Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2020

"Γιατρέ μου γιατί έχασα στις εκλογές;" & "Γιατρέ μου, γιατί θα ξαναχάσω τις εκλογές;" έγραψε ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 31.12.2019)

..............................................................

Γιατρέ μου γιατί έχασα στις εκλογές;


έγραψε ο Κύρκος Δοξιάδης("Εφημερίδα των Συντακτών", 17.12.2019)



Στη νεοφιλελεύθερη εποχή μας, ζούμε σε μια ιδιότυπη «δικτατορία των ειδικών». Προφανώς η συνύπαρξη της κυριαρχίας του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και εκείνης των «ειδικών» δεν είναι απλή χρονική σύμπτωση. Και τούτο για δύο αλληλοσυνδεόμενους λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι το νεοφιλελεύθερο σύστημα διακυβέρνησης, ευθυγραμμιζόμενο με τις επιταγές της καπιταλιστικής οικονομίας, εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από τους «τεχνοκράτες» και την «τεχνογνωσία» και ολοένα και λιγότερο από τους εκλεγμένους εκπροσώπους και τη λαϊκή βούληση. Και ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τη γενικευμένη εξατομίκευση που επιβάλλει ο νεοφιλελευθερισμός σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της γνώσης.
Σπεύδω να διευκρινίσω κάτι αυτονόητο για να μην παρεξηγηθώ. Οταν μιλάω για τη «δικτατορία των ειδικών», δεν υποτιμώ τη σημασία της επιστημονικής γνώσης, που εξ ορισμού απαιτεί «ειδίκευση» υπό την έννοια της αφοσίωσης πολλών ετών εκπαίδευσης, έρευνας, σοβαρής και συστηματικής διανοητικής εργασίας για την επαρκή αφομοίωση και την προσήκουσα εφαρμογή της.
Το πρόβλημα τίθεται όταν οι «ειδικοί» αυτονομούνται από την επιστημονική τους κοινότητα και παίζουν τον ρόλο «ειδικού συμβούλου» - που σημαίνει ότι αποφασίζουν πολιτικές κατά τρόπο σε τεράστιο βαθμό ανεξέλεγκτο. Και πάλι για να μην παρεξηγηθώ, δεν εννοώ εδώ ότι η γνώμη των επιστημόνων οφείλει να τίθεται στην κρίση του λαού με τη μορφή εκλογής τους ή δημοψηφίσματος. Ο «έλεγχος» που λείπει στην προκειμένη περίπτωση έχει να κάνει με κάτι άλλο – πιο σύνθετο, αλλά υπό μια έννοια και πιο απλό από τη θεσμοποιημένη διαδικασία δημοκρατικού ελέγχου.
Στη νεωτερικότητα, και ιδίως στη σύγχρονη εποχή, οι επιστημονικοί κλάδοι που εφαρμόζονται στην πολιτική και στη διαχείριση της δημόσιας ζωής είναι αμέτρητοι. Δεν θα ήταν αβάσιμη κάποια διάκριση μεταξύ δύο ευρύτατων κατηγοριών στις εφαρμογές των επιστημονικών κλάδων, έστω και αν σε πολλές περιπτώσεις η εν λόγω διάκριση δεν είναι απόλυτη.
Υπάρχουν για παράδειγμα εφαρμογές που αφορούν τη δημόσια υγεία ή την αντιμετώπιση του κινδύνου πυρκαγιάς ή πλημμύρας, και άλλες που σχετίζονται με ζητήματα όπως οικονομική πολιτική, διεθνείς σχέσεις ή κομματικές διεργασίες. Χωρίς να παραγνωρίζουμε την κρίσιμη πολιτική σπουδαιότητα και των ζητημάτων της πρώτης κατηγορίας, θα μπορούσαμε ωστόσο να συμφωνήσουμε ότι η πολιτική διάσταση της δεύτερης κατηγορίας είναι πιο άμεση. Αναλόγως, οι επιστημονικοί κλάδοι που εφαρμόζονται στην πρώτη περίπτωση προέρχονται κυρίως από το πεδίο των θετικών επιστημών, ενώ οι κλάδοι που κυρίως εφαρμόζονται στη δεύτερη ανήκουν στις κοινωνικές επιστήμες.
Το ζήτημα της «αξιακής ουδετερότητας» στις κοινωνικές επιστήμες, ιδωμένο αφαιρετικά και μέσα στη «γυάλα» της «καθαρής ακαδημαϊκής εργασίας», είναι κάτι πολύ συζητήσιμο ούτως ή άλλως. Οταν όμως οι κοινωνικές επιστήμες χρησιμοποιούνται για να καθορίζουν πολιτικές αποφάσεις, η «αξιακή ουδετερότητα» είναι απλώς το –συχνά άρρητο- άλλοθι των «ειδικών συμβούλων» για να κάνουν ό,τι τους καπνίσει. Απολύτως ιδεολογικοί και πολιτικοί στις επιλογές τους, οχυρώνονται πίσω από τις περγαμηνές του «ειδικού», άρα του «αξιακά ουδέτερου», ήτοι του «αμόλυντου» από ιδεολογικές θέσεις και πολιτικές επιρροές.
Οταν οι «ειδικοί» προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε νεοφιλελεύθερα ή νεοφιλελευθεροποιημένα κόμματα, ουδέν πρόβλημα. Εκεί το ιδεολόγημα της «αξιακής ουδετερότητας» συμβαδίζει αρμονικά με την ιδεολογία και την οργάνωση του κόμματος που εξυπηρετούν. Η ηγεσία του κόμματος τους χρησιμοποιεί όπως ο μάνατζερ τους τεχνικούς συμβούλους της επιχείρησής του. Το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα της αδιαμφισβήτητης -καθ’ ότι ακριβώς «ιδεολογικά ουδέτερης»- ευθυκρισίας των «ειδικών» είναι τόσο διάχυτο και επιδραστικό που φαίνεται πως συμπαρασύρει και αριστερές ηγεσίες. Και εκεί τα πράγματα είναι λιγάκι πιο προβληματικά.
Στο βίντεο της ομιλίας του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ την περασμένη Δευτέρα στο «Κάραβελ», ακούσαμε μια «αριστερή εκδοχή» της περιβόητης θεωρίας περί «ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς». Οτι δηλαδή όντως, από τη μεταπολίτευση κι έπειτα, και ιδίως από τη νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1981, η ευρύτερη Αριστερά, δηλαδή η «προοδευτική παράταξη», με τους «δύο της πόλους», το ΠΑΣΟΚ και την «παραδοσιακή Αριστερά», που είχε ως κοινό όραμα την υπέρβαση του καπιταλισμού και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, ήταν ηγεμονική – και ότι η σχεδόν διαχρονική αυτή ηγεμονία άρχισε κάποια στιγμή να διασπάται και να υπονομεύεται.
Τούτη η προκλητική παραποίηση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, που εκτός των άλλων βρίσκεται επικίνδυνα κοντά στον προπαγανδιστικό ισχυρισμό της Δεξιάς ότι η Αριστερά ευθύνεται για τα δεινά της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής, δεν μπορεί παρά να είναι «παρενέργεια» της «συνταγής» κάποιων «ειδικών» για τη «θεραπεία από τη νόσο της εκλογικής ήττας»: Να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ νέο ΠΑΣΟΚ στη θέση του παλαιού.

Γιατρέ μου, γιατί θα ξαναχάσω τις εκλογές;



έγραψε ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 31.12.2019)

Στον ΣΥΡΙΖΑ αυτή την εποχή λαμβάνουν χώρα δύο παράλληλες διαδικασίες «διεύρυνσης» (τα εισαγωγικά είναι για τη δεύτερη), οι οποίες είναι τελείως ασύνδετες μεταξύ τους. Η πρώτη συνίσταται στο άνοιγμα του ΣΥΡΙΖΑ στην κοινωνία, σε εγγραφή νέων μελών, που έρχονται στον ΣΥΡΙΖΑ γι’ αυτό που είναι και που μπορεί να είναι: ένα κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, που απευθύνεται στις κατώτερες και μεσαίες τάξεις, με σκοπό να τους προσφέρει την προοπτική μιας διεξόδου από τη νέα αθλιότητα που προδιαγράφεται για το μέλλον της χώρας μετά την επάνοδο της Δεξιάς στην κυβερνητική εξουσία. Η δεύτερη «διεύρυνση» επισυμβαίνει σε επίπεδο «κορυφής».
Δημιουργούνται νέα όργανα, στελεχωμένα από πρόσωπα που -εκτός εκείνων του ΣΥΡΙΖΑ- επελέγησαν «ένας Θεός ξέρει» από ποιους και με τι διαδικασίες και που στην πλειονότητά τους προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ – από διαφορετικές φάσεις της ταραχώδους πορείας και μετεξέλιξής του (για ορισμένα από αυτά δεν είναι καν βέβαιο τι ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές).
Ταυτόχρονα, από τα νεότευκτα «όργανα», η Κεντρική Επιτροπή Ανασυγκρότησης του «ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία» τείνει (στην πράξη, δεν έχει ειπωθεί ακόμα τίποτα) να υποκαταστήσει την Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ, και το Πολιτικό Συμβούλιο της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης τείνει (στην πράξη, δεν έχει ειπωθεί ακόμα τίποτα) να υποκαταστήσει την Πολιτική Γραμματεία της Κεντρικής Επιτροπής. Το δε συνέδριο, του οποίου ανακοινώθηκαν κιόλας οι ακριβείς ημερομηνίες (14–17 Μαΐου 2020), άγνωστο αν θα είναι συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ ή συνέδριο του «ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία». Στη δεύτερη περίπτωση, θα έχουμε ένα μάλλον πρωτοφανές φαινόμενο στην ιστορία της Αριστεράς: αυτοκατάργηση ενός κόμματος χωρίς απόφαση συνεδρίου ή διάσπαση. Μέχρι και το ΠΑΣΟΚ έκανε «δικό του» συνέδριο πριν αποφασίσει την αυτοκατάργησή του.
Οσο πιο επιτυχημένο είναι ένα ιδεολόγημα τόσο πιο πολύ βιώνεται ως αυτονόητο. Σύμφωνα με τον Λουί Αλτουσέρ, η ίδια η ιδεολογία εν γένει στηρίζεται στην αίσθηση του «αυτονόητου». Κάτι λοιπόν που έχει επικρατήσει ως «αυτονόητο», περισσότερο στη νεοφιλελεύθερη εποχή μας αλλά και παλαιότερα, είναι η «αναπόφευκτη» διάκριση μεταξύ «συνέπειας» και «προσγείωσης στην πραγματικότητα». Θα επανέλθω λοιπόν σε πράγματα που έχω ήδη υποστηρίξει με διαφορετικούς τρόπους, στην προσπάθειά μου να ανατρέψω αυτό το «αυτονόητο». Δουλειά μου είναι άλλωστε.
Σύμφωνα με αυτή την «αυτονόητη» παραδοχή, όσοι/ες διαμαρτύρονται για τούτο το ομολογουμένως εντυπωσιακό «καπέλωμα», που υφίσταται τώρα ολόκληρο το κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς και που συνίσταται στην οφθαλμοφανή παραμέληση στοιχειωδών δημοκρατικών κανόνων, είναι «συνεπείς» μεν, «αιθεροβάμονες» δε. Ενώ οι άλλοι, οι σχεδιαστές του «καπελώματος» και όσοι το αποδέχονται, είναι οι «κυνικοί» μεν, «προσγειωμένοι στη σκληρή πραγματικότητα» δε: αυτοί που μέσα στον κυνισμό τους «ορθά» κρίνουν πως η «πολυτέλεια» των δημοκρατικών διαδικασιών οφείλει να θυσιαστεί μπροστά στην προτεραιότητα της νίκης στις επόμενες εκλογές. Ο «κυνικός ρεαλισμός» επομένως επιβάλλει μια «διεύρυνση» με συνοπτικές διαδικασίες σε επίπεδο κορυφής, από προσωπικότητες που με το κύρος τους θα εξασφαλίσουν την εισροή των μαζών που αναμένεται πως θα ακολουθήσουν, είτε εντασσόμενες στο ίδιο το κόμμα είτε ως μελλοντικοί ψηφοφόροι.
Το ότι τούτη η εκτίμηση στηρίζεται σε μια ελιτίστικη σύλληψη της πολιτικής που ουδεμία σχέση έχει με αριστερή ανάλυση και στρατηγική είναι το λιγότερο σημαντικό. Πιο πρακτικά και συγκεκριμένα, η άποψη που βλέπει τις «προσωπικότητες» να ακολουθούνται από μάζες οπαδών που θα προσχωρούν στον «ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία» θυμίζει την κλασική σκηνή με τον Ντόναλντ Ντακ που βαδίζει στο κενό και το συνειδητοποιεί με καθυστέρηση. Οι «οπαδοί» των πρώην στελεχών του ΠΑΣΟΚ έχουν ήδη φύγει – είτε έχουν ήδη έρθει στον ΣΥΡΙΖΑ είτε ψήφισαν άλλα κόμματα ή απείχαν. Κι αν έχει κάποια επίπτωση στους δεύτερους η στελέχωση του «ανασυγκροτημένου» ΣΥΡΙΖΑ με πρώην πασόκους, αυτή σίγουρα θα είναι αρνητική.
Γιατί να εισρεύσουν στον ΣΥΡΙΖΑ που θα τους θυμίζει το κόμμα που εγκατέλειψαν; Στην ανάμνηση ποιανού παλιού αγαπημένου ΠΑΣΟΚ; Του ανδρεο-παπανδρεϊκού της διαφθοράς και του σκανδάλου Κοσκωτά; Του σημιτικού της νεοφιλελευθεροποίησης και της πάση θυσία ένταξης στην ευρωζώνη; Του ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου που μας έφερε το ΔΝΤ και τα μνημόνια; Ή μήπως του βενιζελικού που δεν ήταν παρά το δεκανίκι της κυβέρνησης Σαμαρά; Για πόσους πια μετράει εκείνη η υπερβολικά εξιδανικευμένη στα μυαλά μερικών τετραετία 1981-1985; Είναι πολύ περισσότεροι απ’ όσους γεμίζουν το σαλόνι ενός κεντρικού ξενοδοχείου;
Το θλιβερό λοιπόν δεν είναι μόνον η απο-ριζοσπαστικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ που επιχειρείται με αδιαφανείς διαδικασίες. Είναι και το ότι οδηγεί σε αποτέλεσμα μάλλον αντίθετο προς το επιδιωκόμενο.
* καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Δεν υπάρχουν σχόλια: