόν στον κόσμο, υποστηρίζει φανατικά τους αδιανόητους μέχρι πρόσφατα εξοπλισμούς και θεωρεί πολύ λογική την προσαρμογή στα τραμποφασιστικά κελεύσματα για αύξηση των πολεμικών δαπανών στο 5%, από λιγότερο του 2%, εύλογος «σύμμαχος» της Αριστεράς; Μήπως τα «κεντροαριστερά σενάρια», που έλεγε και ο Ανδρέας Παπανδρέου, δεν είναι καλό πράγμα;
Δεν μιλάω για τα «παλιά». Για το γεγονός, δηλαδή, πως χωρίς την Κεντροαριστερά, τον Κλίντον, τον Σρέντερ, τον Μπλερ ή τον Σημίτη, η κατίσχυση του νεοφιλελευθερισμού θα ήταν δυσκολότερη. Ή για το άλλο γεγονός πως η ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά κατασπάραξε την ελληνική εργατική τάξη με αντίστοιχη όρεξη με αυτήν της Δεξιάς εγκαθιδρύοντας, μαζί με όλους τους ποικίλους εντόπιους συνεργούς της, ένα πρωτοφανές καθεστώς εργοδοτικής δικτατορίας που, μαζί με όλα τα άλλα, κατέστρεψε μια ολόκληρη νέα γενιά.
Αφορούν τα λίγα, από τα πάρα πολλά, παραπάνω μικρές διαφορές;
Η συμφωνία ή ασυμφωνία σχετικά με τέτοια ζητήματα είναι δευτερεύουσα μπροστά στην αναγκαία «πανστρατιά για να φύγει ο Μητσοτάκης»; Δεν νομίζω. Και δεν κομίζω κάτι βαθυστόχαστο. Λίγη λογική και απειροελάχιστη «αριστεροσύνη» είναι αρκετές για να το καταδείξουν.
Δεν θα επιμείνω σε προτάσεις δημοκρατικοπαραταξιακής συμπόρευσης σχεδόν εθναρχικές. Ανήκουν σε άλλον από τον δικό μου γαλαξία.
Θα έρθω σε πράγματα πιο κοντά στα «παραδοσιακά» της Αριστεράς.
Στο πρόσφατο συνέδριο της ΝεΑρ συγκρούστηκαν -αν και η κατάληξη ήταν μάλλον μπερδευτική- δύο απόψεις σχετικά με το θέμα των συμμαχιών, όπως συνηθίζεται να λέγεται. Η μία, της πλειοψηφίας, έβλεπε «προς τα αριστερά», η άλλη, της μειοψηφίας, «προς τη διακυβέρνηση». Η δεύτερη, υπερασπιζόμενη τη στρατηγική (!) του Λαϊκού (;) Μετώπου, δεν «εξαιρεί» κανέναν από την απαιτούμενη υπερπροσπάθεια.
Η πρώτη -αυτή «του Γαβριήλ»- καταγγέλλεται κάποιες φορές περίπου πως δεν ξέρει τι της γίνεται στο μέτρο που η «λύση» είναι προφανής και αυτή την αγνοεί - όταν δεν την υπονομεύει. Η λύση είναι τόσο προφανής που δεν χρειάζεται να διατυπωθούν επιχειρήματα σε σχέση με την εικαζόμενη, έστω για τους σκοπούς που θέτει η ίδια, αποτελεσματικότητά της -για «να φύγει ο Μητσοτάκης», δηλαδή. Είναι προφανής!
Γιατί δεν είναι καινοφανής. Είναι αυτό που «κάνουν όλοι», τελικά. Βρίσκουν έναν αρχηγό, που αποτελεί την «προφανή επιλογή», και ακολουθούν.
Το αφήνω εδώ, αν και σε σχέση με αυτό -το θέμα, δηλαδή, του τρόπου με τον οποίο γίνεται η πολιτική- οι μικρές διαφορές είναι κολοσσιαίες.
Και θέτω το ερώτημα. Είναι εντελώς τυχαίο ότι η κοινοβουλευτική ομάδα της ΝεΑρ είναι με την «ευρεία» άποψη και όχι με τη «στενή»; Είναι τυχαίο, δηλαδή, ότι το κατεξοχήν επαγγελματικό τμήμα του κόμματος είναι πιο «open-minded» από το λιγότερο επαγγελματικό;
Δεν κάνω δίκη προθέσεων. Επαναφέρω μόνο τον μαρξικό προβληματισμό σχετικά με το πόσο «το είναι είναι που καθορίζει τη συνείδηση». Γιατί αν δεν αφορά αυτός ο προβληματισμός τέτοια ζητήματα, τι στο διάολο αφορά;
Εδώ, μάθαμε από τα του Επστιν ότι μαζί του φιλικότητες είχε ακόμα και ο Τσόμσκι. Που ίσως και να σημαίνει πως η παγκόσμια -και η εγχώρια, γιατί όχι;- ελίτ σε σημαντικό βαθμό αισθάνεται, εν πολλοίς, ενιαία, διαιρετή, αλλά και αδιαίρετη. Με αριστερή, κεντρώα και δεξιά τάση.
Είναι, στα δικά μας, αυτό που λένε «εμείς οι πολιτικοί». Το «πολιτικό σύστημα», ενιαίο, διαιρετό και αδιαίρετο. Με αριστερή, κεντρώα και δεξιά τάση.
Αν κάποιος θεωρεί, όπως και ο περισσότερος «λαός», δηλαδή, με το «αλάθητο ένστικτο», πως τα πράγματα έχουν έτσι, είναι περίεργο να την ψάχνει λίγο πιο «στενά»;
Αξίζει να αναρωτηθούμε. Δεν είναι και τόσο «τρελό».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου