Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

"Adagio" ποίημα του Ορέστη Αλεξάκη

....................................................







Ορέστης Αλεξάκης 
(1931 - 2015)



















Adagio 

                                                     Μνήμη Χρήστου Μπράβου




Οι λυπημένοι περπατούν στους δρόμους

μ’ ένα δικό τους οδηγό της πόλης

Προτιμούν τις παρόδους

τις μικρές

αθόρυβες στοές

τις παρακάμψεις

Δεν θα τους βρείτε στα μεγάλα πάρκα

μα στα κηπάρια των εκκλησιών

δίπλα σε γέρους και τυφλούς που αποξεχνιούνται

Μαζεύονται νωρίς

δεν έχουν φίλους

ζουν με κατάλοιπα εποχών

με λιγοστά χειρόγραφα

της νιότης   



Πολλές φορές

κοιτούν

τον άσπρο τοίχο

διαλύονται μέσα στο λευκό του φως

πηδούν τον φράχτη σ’ άλλον κήπο τρέχουν

βλέπουν μορφές

που τις ξαναθυμούνται

-Κάποιοι στο παρελθόν

αναχωρούν

κάποιοι βαθιά στο μέλλον

επιστρέφουν –

Οι λυπημένοι ξέρουν ποιος ανοίγει

τη θύρα, ποιος διαβαίνει το κατώφλι

ποιος τεχνουργεί σκιές στην οροφή

ποιος επιστρέφει με

σιωπές

και χιόνια

Ξέρουν το χρόνο που

τους διεκδικεί

το χώρο

που επικίνδυνα μικραίνει.





                                           ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ



Από τη συλλογή Υπήρξε. Επιλεγμένα ποιήματα,

Εκδ. Απόστροφος, Κέρκυρα 1999

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Επιλογή από τις "Μέρες Α', Β', Γ'" του Γιώργου Σεφέρη (1900-1971)

....................................................







Γιώργος Σεφέρης
(1900 - 1971)














 Επιλογή από τις " Μέρες Α', Β', Γ' "





1925, 2 Αυγούστου 9 βράδυ


Υπάρχουν, φαντάζομαι, άνθρωποι που δεν τολμήσανε να ζήσουν, από υπερβολική ευαισθησία. Η ευαισθησία, για να είναι χρήσιμη, πρέπει να συντροφεύεται από ανάλογη δύναμη.




1925, Παρασκευή, 13 Νοέμβρη βράδυ

[…]

Τώρα το σκέπτομαι: Τις αρετές του τεχνίτη τις θρέφει η απογύμνωση περισσότερο από τον πλουτισμό. Ο μεγαλύτερος είναι εκείνος που μπορεί ν’ απαρνηθεί τα υπάρχοντά του με τον καλύτερο τρόπο και τη στιγμή που πρέπει.

Άδειος και βρώμικος, σαν εκείνα τα παλιά σακιά όπου έβαζαν τις σταφίδες.




1926, Παρασκευή, 29 Οκτώβρη


Τα πόδια μας μπερδεύονται στις κλωστές που δένουν τις καρδιές μας.



1932, Δευτέρα 8 Αυγούστου


Οι τρομαλέοι: εκείνοι που δεν έχουν άλλο στο νου παρά πώς ν’ αποφύγουν τη δυσκολία. Οι σελέμηδες: εκείνοι που εννοούν να μην πληρώνουν τις χαρές τους – υπάνθρωποι.




19 Αυγούστου


Όταν δεν δίνουμε στο πνεύμα πράγματα που αξίζουν, λειτουργεί (γιατί δεν μπορεί παρά να λειτουργεί) με αντικείμενα τυχαία και μηδαμινά που μας ταπεινώνουν. Τον τελευταίο (μεταβατικό) μήνα κατάντησα να με ζαλίζει η σκέψη μου που γύριζε χωρίς πια να το θέλω, σε τιποτένιους διαπληκτισμούς της καθημερινής δουλειάς.




1935, Τετάρτη 21 Αυγούστου


…Φαντάζομαι πως ο αληθινός ρυθμός της ζωής μου είναι κάτι που θα ονόμαζα εναλλαγή των άκρων. Έτσι έγινε όσες φορές έκανα κάτι. Αντίθετα, εκείνο που με χάλασε πάντα είναι κάποιες μέσες καταστάσεις, τέλματα που μ’ αρρώστησαν ίσαμε και τη μνήμη ακόμη. Την υποχώρηση, τη συγκατάβαση, τη συνδιαλλαγή, αυτό το τρυφερό γύρισμα στον εαυτό μας, αυτή τη συμπονετική άδεια στον εαυτό μας – κάποτε άργησα πολύ να τ’ αποκρούσω. Κάποτε λησμόνησα πως κάτι ανάξιό μας, αν τ’ αφήσουμε να μπει μέσα στο κάστρο, κρύβεται, χάνεται, και ξαφνικά μας προδίνει τη στιγμή που δεν το περιμένουμε καθόλου ή το καταλαβαίνουμε αφού περάσει πολύς καιρός ύστερ’ από την προδοσία.

   Προσπάθησε, κάθε μέρα να θυμάσαι και να πραγματοποιείς τι πιστεύεις. Κι αν χρειαστεί κάποτε για τη ζωή σου, για το σκοπό της ζωής σου, να ξεχάσεις, να γυρίσεις πλευρό, ν’ ανασάνεις, τότε δοκίμασε ν’ αφεθείς ολότελα, να ζήσεις τυφλός για κάποιο διάστημα. Ίσως η γαλήνη που γυρεύεις να βρίσκεται ακριβώς στην ισορροπία μιας τέτοιας θέσης και μιας τέτοιας άρσης. Ζήσε ολόκληρος…


Τρία χαϊ - κου του Οκτωβρίου από τα "Χαϊ-Κου των Εποχών" της Λούλης Τσαμαντάνη (εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα,2015)

...................................................





Λούλη Τσαμαντάνη
(γ. 1949)










Τρία 
χαϊ - κου 
του Οκτωβρίου
 


Κλαδεύω ξηρά 
κλαδιά, των παιδιών κόβω
τις αφέλειες.

Όχι, μην κλάψεις,
σύννεφο. Στον άνεμο 
αφέσου, φύγε.

 .........................................

Βρέχει κίτρινα
μικρά φύλλα το δένδρο -
τα χαλιά στρώνει.

Να πέσει, να μην 
πέσει το ξερό φύλλο -
αιώρα δέους. 

............................................


Ρυάκια μνήμης
ξεπλένουν τις περιττές
κακίες. Βρέχει.

Σταγόνες βροχής
στα φύλλα παίζουν ταμ-ταμ,
ντραμς και τύμπανα

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

"Love Is A Losing Game" Amy Winehouse (youtube, 23/12/2009)

...................................................


Love Is A Losing Game 

                                  Amy Winehouse






Στο βρακί της by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ (https://dromos.wordpress.com/2014/05/03)

....................................................


Στο βρακί της

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

 (https://dromos.wordpress.com/2014/05/03)

 

braki

Μικρός, κάποτε, άκουγα την έκφραση τον έβαλε στο βρακί της και λυπόμουν που δεν ήμουν εγώ το θύμα. Το βρακί της γυναίκας είναι θηκάρι κυνισμού. Επωάζει στο υγρό σκοτάδι ταλέντο εκκαθαριστή υποθέσεων κι όποιος πιάσει το νόημα αφήνει ενέχυρο τη λαλιά του παίρνοντας μόσχευμα για εκκόλαψη γραπτής ποίησης δια βίου. Στο βρακί, αν καταφέρεις να μπεις, είσαι ο άγιος ισχυρός και δεν ξεκολλάς απ’ τα χάχανα και τις σπονδές του, όταν έχει κέφια και ροδίζει σαν φωλιά πετροχελίδονου το σούρουπο. Είσαι ο άγιος αθάνατος κι ο εκλεχτός που γλείφει το ζύθο του καθώς αναθρώσκει. Είσαι ο έκπτωτος που δε θέλει αξιώματα, δόξα, τιμές, λεφτά, παρά μονάχα την άψα που αφήνει ο βυρσοδέψης οργασμός. Είσαι ο ιχθύς που σπαρταρά πιασμένος στο δίχτυ της μήτρας, που σε θέλει αιωνίως σακάτη, να πουλάς λαμπάδες θύραθεν ναού. Είσαι ταμένος στα καρτέρια και τις οχτωβριανές που κάνουν τον κύκλο τους και σε ποδοπατούν τα αθώα αίματα κι οι ονειρώξεις-μέδουσες στη βαθιά νύχτα. Όταν σε βάλει στο βρακί της η γυναίκα, διαπρέπεις ως ξεφτίλας στα μάτια όσων δεν ένιωσαν από τη μπούκα αιδοίου αεράκι χάους και πνοή ζωής. Όσων είναι στρατιώτες κάποιου Φράγκου αγοραστή κορμιών ή κάποιου παπά που επιδαψιλεύει ψυχούλες στους λάκκους.

Του έρωτα και του θανάτου - Θανάσης Παπακωνσταντίνου (youtube, 29 Ιαν 2011)

....................................................

 

Του έρωτα και του θανάτου - Θανάσης Παπακωνσταντίνου


Ανέβηκε στις 29 Ιαν 2011
 
 
Στης πικροδάφνης τον ανθό και στης ιτιάς το δάκρυ
που στάζει όλο παράπονο στης ποταμιάς την άκρη
στου κόρφου σου τα βότανα και στην ποδιά σου πάνω
έγειρα να αποκοιμηθώ, τον πυρετό να γιάνω

Έκλεισα τα ματάκια μου κι είδα όνειρο μεγάλο
πως σε μια αυλή, για χάρη σου, πάλευα με το χάρο
Και φώναξες σαν σ' άρπαξε και μ' είδες να σαστίζω:
"μη με φοβάσαι αγάπη μου λιβάνι κι αν μυρίζω,
μόνο σκουλήκι να γενείς, να `ρθεις να μ' ανταμώσεις
κρυφά στο σώμα μου να μπεις, γλυκό φιλί να δώσεις
Ένα φιλί αλλιώτικο που ανάσα δε θα φέρνει
μα μες στης γης τις μυρωδιές τα κάλλη μου θα σπέρνει"

Σκουλήκι γίνηκα κι εγώ κι ήρθα να σ' ανταμώσω,
κρυφά στο σώμα σου να μπω, γλυκά φιλιά να δώσω
Στο έμπα χίλια σου `δωκα, στο έβγα δυο χιλιάδες,
γλυκά να λιώσεις, να χυθείς, σαν τις χλωμές λαμπάδες

Κι εκεί στης γης τις μυρωδιές, στην παιχνιδιάρα σήψη
ο Έρωτας τον Θάνατο μπόρεσε να νικήσει
Απ' τα φιλιά που χάρισα στα κάλλη του κορμιού σου
λουλούδι φύτρωσε μικρό που πίνει απ' τους χυμούς σου
Λουλούδι που κι αν μαραθεί τη μυρωδιά δε χάνει
γιατί δακρύζει σαν ιτιά κι ανθεί σαν πικροδάφνη





Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Moby - Natural Blues (youtube, 5 Μαρ 2009)

...................................................

 

Moby - Natural Blues

Ανέβηκε στις 5 Μαρ 2009
Music video by Moby performing Natural Blues.



Απόσπασμα από τον "Ήχο της Σάλπιγγος" του Γιάννη Ζουγανέλη (Αυτοβιογραφικό αφήγημα, εκδ. Καστανιώτης, 1999)

...........................................................






















Γιάννης Ζουγανέλης
(1938 - 2006) 





Απόσπασμα από τον "Ήχο της Σάλπιγγος"* του Γιάννη Ζουγανέλη (Αυτοβιογραφικό αφήγημα, εκδ. Καστανιώτης, 1999)
 

"…Στη μουσική τα πήγαινα πολύ καλά. Δεν έβγαινα στο γήπεδο να παίξω, κλειδωνόμουν στο απέναντι από τη Μουσική καμαράκι και διάβαζα με τις ώρες. Το παιδί όμως που έπαιζε το μπάσο (τούμπα) έφυγε  απ’ το Σχολείο και μείναμε χωρίς αυτό. Με φώναξε ο Κοσκινάς.
   «Θα πάρεις μπάσο!»
   «Γιατί, κ. Κοσκινά, τι σας έκανα;»
   Η τούμπα ήταν το πιο «ευτελές» όργανο, όλα τα χαζά παιδιά την παίζανε κι εμείς τα κοροϊδεύαμε, τι να έπαιζες με την τούμπα, «μπουμ-παμ, μπουμ-παμ», όλο έτσι έκανε. Ανένδοτος ο κ. Κοσκινάς.
   «Θα πάρεις μπάσο!»
   Νόμιζα ότι με αγαπούσε αλλά αυτός μιλούσε σοβαρά, αισθάνθηκα προσβεβλημένος.
   «Σας παρακαλώ, κ. Κοσκινά, δε μ’ αρέσει αυτό το όργανο, δεν το θέλω!»
   «Δεν το θέλεις;» άστραψαν τα μάτια του. «Το παίρνεις ή δεν το παίρνεις;»
   Έπρεπε ή να μείνω και να φάω ξύλο ή να το βάλω στα πόδια· η πόρτα άλλωστε ήταν κοντά μου.
   «Σας παρακαλώ, κ. Κοσκινά» - βρισκόμουν σε απόγνωση – «βρείτε ένα άλλο παιδί, δεν μ’ αρέσει το μπάσο».
   «Αν δεν πάρεις το μπάσο, να φύγεις από τη Μουσική!»
   Κοίταξα ένα γύρω την αίθουσα, μού είχε γίνει οικεία.
   «Σας παρακαλώ, κ. Κοσκινά…»
   Είχε σηκωθεί όρθιος και μού έδειχνε την πόρτα.
   «Έξω, τώρα έξω!!»
   «Μάλιστα, κ. Κοσκινά…»
   Γύρισα αργά την πλάτη, πηγαίνοντας προς την έξοδο, είχα ήδη βάλει το χέρι μου στην πετούγια, όταν ο κ.Κοσκινάς με φώναξε:
   «Έλα πίσω, σε παρακαλώ!»
   Η φωνή του ήταν μαλακή, μετάνοιωσα που δεν το ‘χα βάλει στα πόδια. Με κάλεσε με ήπια φωνή να γυρίσω πίσω, γιατί ήταν άγρια η φωνή του, εγώ θα άνοιγα την πόρτα και θα κατέβαινα σαν σίφουνας τις σκάλες. Δίστασα, δεν τον έβλεπα ακόμα κατά πρόσωπο, κρατούσα το πόμολο της πόρτας.
   «Έλα, έλα…»
   Έτσι όπως είπε το «έλα, έλα» ξεγελάστηκα, μπορεί να ήθελα και να ξεγελαστώ, πάντως μού γεννήθηκε η ελπίδα ότι μπορεί να το σκέφθηκε καλύτερα, τώρα μάλιστα που με είδε να φεύγω ίσως άλλαξε γνώμη. Γύρισα με επιφύλαξη πίσω και πλησίαζα στο γραφείο του δειλά δειλά. Μού χαμογελούσε. Τον πίστευα και δεν τον πίστευα! Σηκώθηκε απ’ την καρέκλα και μού είπε να καθήσω. Δεν ήθελα αλλά κάθησα. Κάθησα και τον κοιτούσα στα μάτια, σε μια στιγμή χαμογέλασα λίγο. Και τότε μού όρμησε, ήθελε να με δείρει καθήμενο.
   Έφαγα πολύ ξύλο, απ’ τη μύτη μου έτρεχαν αίματα, με κυνηγούσε ανάμεσα απ’ τα αναλόγια και τους πάγκους. Βρήκα εύκαιρη τη στιγμή που στάθηκε να ξανασάνει, άνοιξα την πόρτα και εξαφανίστηκα.
   Πέρασαν δύο μήνες… Όταν συναντιόμαστε στους διαδρόμους ή στο προαύλιο, έκανε πως δε με βλέπει ή όταν δεν μπορούσε να με αποφύγει, έδειχνε πως δεν υπάρχω γι’ αυτόν! Κατάλαβα ότι ο κ. Κοσκινάς δεν επρόκειτο ποτέ να με φωνάξει κι εγώ τη μουσική την είχα ανάγκη! Μού είχε λείψει όλο αυτόν τον καιρό και σκέφθηκα από το τίποτα καλή είναι και η τούμπα!
   Ανέβηκα νωρίς στον τρίτο όροφο, καθόταν μόνος στο γραφείο του.
   «Κύριε Κοσκινά…»
   Δεν μού μίλησε, μού έδειξε το μπάσο. Πήγα κοντά και το κοιτούσα, το έπιασα στα χέρια μου, ήταν βαρύ και άβολο, τρεις μήνες παρατημένο, απεριποίητο, είχε λεκιάσει ο κίτρινος χαλκός, έμοιαζε βρώμικο. Πήρα μπράσο κι ένα πανί που καθαρίζαμε τα όργανα, σε τρεις ώρες άστραφτε καλύτερο απ’ όλα! Δεν τολμούσα να παίξω, το έβαλα όμως στο στόμα μου και φύσηξα μέσα στο περιστόμιο. Έβγαλε έναν βαθύ ήχο, απροσδιόριστο, ούτε και σε μένα άρεσε. Τα παιδιά γέλασαν· μού κακοφάνηκε που γέλασαν.
   Από κάτω - απ’ το προαύλιο – ακούστηκε η σάλπιγγα να χτυπά, καλούσε τα παιδιά στους θαλάμους. Ώρα για ύπνο.
   Άργησα να κοιμηθώ. Σκεπτόμουν το καινούργιο μου όργανο, κάκιωνα τον εαυτό μου που έκανε τόση φασαρία. Το έβλεπα μεγαλόπρεπο να στέκεται στην άκρη, καλογυαλισμένο και καθαρό όπως το είχα, κι όσο για τον ήχο του, εγώ να ‘μαι καλά και θα ‘ναι ό,τι εγώ σκέπτομαι γι’ αυτόν, ο πιο καλός και ο πιο ωραίος. Εγώ θα είμαι ο ήχος του, εγώ! Κι όσο για τα τραγούδια, που λεν πως δεν μπορεί να παίξει τραγούδια η τούμπα, δεν το πιστεύω. Αύριο κιόλας θ’ αρχίσω την προσπάθεια· και τενεκέ να πάρω στα χέρια μου θα τραγουδήσω, γιατί θέλω να τραγουδήσω! Είχα απέναντί μου τα παιδιά της Μουσικής και τους μιλούσα. Ήταν βέβαια νύχτα πια, περασμένα μεσάνυχτα, είδα τον Βία που υπνοβατούσε, ένα άλλο παιδί αναστέναξε βαθιά μέσα στον ύπνο του, ο Βίας πέρασε δίπλα απ’ το κρεβάτι μου, δεν του μίλησα μην τον τρομάξω, κάτι νυχτερινά πουλιά πετούσαν έξω απ’ το παράθυρο, στο κενό που σχηματίζουν τα δύο κτήρια. Σκέπτομαι το όργανο.
   Άρχισα να μελετώ και αισθανόμουν πολύ καλά. Ξεχνιόμουν τελείως, πέντε ώρες την ημέρα, κράτησε ένα χρόνο η μελέτη σ’ αυτόν τον ρυθμό, ο κ. Κοσκινάς ήταν ευτυχής. Είχα μεγαλώσει κιόλας, τελείωσα το δημοτικό, ήμουν δεκατεσσάρων ετών – με φώναξε κοντά του κι ένοιωσα οικεία τη φωνή του:
   «Γιάννη, έλα δω!»
   «Μάλιστα, κ. Κοσκινά».
   «Παίξε μου ένα τραγούδι!»
   Έπαιζα τραγούδια για τον κ. Κοσκινά, τα παιδιά άκουγαν κι εκείνα: «Άκου να παίζει τραγούδια το μπάσο…» Ο κ. Κοσκινάς επέμενε «Παίξε κι αυτό, κι αυτό!»
   Μελετούσα από τη μέθοδο της τρομπέτας. Ο κ. Προκοπίδης πληροφορήθηκε την πρόοδό μου κι όταν διασταυρωθήκαμε στο διάδρομο μού είπε: «Τι κάνεις παιδί μου;»
   Κατά καιρούς ο κ. Κοσκινάς καλούσε μουσικούς στο Αναμορφωτικό να με ακούσουν. «Γιάννη, παίξε λίγο, σε παρακαλώ!» Μετά μιλούσε με τους μουσικούς και κουνούσαν όλοι μαζί το κεφάλι.
   Ένα απόγεμα ήρθε στο Σχολείο κάποιος κύριος κι έτρεξε στο γήπεδο ένα παιδί να με φωνάξει: «Σε θέλει ο κ. Κοσκινάς, είναι μ’ έναν κύριο στο προαύλιο!» Πήγα στο προαύλιο κι ο κ. Κοσκινάς  χαμογελούσε, ο νεοφερμένος κύριος με ρώτησε, «τι κάνεις παιδί μου;» και με χτύπησε φιλικά στην πλάτη. Φορούσε μία καμπαρντίνα κι ένα κομψό καπέλο. «Πάμε επάνω;» είπε ο κ. Κοσκινάς και βαδίζαμε αργά όλοι μαζί, γιατί ο κύριος αυτός ήταν προχωρημένης ηλικίας.
   Στην αίθουσα της Μουσικής διάσπαρτα τα όργανα, ένα εδώ, ένα εκεί, επικρατούσε μια δημιουργική ακαταστασία, καθώς οι πάρτες στα αναλόγια μαρτυρούσαν ότι τώρα δα μόλις σηκώθηκαν τα παιδιά από τη δοκιμή. Ο επισκέπτης μας κοιτούσε ολόγυρα τον χώρο με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ήταν ο κ. Σπύρος Μοτσενίγος, γνωστός μουσικολόγος, καθηγητής του Ελληνικού Ωδείου, μέλος της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών.
   Πέρασε όλο το απόγευμα στην αίθουσα της Μουσικής κι ο κ.Κοσκινάς μού έλεγε συνέχεια, «παίξε αυτό, κι αυτό, κι αυτό…» Στις τέσσερις και μισή που ήρθαν τα παιδιά για μάθημα, τους είπε να ‘ρθουν μεθαύριο.
   Ο κ. Μοτσενίγος παρακολουθούσε με προσοχή και ρωτούσε αν είχαμε κάποιον μουσικό στην οικογένειά μας.
   «Ο πατέρας σου μήπως ήταν μουσικός; Μήπως ο παππούς σου; Κανένας μακρινός συγγενής;»
   «Όχι, όχι…» Δεν ήξερα κανέναν.
   Στο βιβλίο που εξέδωσε με τίτλο Νεοελληνική Μουσική (Συμβολή εις την ιστορία της), γράφει:

…Εις επίσκεψίν μου εις το «Αναμορφωτικόν Κατάστημα Αρρένων Κορυδαλλού – Πειραιώς» έμεινα κατάπληκτος προ του ταλέντου του μαθητού του οργάνου της τούμπας. Δεν δυσκολεύομαι να τον χαρακτηρίσω ως μουσικόν φαινόμενον.
   Τόσην εντύπωσιν μού επροξένησεν, ώστε επεσκέφθην το Ίδρυμα δια δευτέραν φοράν δια να τον ακούσω και πάλιν. Η ευγένεια του ήχου, η καταπληκτική ταχύτης με την οποίαν εκτελούσε τας κλίμακας, καθ’ όλην την έκτασιν του οργάνου, η τονική ακρίβεια εις την εκτέλεσιν και άλλα, μετά σπουδήν μικρού σχετικώς χρονικού διαστήματος με άφησαν εκστατικόν!
   Ταλέντο αυτής της ολκής μόνον κάθε πεντηκονταετίαν θα ήτο δυνατόν να εμφανισθή.

   Ο κ. Κοσκινάς ήταν υπερήφανος, μου φερόταν φιλικά 

σαν να ήμουν μεγάλος. Εξακολουθούσα να μελετώ και

τώρα μάλιστα που δεν πήγαινα σχολείο είχα την ευκαιρία

να μελετώ περισσότερο. Στο γυμνάσιο δεν πήγα γιατί

ήμουν μαθητής του 7. Στο γυμνάσιο έστελναν δύο ή το

πολύ τρία παιδιά τον χρόνο, που τελείωναν τις τρεις

τελευταίες τάξεις του δημοτικού με 

10…"                                                                                                     


*Σημείωση: "Ο Ήχος της Σάλπιγγος" ήταν ο τίτλος της α' έκδοσης του αφηγήματος του Γ. Ζουγανέλη. Σήμερα κυκλοφορεί σε δίτομη έκδοση από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη με τον τίτλο "Οι Τόποι είναι Ήχοι"