Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

"Το σκάψιμο για το άγαλμα" Διήγημα του Κωστή Παλαμά (1859 - 1943)

...........................................................




Κωστής Παλαμάς
(1859 - 1943)










Το σκάψιμο για το άγαλμα

Διήγημα του Κωστή Παλαμά



   ΑΝΕΒΗΚΑ ΣΤΟ ΨΗΛΩΜΑ. ΜΕ ΩΔΗΓΟΥΣΕΝ ο λόγος του αρχαίου κοσμογυριστή. Μεσ’ από το βιβλίο που κρατούσα κι όλο που διάβαζα και ξαναδιάβαζα σκυφτός, χύνοταν μια φωνή, σα να ‘βγαινε από βαθύ πηγάδι μέσα, ξεσκεπάστρα των χαμένων θησαυρών.

   Εδώ είταν ο ναός της Μητέρας. Κ’ έστεκε το μέγα το θαυματουργό. Και είταν η Μητέρα, η θεά των θεών. Και καβαλλίκευε λιοντάρι τόσο άγριο, όσο γαλήνια δείχνοταν εκείνη. Όμως ποτέ τρικυμία δεν είτανε τόσο φοβερή σαν τη γαλήνη της. Και είταν πύργος το στεφάνι της και στον πέπλο της απλωμένα συνταιριάζονταν ο ουρανός και η γη και η θάλασσα. Και λαός νύχτα και μέρα θαλασσόδαρτος από τα τετραπέρατα σκόρπιζε στερεάς και πελάου τ’ αγαθά, έφερνε τάματα στα πόδια της θεάς, από τους θησαυρούς των θησαυρών.

   Εδώ είταν ο ναός κυκλώπεια θέμελα, σεβάσμια χαλάσματα. Κι ο αρχαίος κοσμογυριστής με τραβούσε να σκάψω, βαθιά κι αγύριστα κι ολημερής και ολονυχτής όσο που να σκοντάψ’ η αξίνα μου σε κάτι μέγα κι αναπάντεχο, στο διαλαλημένο άφαντον άγαλμα.

   Κι άρχισα να σκάβω και να σκάβω και να σκάβω. Κι ανατρίχιαζα παράξενο ανατρίχιασμα, καθώς ωνειρευόμουνα, σαν ανατολή πρωτοφανέρωτου άστρου, ύστερ’ από των αιώνων το βασίλεμα, το ξεφανέρωμα της Μητέρας, μέσ’ από τα χέρια μου, της θεάς των θεών.

   Κι ανέβηκεν ο ήλιος του καλοκαιριού. Κ’ ήρθε του μεσημεριού το κάμα. Κ’ είτανε ξέρα ολόγυρα, από την μακρινήν αναβροχιά. Και είχε σωθή κάθε δροσούλα. Και τα στόματα διψούσανε για νεράκι. Και σε μια βρυσούλα απόμερα που στάλαζε σα δάκρυ το νεράκι, κοσμάκης γύρω και κόσμος χύνονταν και πάλευεν ανήμερα, με τα δόντια και με τ’ άρματα, για να δράξη μια δροσοσταλιά.

   Κι εγώ σαν απείραχτος από τη δίψα γύρευα το υπέρτατο ξεδίψασμα κ’ έσκαφτα. Όμως τίποτε, τίποτε. Κ’ έσκαφτα γύρω, μέσα στα χαλάσματα, κι όλο κρατούσα βυθισμένο το νου στο λόγο του αρχαίου κοσμογυριστή.

   Όμως τίποτε, τίποτε. Πέρασε ημέρα, κ’ ήρθε η νύχτα και ξαναξημέρωσε. Και την τρίτη μέρα, στην ώρα τη στοχαστική του δειλινού, κράτησεν άξαφνα την αξίνα μου, όχι της πέτρας κράτημα, μα πάφλασμα νερού αναβρυστικού. Κι ανάδωκε μια πηγή, πλούσια πηγή από νερό που έρρεεν ακράτητο, πλημμυριστό, σα νάθελε να τα σκεπάση όλα γύρω του.

   Κ’ έσκυψα και είδα μέσα στην πηγή λαό ξεδιψασμένο, κόσμο ολόχλωρο, ανατολές ελεύτερες και ξεφαντώματα ολοκάθαρα. Ακολούθαε το βαθύ το μυστικό σου τον ύπνο μέσα στα σκοταδερά και στ’ άσκαφτα, ανεύρετον άγαλμα! Δεν είμ’ εγώ ο υπεράνθρωπος που γράφτηκε να φέρη εδώ απάνου το υπέρτατο ξεδίψασμα. Άνθρωπος είμαι. Κ’ έχω και με φτάνει η δόξα που βλέπω τώρα γύρω μου τόσα χειλάκια, τόσα χέρια, τόσα μέτωπα, προς την πηγή σκυμμένα, τα ταπεινά τα ξεδιψάσματα, όλα αυτά, που κάνουν ένα ευλογητό ξεδίψασμα κι αυτά, έτσι καθώς στέκουνε κλιτά προς την πηγή, σα ν’ απομείνανε κ’ εμπρός σ’ εμέ γονατισμένα.



                                                                                                 1900



Από το βιβλίο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ «Τρισεύγενη και άλλα διηγήματα» (εκδόσεις ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ/Παιδεία, 2015)

    



 

Δεν υπάρχουν σχόλια: