Διαρρήχτες του ήλιου δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός
Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν παραμονεύουν με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια με τ’ άστρα στην τσέπη τους βρομισμένα με ψίχουλα με τις πέτρες των δειλών στα χέρια παραμονεύουν σ’ άλλους πλανήτες το φως
Να πεθάνουν
Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της από το χρώμα του το κάθε λουλούδι από το χάδι του το κάθε χέρι απ’ τ’ ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί.
"Ο ΒΥΘΟΣ"
Ένας ναύτης ψηλά στα κάτασπρα ντυμένος τρέχει μέσ' στο φεγγάρι
Κι η κοπέλα απ' τη γης με τα κόκκινα μάτια λέει ένα τραγούδι που δε φτάνει ως το ναύτη
Φτάνει ως το λιμάνι φτάνει ως το καράβι φτάνει ως τα κατάρτια