...............................................................
Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026
Bruce Springsteen - Streets Of Minneapolis (Official Lyric Video) (youtube, 29.1.2026)
"Γιατί το βασικό πολιτικό πρόβλημα παραμένει στην αντιπολίτευση" έγραψε η Βασιλική Σιούτη (www.lifo.gr, 29.1.2026)
...............................................................
Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026
"Ο Μάνος Χατζιδάκις παίζει Nino Rota" (youtube, 2.11.2013)
...............................................................
(youtube, 2.11.2013)
Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026
«ΤΡΑΓΟΥΔΙ Γ ΙΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ» (Lied von meiner Mutter) & "ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ" (Meiner Mutter) Δύο ποιήματα του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956) (Από τα «Ποιήματα» - Ενότητα «Βαυαρία 1919-1923», μτφ. Μάριος Πλωρίτης, εκδ. «Θεμέλιο», 2000)
...............................................................
Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956)
«ΤΡΑΓΟΥΔΙ Γ ΙΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ»
(Lied von meiner
Mutter) ποίημα του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956) (Από τα «Ποιήματα» (Ενότητα «Βαυαρία 1919-1923», μτφ. Μάριος Πλωρίτης, εκδ. «Θεμέλιο», 2000)
1.Τη
μορφή της δεν τη θυμάμαι πια πώς ήταν πριν οι πόνοι της αρχίσουν. Αποκαμωμένη,
ανασήκωνε τα μαύρα τα μαλλιά της απ’ το ξεσαρκωμένο μέτωπό της – το βλέπω ακόμα
κείνο το χέρι να παλεύει.
2.
Χειμώνες είκοσι τη φοβερίσαν, τα βάσανά της δεν είχαν σωσμό, κι ο θάνατος
ντρεπόταν σαν τη ζύγωσε. Και τότε πέθανε, και το κορμί της ήτανε σαν παιδιού
κορμί.
3.
Στο δάσος είχε μεγαλώσει.
4.
Πέθανε ανάμεσα σε πρόσωπα που ‘χαν τραχύνει βλέποντάς την τόσον καιρό να
ξεψυχάει. Τη συχωρέσαμε που έτσι βασανίστηκε, μα κείνη είχε χαθεί ανάμεσα στα
πρόσωπά μας, προτού να σβήσει ολότελα.
5.
Τόσοι και τόσοι μας αφήνουνε, χωρίς να τους κρατήσουμε. Έχουμε πει το καθετί,
τίποτα πια δεν έχει απομείνει ανάμεσα σε μας κι εκείνους, σκληραίνουνε τα
πρόσωπά μας σαν χωρίζουμε. Κι όμως, το πιο σπουδαίο δεν το είπαμε, αναμασούσαμε
τ’ ασήμαντα.
6.
Ω, γιατί τα πιο σπουδαία να μην τα πούμε, ήταν τόσο εύκολο, και τώρα θα
κολαστούμε για τη σιωπή μας. Εύκολες ήταν οι λέξεις, σφίγγονταν πίσω από τα
δόντια μας. Καθώς γελούσαμε έπεσαν, και τώρα το λαιμό μας πνίγουν.
7.
Το δείλι χτες, πρωτομαγιά, επέθανε η μητέρα μου! Και δε μπορώ, από τη γη να
τήνε ξεριζώσω με τα νύχια μου! (1920)
ΣΤΗ
ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ (Meiner
Mutter)
Κι όταν έσβησε, την
αποθέσανε στη γη.
Άνθη φυτρώνουν,
πεταλούδες παιχνιδίζουν πάνωθέ της…
Ήτανε τόσο αλαφριά
που μόλις βάραινε το χώμα.
Πόσος πόνος
χρειάστηκε για να την κάνει τόσο ανάλαφρη!
(1920)
"Σημειώσεις από το πουθενά" έγραψε ο Μισέλ Φάις ("Εφημερίδα των Συντακτών" /"ΑΝΩ ΚΑΤΩ", 28.01.26)
..............................................................
Σημειώσεις από το πουθενά
SAINT-SAËNS "Danse Macabre" / Adélaïde Ferrière, Matthieu Cognet (youtube, 22.8. 2018)
...............................................................
Marimba : Adélaïde Ferrière
"Η ΠΟΡΤΑ" ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη (1919 -2005) Από τη συλλογή "Παραλογαίς" (1948) & τα "ΠΟΙΗΜΑΤΑ" (εκδ. "Κέδρος", 1981)
...............................................................
Μίλτος Σαχτούρης (1919 - 2005)
Η ΠΟΡΤΑ
Η πόρτα που άνοιξες με τόσο πάθος
άνοιξε στο θάνατο
και δε μπορούν να τον σκεπάσουν
τρία λουλούδια
και δε μπορούν να τον ξορκίσουν
τα ζαχαρένια μάγουλα του κοριτσιού
πίσω απ' την πόρτα
πίσω απ' την πόρτα το κορίτσι
γδύνεται στον άνεμο
τα κυπαρίσσια ψιθυρίζουνε
μια προσευχή χιονιού
βογκάει λυγάει τα κλαδιά
ο βοριάς ο μαύρος
οι ξυλοκόποι
χάθηκαν στη θάλασσα
χλωμά καΐκια
κατεβάσαν τις σημαίες τους
σάλπιγγες στο βυθό
σημάνανε το τέλος
ενώ στο λιμάνι βγαίνουν
κυριακάτικο περίπατο
γυναίκες μες στα μαύρα
σέρνουν τ' αγόρια τους
πεταλωτές παιδεύουνε
τ' άμοιρά τ' άλογά τους
άγριες λατέρνες
μαχαιρώνουνε τα ντέφια τους
παιδιά πουλάνε κοκοράκια
κόκκινα σα χιόνι
καράβια και πουλιά
σφυρίζουν φεύγουνε
κατάρτια ανοίγουν δρόμο
ανάμεσα από τ' άστρα
η πόρτα που άνοιξες με προσοχή
έχει άλλες χίλιες πόρτες πίσω της
πίσω από κάθε μια και μια κραυγή
πίσω από κάθε μια κι ένα στητό κορίτσι
Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026
Django Reinhardt, Nuages (arrangement Roland Dyens) - Laura Rouy (youtube, 7.11.2025)
...............................................................
Django Reinhardt, Nuages (arrangement Roland Dyens) - Laura Rouy
(youtube, 7.11.2025)
Παιδεία-καραμπόλα: πώς να αφήσετε μια γειτονιά χωρίς το σχολείο της / Μύθοι και αλήθειες για τα πειραματικά σχολεία, που αρχίζουν τη λειτουργία τους φέτος σε διάφορες περιοχές της χώρας - γράφει ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ (https://www.news247.gr/26 Ιανουαρίου 2026)
..............................................................

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026
«ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ» ποίημα του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου (1931 – 1996) από τη συλλογή «Ο ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ / Ενότητα «ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ» (εκδ. «ΕΓΝΑΤΙΑ», 1978)
..............................................................
Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου (1931 – 1996)
·
«ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ»
ποίημα του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου
(1931 – 1996) από τη συλλογή «Ο
ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ / Ενότητα «ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ» (εκδ. «ΕΓΝΑΤΙΑ», 1978)
Συναντηθήκαμε αργά το
απόγευμα κάπου προς τον παλιό σταθμό. Φυσούσε από το πρωί και η θάλασσα ήταν
έρημη στα καφενεία και στα τραμ της αφετηρίας
Κοιτούσα τα χέρια του
που έσφιγγαν ήρεμα, με κρυφή συγκατάθεση, τα δικά μου. Μες στο σακίδιο ήταν όλος
ο κόσμος του – πουλόβερ, βιβλία, γράμματα… Έπρεπε νάρχονταν τα πράγματα αλλιώς,
μα το θελήσαμε τάχα
Άχρωμο φως, μια
Κυριακή φθινοπωριάτικη, καμιά ελπίδα. Μικρά ταξίδια στις ακτές, όλα χαλάσανε,
Θεέ μου, τόση ερημιά
Έβρεχε στην επιστροφή
και ο αυτοκινητόδρομος γέμισε φωτεινά σήματα, πικρά ολομόναχα φώτα
«Το Σύνθημα» μονόπρακτο του Μπέρτολτ Μπρεχτ από το έργο του «Τρόμος και Αθλιότητα του Γ’ Ράιχ» (μτφ. Πέτρος Μάρκαρης)
...............................................................
Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956)
·
«Το
Σύνθημα» μονόπρακτο του Μπέρτολτ
Μπρεχτ από το έργο του «Τρόμος και Αθλιότητα του Γ’ Ράιχ» (μτφ. Πέτρος Μάρκαρης)
(Χέμνιτς 1937.
Θάλαμος στη Χιτλερική νεολαία. Ένα μπουλούκι αγόρια. Τα περισσότερα έχουν
κρεμασμένες στο λαιμό τους μάσκες αερίου. Μια μικρή ομάδα παρακολουθεί έναν
νεαρό που κάθεται σ’ ένα πάγκο και κουνάει αδιάκοπα τα χείλια του, σα να
μαθαίνει κάτι)
ΤΟ
ΠΡΩΤΟ ΑΓΟΡΙ : Ακόμα δεν έχει μάσκα.
ΤΟ
ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΓΟΡΙ : Η γριά του δεν του αγοράζει.
ΤΟ
ΠΡΩΤΟ ΑΓΟΡΙ : Αφού το ξέρει πως εδώ του κάνουν τη
ζωή μαύρη.
ΤΟ
ΤΡΙΤΟ ΑΓΟΡΙ : Άμα δεν έχει όβολα…
ΤΟ
ΠΡΩΤΟ ΑΓΟΡΙ : Τώρα μάλιστα που ο χοντρός τον έχει
στη μπούκα!
ΤΟ
ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΓΟΡΙ : Πάλι μαθαίνει το σύνθημα.
ΤΟ
ΤΕΤΑΡΤΟ ΑΓΟΡΙ : Πέντε βδομάδες τώρα το μαθαίνει, κι
είναι όλα κι όλα δυο τετράστιχα.
ΤΟ
ΤΡΙΤΟ ΑΓΟΡΙ : Αφού το ‘χει μάθει εδώ και τόσο καιρό.
ΤΟ
ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΓΟΡΙ : Τα χάνει από το φόβο του.
ΤΟ
ΤΕΤΑΡΤΟ ΑΓΟΡΙ : Έχει όμως πλάκα, ε;
ΤΟ
ΠΡΩΤΟ ΑΓΟΡΙ : Τρελή πλάκα (Φωνάζει στο ΠΕΜΠΤΟ ΑΓΟΡΙ) :
Το ‘μαθες, Πσίρερ;
(ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΑΓΟΡΙ
σηκώνει ενοχλημένο το κεφάλι, καταλαβαίνει και νεύει. Μετά συνεχίζει)
ΤΟ
ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΓΟΡΙ : Ο χοντρός του μπαίνει επειδή δεν έχει
μάσκα.
ΤΟ
ΤΡΙΤΟ ΑΓΟΡΙ : Αυτός λέει πως του μπαίνει επειδή δε
δέχτηκε να πάει μαζί του στον κινηματογράφο
(ή «στο σινεμά» ή «να πάνε μαζί σινεμά»)
ΤΟ
ΤΕΤΑΡΤΟ ΑΓΟΡΙ : Αυτό τ’ άκουσα κι εγώ. Εσείς το
πιστεύετε;
ΤΟ
ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΓΟΡΙ : Δεν είναι απίθανο. Ούτε κι εγώ θα πήγαινα με τον χοντρό στον
κινηματογράφο (στο σινεμά). Εμένα
όμως δεν τολμάει να μου κολλήσει. Ο πατέρας μου θα ’κανε τον κόσμο άνω-κάτω.
ΤΟ
ΠΡΩΤΟ ΑΓΟΡΙ : Το νου σας, ο χοντρός!
(Τα παιδιά στέκονται
προσοχή σε δυο σειρές. Μπαίνει ένας παχύς ΟΜΑΔΑΡΧΗΣ. Χαιρετούν χιτλερικά.)
ΟΜΑΔΑΡΧΗΣ
:
Μετρηθείτε! (Τ’ αγόρια μετριούνται.
ΟΜΑΔΑΡΧΗΣ
:
Μάσκες! (Τ’ αγόρια φοράνε τις μάσκες τους. Ωστόσο μερικοί δεν έχουν και κάνουν
μόνο τις κινήσεις.)
ΟΜΑΔΑΡΧΗΣ
:
Πρώτα το σύνθημα. Ποιος θα μας το πει σήμερα; (Κοιτάζει γύρω, λες και δεν
αποφάσισε, μετά απότομα) : Πσίρερ! Εσύ το ξέρεις νεράκι!
(ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΑΓΟΡΙ
βγαίνει μπροστά στη γραμμή. Είναι κατάχλωμο.)
ΟΜΑΔΑΡΧΗΣ
:
Λοιπόν το ξέρεις, ρε κορόιδο;
ΤΟ
ΠΕΜΠΤΟ ΑΓΟΡΙ : Μάλιστα, κύριε ομαδάρχα!
ΟΜΑΔΑΡΧΗΣ
:
Λοιπόν, εμπρός ρε! Πρώτο τετράστιχο!
ΤΟ
ΠΕΜΠΤΟ ΑΓΟΡΙ : Τον θάνατο άφοβα να κοιτάζεις
Είν’
αυτό το σύνθημά μας
Και
ποτέ σου μη δειλιάζεις
Αν
στο μέτωπο βρεθείς.
ΟΜΑΔΑΡΧΗΣ
:
Κοίτα μην τα κάνεις επάνω σου ρε κορόιδο! Παρακάτω! Δεύτερο τετράστιχο!
ΤΟ
ΠΕΜΠΤΟ ΑΓΟΡΙ : Χτύπα, σούβλισε και σφάξε
Μόνον έτσι…
(Σκοντάφτει και
ξαναλέει τα λόγια. Μερικά αγόρια κρατάνε με δυσκολία τα γέλια τους.)
ΟΜΑΔΑΡΧΗΣ
:
Πάλι δεν το ‘μαθες!...
ΤΟ
ΠΕΜΠΤΟ ΑΓΟΡΙ : Το ‘μαθα, κύριε ομαδάρχα!...
ΟΜΑΔΑΡΧΗΣ
:
Στο σπίτι σου μαθαίνεις άλλα πράματα, έτσι; (Ουρλιάζει): Παρακάτω!...
ΤΟ
ΠΕΜΠΤΟ ΑΓΟΡΙ : Μόνον έτσι… Θα νικήσεις
Σαν
Γερμανός… να… να…
Σαν Γερμανός να πολεμήσεις
Γι’
αυτό πεθαίνεις…
…γι’ αυτό θα δοξαστείς.
ΟΜΑΔΑΡΧΗΣ
:
Λες κ’ είναι τίποτα δύσκολο!...
Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026
Αυτό που ήσουν Στίχοι - Μουσική : Μίκης Θεοδωράκης Τραγούδι : Αντώνης Καλογιάννης (youtube, 20.6.2014)
...............................................................
Αυτό που ήσουν
Στίχοι - Μουσική : Μίκης Θεοδωράκης
Τραγούδι : Αντώνης Καλογιάννης
Αυτό που ήσουν κάποτε θα γίνεις ξανά
Ο εξευτελισμός σου να γίνει τέλειος
Πίνεις την προδοσία με το γάλα,
Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου (1871-1920) «Ο Πύργος του Ακροποτάμου» (εκδ. ΒΙΠΕΡ της «ΠΑΠΥΡΟΣ ΠΡΕΣΣ» Ε.Π.Ε)
...............................................................
Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (1868 - 1920)
·
Από το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου
(1871-1920) «Ο Πύργος του Ακροποτάμου» (εκδ.
ΒΙΠΕΡ της «ΠΑΠΥΡΟΣ ΠΡΕΣΣ» Ε.Π.Ε)
«…Ο
Θώμος Κρανιάς είχε ξεχωριστή αγάπη στη μεγάλη κόρη του από τον καιρό που ήτανε
μικρή κι όταν έμαθε το πάθημά της η ψυχή του πόνεσε βαθιά. Κι η ντροπή, που του
έγινε στο σπίτι, δεν του πλήγωσε λιγότερο και τη φιλοτιμία.
Το πρώτο που σκέφτηκε ήτανε να τρέξη να
βιάση τον ατιμαστή να διορθώση το κακό. Μα η πράξη δεν είν’ εύκολη σαν τον
στοχασμό. Ο Θώμος Κρανιάς το γνώριζε, κι αυτού ξεχώριζε από τη γυναικαδέρφη
του. Οι φούριες δεν του αρέσανε κι ήξερε πως στην περίσταση αυτή η βία και οι
φοβέρες δεν πιάνουν τόπο. Πρώτα έλειπε ο άνθρωπος που θα
τις έκανε. Νταλματζήδες και τσολιάδες είχανε τα βουνά του τόπου του, άλλο καλό·
μα ποιος θα πήγαινε να τους έβρισκε; Ή λες θα τους έστελνε ο ξάδερφός του;
Εκείνος, από τον καιρό που καταργηθήκανε τα επαρχεία και δεν μπορούσε να τον
έχη πια στην πόλη κοντά στον ποταμό, ούτε τόνε νοιάζεται άλλο· τον άφησε
γραμματικό εκεί στον λασπότοπο της Θεσσαλίας.
Το μέτρησε λοιπόν το πράγμα έτσι κι αλλιώς
κι είδε πως δεν του μένει άλλο από τον καλό τον τρόπο. Ο πρώτος στοχασμός του
ήτανε πάλι να ‘ρθη στον πύργο μόνος του και, με όλη τη ντροπή που του ερχόταν
από τον κόσμο κι από τους φίλους του στην πόλη, θα το αποφάσιζε, αν η
γυναικαδέρφη του δεν έβγαινε στο μεταξύ με την απαίτηση να ‘ρθη να πάρη τα
παιδιά ή τουλάχιστο μόνο τη ντροπιασμένη.
Αυτού τα έμπλεξε ο Θώμος Κρανιάς. Αυτό δεν
ήτανε δυνατό να γίνη· με κανέναν τρόπο. Γιατί; Ίσια ίσια αυτό το γιατί ήθελε να
ξεφύγη. Ανάθεμα μόνο την ώρα, που αποφάσισε να χωριστή από τη μακαρίτισσα,
έλεγε με πόνο μέσα του, και, για να μην πονοκεφαλά, να βρίσκη αφορμές, έγραψε
πως θα ‘ρθη αμέσως όταν του δώση άδεια η υπηρεσία. Για ν’ αναπάψη όμως και τη συνείδησή του, έπιασε κι έγραψε
και του πατέρα του νέου, που απάτησε την κόρη του, ένα γράμμα γεμάτο αρχοντική αξιοπρέπεια
και πατρικό θυμό. Δεν του άφηνε δισταγμό πως απομέρος του θαρρούσε το
συνοικέσιο σαν τελειωμένο. Ο παραλής μπακάλης
πάλι, αξιόπρεπος το ίδιο, δεν άργησε να τόνε βεβαιώση με μια σύντομη
απόκριση πως είναι κι εκείνος αγαναχτισμένος με την πράξη του γιου του και πως
του μήνυσε να τρέξη να τη διορθώση. Έτσι αλλαχτήκανε δυο τρία γράμματα ευγενικά
και φιλικά και το πράμα έμεινε να μιληθή προφορικά, όταν ανταμώσουνε με το
καλό. Μα, μια από τον φόβο μην η γυναικαδέρφη του ξαναβγή με την απαίτηση να
πάρη τα ορφανά μαζί του, μια γιατί δεν είχε στο χέρι πάντα έξοδα, το ταξίδι
έμενε όλο και για παραπέρα. Κι αποφασίστηκε να γίνη τη Λαμπρή αυτή, όταν
περισσέψανε κάτι ψιλά από μια περιοδεία κι όταν πια νόμιζε πως στον πύργο
κρύωσε το πράμα και πως η χωριάτισσα συνήθισε με την καινούρια κατάσταση.
Κι
έτσι κι έγινε κιόλας· η χωριάτισσα δεν τονέ στενοχώρησε, όσο κι αν τρωγότανε
και θύμωνε μαζί του μέσα της. Ο παραλής μπακάλης πάλι, όταν τον είδε που ήρθε,
θυμήθηκε λαμπριάτικα κάποιους παλιούς χρεοφειλέτες του ένα γύρο στα χωριά και
χάθηκε από την πόλη. Κι έτσι ο Θώμος Κρανιάς πίστεψε πως θα φάη μ’ ησυχία το
αρνί στην κούλια του, θα θυμηθή με συντριμμένη καρδιά τη μακαρίτισσα και, με
αναπαμένη τη συνείδηση πως ξεπλήρωσε το πατρικό χρέος του στα ορφανά, θα
ξαναγυρίση στ’ άλλα καθήκοντα στον λασπότοπο, όπου τον άφησε ο ξάδερφός του να
κολλήση.
Και τώρα βρήκε ξαφνικά τον κόμπο εκεί που
δεν τον πρόσμενε κι εκεί που του πονούσε αληθινά. Η μαραμένη όψη της κόρης του,
θαμμένη μες στη μαύρη φορεσιά, του τρύπησε την καρδιά μόλις την είδε που τον
προσδέχτηκε δειλά, ταπεινωμένα στην αυλόπορτα του πύργου· η τραχιά ζωή της
έπειτα εκεί μέσα, που του έπεφτε στα μάτια όσο κι αν το απόφευγε, του ξυπνήσανε
στην ψυχή μαζί με τη συμπόνεση και κάποιο βάρος.
Αυτό μαζευότανε στο σύννεφο, που η Φρόσω
έβλεπε στο μέτωπό του κι έρριχνε την αφορμή όλη στον εαυτό της. Ο Θώμος
Κρανιάς, την ώρα που η κόρη του γονατιστή μπροστά του γύρευε με δάκρυα να τη
συμπαθήση, δεν ένιωθε μόνο τον πόνο του πατέρα για ένα δυστυχισμένο τέκνο, μα
κάτι πιο πολύ, κάτι που η κόρη του δεν το φανταζότανε. Αιστανότανε βαθιά πως κι
αυτός ο ίδιος έπρεπε να γονατίση μπροστά σε κάποιον ίσκιο και να του γυρέψη
συχώρεση. Καθώς θολό ήταν αυτό το αίστημα, αξεδιάλυτο κι ομιχλιασμένο· του
Θώμου Κρανιά δεν του πολυάρεσε ν’ αντικρίζεται κατάματα και με τους άλλους και
με τον εαυτό του. Ήτανε το φυσικό του τέτοιο. Μόνο η συχωρεμένη που το γνώριζε
καλά, μόνο η κυρά Θώμαινα, ανίσως ζούσε τώρα, θα μυριζόταν, από την πρώτη
στιγμή που πάτησε στο σπίτι ο άντρας της, τι πολεμά να σωπάση μέσα του κι αυτός
και ποιες αδυναμίες της γενιάς του
ξυπνήσανε μακριά της. Όσο κι αν τις θαρρούσε φυσικές αυτές κι ο ίδιος, όσο κι
αν δεν έκανε ποτέ του δοκιμή να τις νικήση, πάντα η ψυχή του σήκωνε μιαν
αδύνατη ανταρσία. Μα η ίδια πάλι ξανάβρισκε μέσα της τη δύναμη και την έπνιγε.
Γι’ αυτό δεν αγαπούσε ο Θώμος Κρανιάς ν’ αντικρύζεται κατάματα με την ψυχή του·
το αντίκρυσμα θρέφει τον πόλεμο· η λησμονιά μόνο τον πνίγει. Και τη στιγμή που
γύρευε να την απλώση στη θύμηση της κόρης του, σαν να ήθελε να ρίξη λίγες
δίπλες και στη δική του θύμηση. Πολλά είχε κι ήθελε να ξεχάση κι αυτός και
πρώτα πρώτα τη δυστυχίαν της κόρης του. Πριν του το ξεστομίση εκείνη, το
αιστάνθηκε μονάχος του πως είχε χρέος να τη λύτρωνε τουλάχιστο από τη σκληρή
ζωή που έκανε στην κούλια. Πάντα, όταν έπεφτε το μάτι του απάνω της, η έννοια
αυτή του πρόβαλλες στον νου. Και η
καρδιά του μέσα έκλαιγε. Μα – «ανάθεμα την ώρα που αποφάσισε να χωριστή από τη
συχωρεμένη» - αναστέναζε πάλι από βαθιά και ξεθύμαινε. Ό,τι αιστανότανε ο Θώμος
Κρανιάς για μια στιγμή, το αιστανότανε με τα σωστά, για να το λησμονήση με την
ίδια ειλικρίνεια έπειτ’ από λίγο.
Έτσι και τώρα, ύστερ’ από τη συγκίνηση που
του δώσανε τα κλάματα της κόρης του, τον είδε κείνη να γυρίση το μεσημέρι
γελαστός. Όμοια, ανάμεσα έννοιας και χαράς, περάσανε κι οι άλλες μέρες που
έμεινε κοντά στη φαμελιά του. Ας έχη δόξα ο Θεός, οι φίλοι του στην πόλη
περισσεύανε κι έτσι μπορούσε να περνά τις περσότερες ώρες όξω από την κούλια. Εκείνον που ζητούσε να
ξεφύγει πρώτα και κύρια ήτανε το να μείνη πάλι μόνος με την κόρη του. Μέσα η
ψυχή του λαχταρούσε να τη σφίξη άλλη μια φορά στα στήθη του, να της φιλήση τα
μαραγγιασμένα μάγουλα, να την παρηγορήση· μα η φωνή της «πατέρα, πάρε με μαζί
σου» τον τρόμαζε κι έφευγε όσο μπορούσε πιο πρωί από το σπίτι για τον καφενέ,
όσο που έφυγε μιαν αυγή για τη λασπόπολη της Θεσσαλίας.
«Σαν ξένος ήρθε και σαν ξένος έφυγε»
μουρμούρισε η χωριάτισσα και σταυροκοπήθηκε από πίσω του.
Κρύα και θλιβερή τού έσφιξε και του φίλησε
το χέρι κάτω στην αυλόπορτα που τον προβόδησε. Και ρωτούσε μέσα της: «Τι έπαθε;
Πώς άλλαξε μονομιάς;»…»