Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

"Το ανοσιούργημα που υποδύεται τη δημόσια τηλεόραση" Του Τάσου Παππά ("Εφημερίδα των Συντακτών", 31/08/14)

 ..........................................................

 

Το ανοσιούργημα που υποδύεται τη δημόσια τηλεόραση

 

 

 

    Του Τάσου Παππά 

"Εφημερίδα των Συντακτών", 31/08/14 





Υπήρξαν, δυστυχώς, πολίτες που αντιμετώπισαν αδιάφορα ή, ακόμη χειρότερα, θετικά την επιλογή της κυβέρνησης να κλείσει την ΕΡΤ. Πίστεψαν, οι αφελείς, τις βαρύγδουπες εξαγγελίες του πρωθυπουργού και του τότε αρμόδιου υπουργού ότι πολύ σύντομα στη θέση του «αμαρτωλού» οργανισμού θα λειτουργήσει ένας φορέας που θα σέβεται τους τηλεθεατές, ανταγωνιστικός, απαλλαγμένος από οικονομικά βάρη, πλουραλιστικός και αλεξίσφαιρος στις πιέσεις της εξουσίας. Το ίδιο πίστεψαν και οι δικαστές που έσπευσαν να νομιμοποιήσουν το πραξικόπημα της κυβέρνησης γιατί έτσι νόμισαν ότι υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον!!!

Τις μέρες εκείνες εμφανίστηκαν φωνές και γραφίδες οι οποίες, αφού κατέθεσαν (για ξεκάρφωμα;) τη διαφωνία τους με το απότομο κλείσιμο της ΕΡΤ, ζήτησαν πίστωση χρόνου για να κριθεί η όλη υπόθεση με ψυχραιμία. Ταυτοχρόνως πέρασαν στην αντεπίθεση. Κατακεραύνωσαν τους εργαζομένους που επέμεναν να δίνουν τη μάχη, απέφυγαν να στηρίξουν με τη φυσική παρουσία τους τις «παράνομες» εκπομπές, λοιδόρησαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης και όσους ασκούσαν κριτική, δεν ενοχλήθηκαν από την επέμβαση των ΜΑΤ, προβοκάρισαν τις αντιδράσεις διεθνών ενώσεων ΜΜΕ ως συντεχνιακές και προσπάθησαν με κάθε τρόπο να μας πείσουν ότι τα πράγματα θα αλλάξουν, επειδή τα κόμματα που κυβερνούσαν είχαν μεν δυσώνυμο παρελθόν, ωστόσο, λόγω της κρίσης, είχαν συνειδητοποιήσει τα λάθη τους και ήταν αποφασισμένα να συγκρουστούν με τον παλιό κακό εαυτό τους.

Στην ίδια αισιόδοξη γραμμή κινήθηκαν και διάφοροι παράγοντες του δημόσιου βίου και γι' αυτό ανταποκρίθηκαν ασμένως στις προσκλήσεις της κυβέρνησης να βοηθήσουν στο χτίσιμο της νέας ραδιοτηλεόρασης. Ανέλαβαν με τυμπανοκρουσίες θέσεις ευθύνης, διαβεβαίωσαν την κοινή γνώμη ότι έχουν εξασφαλίσει ελευθερία κινήσεων από τον πρωθυπουργό και υποσχέθηκαν θεαματικά αποτελέσματα σε σύντομο χρόνο. Προσγειώθηκαν ανώμαλα και αυτοί στην πραγματικότητα. Με έκπληξη (;) διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε κανένα σχέδιο και ότι όλα έγιναν για δημοσιονομικούς λόγους. Επρεπε να απολυθούν 2.500 εργαζόμενοι από το Δημόσιο και αφού τους βρήκαν μαζεμένους στην ΕΡΤ γιατί να ψάχνουν αλλού. Κατάλαβαν από τις πρώτες μέρες ότι αυτό που λέει ο λαός –«πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι»– ισχύει απολύτως για τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Αναξιοκρατία, κομματικές παρεμβάσεις, απειλές, στημένες αξιολογήσεις, προώθηση ημετέρων, καρατομήσεις διαφωνούντων. Οσο για το παραγόμενο προϊόν, καλύτερα να μην κάνουμε σχόλιο. Δεν αντέχει σε καμία κριτική.

Τα κόμματα που υποτίθεται ότι είχαν μεταμορφωθεί παρέμεναν ακριβώς τα ίδια. Αναμενόμενο. Αυτή τη δουλειά ήξεραν, αυτή έκαναν. Αλλωστε, το είχαν δείξει με τη μέχρι τότε στάση τους. Για παράδειγμα, το μοντέλο που είχαν επιβάλει στη στελέχωση της δημόσιας διοίκησης ήταν το διαβόητο 5-3-1. Δηλαδή, πέντε νεοδημοκράτες, τρεις πασόκοι και ένας από τη ΔΗΜΑΡ. Οταν η τελευταία αποχώρησε από την κυβέρνηση λόγω ΕΡΤ –επιλογή που καυτηριάστηκε ως επιπόλαιη από τους πούρους μεταρρυθμιστές–, η σχέση βελτιώθηκε υπέρ των άλλων δύο σωτήρων της πατρίδας. Με αυτό το δεδομένο θα έπρεπε να είσαι τουλάχιστον επιφυλακτικός απέναντι στην πομπώδη και εικονοκλαστική ρητορική των κυβερνώντων.

Είναι βεβαίως θετικό το γεγονός ότι αρκετοί από τους δημοσιολόγους που είχαν στηρίξει την κυβερνητική μεθόδευση δηλώνουν σήμερα πλήρως απογοητευμένοι. Καλοδεχούμενη η μεταστροφή τους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για συγγνωστή πλάνη, αν θέλαμε να είμαστε επιεικείς. Ωστόσο, προκύπτουν ορισμένα ερωτήματα: Γιατί αυτοί οι απηνείς διώκτες κάθε λαϊκισμού, οι ορκισμένοι εχθροί των πελατειακών λογικών, οι οπαδοί της ευρύχωρης σκέψης και του δημιουργικού αναστοχασμού τσίμπησαν τόσο εύκολα στην πατέντα Σαμαρά-Βενιζέλου ότι δεν υπήρχε εναλλακτική λύση για την ΕΡΤ και φρόντισαν μάλιστα να τη διακινήσουν urbi et orbi, στηλιτεύοντας οποιονδήποτε επιχειρούσε να την αντικρούσει και γελοιοποιώντας τις αντίπαλες προτάσεις ως ανεδαφικές; Δεν πέρασε από το ατίθασο μυαλό τους η σκέψη ότι η θέση της κυβέρνησης περί μονόδρομου, την οποία υιοθέτησαν ασμένως, δεν συνιστά επιχείρημα, αλλά δήλωση συνθηκολόγησης; Γιατί, κατά κανόνα, έξυπνοι, σοβαροί και έμπειροι άνθρωποι πίστεψαν ότι η δίδυμη επιτομή της φαυλότητας θα συμπεριφερόταν διαφορετικά; Είχαν δώσει τα κόμματα του συναινετικού δικομματισμού δείγματα γραφής που συνηγορούσαν υπέρ αυτής της εκδοχής; Κάθε άλλο. Η πρακτική τους σε όλα τα μέτωπα αποδείκνυε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η μόνη έγνοια τους ήταν η συντήρησή τους στην εξουσία μέσω των γνωστών μηχανισμών ελέγχου και παραπλάνησης. Σήμερα, δεκαπέντε μήνες μετά, αυτό το ανοσιούργημα που υποδύεται τη δημόσια τηλεόραση δεν το υπερασπίζονται ούτε οι δράστες, εκθέτοντας έτσι και όσους έγιναν οι ντουντούκες τους.

t.pappas@efsyn.gr

"Στο Παρίσι να βγάλουμε τα μάτια μας" Του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή* ("Εφημερίδα των Συντακτών", 31/08/14)

...........................................................

Στο Παρίσι να βγάλουμε τα μάτια μας




ΦΙΛΙΠΠΟΣ Δ. ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ

 Του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή*

"Εφημερίδα των Συντακτών", 31/08/14 

Αν στη σύσκεψη που είχε ο πρωθυπουργός με τους υπουργούς που θα βρεθούν στο Παρίσι για συνάντηση με τους δανειστές συνέστησε να εργαστούν «ως ομάδα», τέτοια παρατήρηση δεν θα είχε λόγο ύπαρξης αν δεν ήξερε πως οι ταξιδιώτες έχουν ξεχωριστές θέσεις κατά την αναχώρηση και ξεχωριστές αξιολογήσεις των αποτελεσμάτων τους κατά την επιστροφή. Αν ο κύριος αντιπρόεδρος της κυβέρνησης προχώρησε, στη διάρκεια της ίδιας σύκεψης, σε προτροπές ισχυρής προώθησης των επιλογών της χώρας στον τομέα της εργασίας, αυτή η προστακτική είχε προσωπική απόχρωση: είναι γνωστό πως υπάρχουν απέχθειες μεταξύ της κυβερνητικής κορυφής και της υπουργικής βάσης.

Χειρότερο είναι ότι υπάρχει καχυποψία, δυσπιστία και έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ υπουργών που οφείλουν να συνεργάζονται, οι οποίες εκδηλώνονται ενώπιον συνεργατών των μεν και των δε, ενώ θα μπορούσαν να λέγονται πίσω από κλειστές πόρτες. Οχι για λόγους ευγένειας, όχι για σεβασμό του ενός προς τον άλλο, αλλά προς αποφυγή ενίσχυσης μιας αντιπαλότητας, που είναι φυσικό να βαίνει αυξανόμενη και να παραμένει ως προτεραιότητα. Σε αυτό το περιβάλλον, οι συνεργάτες των υπουργών δαπανούν χρόνο για την ανάπτυξη και διατήρηση πλεονεκτημάτων, κομματικών και προσωπικών. Να ο λόγος για τον οποίο ο πρωθυπουργός επεμβαίνει στην καθημερινότητα της υπουργικής βάσης και αναθέτει στους άμεσους και προσωπικούς συνεργάτες του να λειτουργούν επιβοηθητικά ή και πυροσβεστικά. Θα έλεγε κανείς πως υπάρχει ένα πρωθυπουργικό δυναμικό που δαπανά χρόνο για «παρα-υπουργικά» καθήκοντα.

Αυτά τα καθήκοντα έχουν τις δικές τους εγγενείς παρενέργειες. Η πρώτη είναι πως προσπαθούν να διορθώσουν λάθη, αστοχίες, υπόγειες αποκλίσεις. Να διορθώσουν, παρόλο που δεν είναι γνωστό ποια η έκταση του λάθους, πού είναι το χαρτί όπου αποτυπώθηκε το λάθος ώστε να βρεθεί η αιτία του λάθους, έτσι που δεν αναρωτιέται κανείς αν η διόρθωση –αμφίβολη και δαπανηρή– αξίζει τον κόπο ή η εξαρχής δημιουργία νέου σχεδίου είναι προτιμότερη. Η δεύτερη είναι πως οι εξυπηρετήσεις κοινωνικών ομάδων, δηλαδή ψηφοφόρων, προκαλούν οχλαγωγία, που καταπνίγει κάθε λογική. Η τρίτη είναι πως η ατιμωρησία και η συγκάλυψη των «ειδικών» που η ειδικότητά τους κατέληξε σε απαράδεκτο λάθος, δεν επιτρέπουν να καταλάβει κανείς τι έγινε, τι δεν πρέπει να ξαναγίνει, ποιοι είναι οι «ειδικοί» που πρέπει να μπουν σε μαύρη λίστα, ώστε να μην έχουν νέες δυνατότητες καταστροφής.

Αντίθετα, για το κοινώς λεγόμενο «αγγούρι» που άφησαν, έχουν λάβει προβιβασμό ή παραμένουν στους καθηγητικούς θώκους τους για να διδάξουν την «επιστήμη» τους στη νέα γενιά. Λογικό να απεχθάνονται όποια αξιολόγηση. Η τέταρτη παρενέργεια είναι πως τα «παρα-υπουργικά» καθήκοντα έχουν παράπλευρους απόηχους, ο σπουδαιότερος των οποίων είναι η στροφή αρκετών συνεργατών προς αυτή την εξουσία και ο προσεκτικός, αλλά ουσιαστικός, παραμερισμός της θεσμικής υπουργικής εξουσίας. Κοντολογίς, σε αυτό το περιβάλλον, οι συνεργάτες προετοιμάζουν το μέλλον τους με άτσαλες όσο και χειρουργικές κινήσεις, που μπορεί να μην υπονομεύουν τον ίδιο τον υπουργό, υπονομεύουν όμως τη λεγόμενη «κοινή προσπάθεια», όσο ελάχιστη και αν είναι. Με άλλα λόγια, σε τέτοια «παράγκα», ο ένας βγάζει το μάτι του άλλου.

Δεν είναι βέβαιο πως όσα προηγήθηκαν περιγράφουν επαρκώς την παρούσα κατάσταση. Ούτε είναι αναγκαίο να δαπανήσει κανείς φαιά ουσία για λεπτομερέστερη ανάλυση. Αρκεί να διατρέξει εν τάχει τον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο για να πεισθεί πως το κυβερνητικό ασκέρι -υπουργικό και «παρα-υπουργικό»- είναι ένα «ρεμπέτ-ασκέρ». Και αν αυτός ο προσδιορισμός είναι υπερβολικός, τότε να πούμε πως είναι «χαλασμένη προπαίδεια», όρος που σημαίνει –για όσους δεν τον έχουν προσέξει, ως θα όφειλαν- ότι το 5 επί 5 δεν πρόκειται ποτέ να κάνει 25. Πάμε λοιπόν στο Παρίσι για να βγάλουμε τα μάτια μας –εκείνα που δεν έχουμε βγάλει ακόμα- και θα επιστρέψουν οι ταξιδιώτες για να επιβεβαιώσουν την «χαλασμένη προπαίδεια», εξηγώντας υπουργικώς, «παρα-υπουργικώς» και καθηγητικώς ότι 5 επί 5 δεν κάνει 25. Τέτοια επιτυχία στο Παρίσι δεν αναβάλλεται!

…………………………………………………………………………..

* Συγγραφέας

"Ο κοινοβουλευτισμός ως εμπόρευμα" Του Πέτρου Θ. Πιζάνια* ("Εφημερίδα των Συντακτών" 27/08/14)

.......................................................

Ο κοινοβουλευτισμός ως εμπόρευμα



ΠΕΤΡΟΣ Θ. ΠΙΖΑΝΙΑΣ

 Του Πέτρου Θ. Πιζάνια*

"Εφημερίδα των Συντακτών" 27/08/14 

    
Στα χρόνια της κρίσης και των συνοδευτικών μνημονίων, έχουν πουληθεί, είτε χαριστεί, είτε απαξιωθεί πολλά περιουσιακά στοιχεία του ελληνικού κράτους, δηλαδή δημόσια αγαθά από τα οποία κανένα δεν ενέπιπτε στον θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας. Ομως μετατράπηκαν διά της άμεσης πώλησης ή της δωρεάν παραχώρησης σε ατομική ιδιοκτησία, όπως και με την καταστροφή δημόσιου πλούτου ενισχύθηκε θεαματικά η ατομική ιδιοκτησία διαφόρων. Αυτοί οι «διάφοροι» ωφελημένοι ανήκουν σε τρεις κατηγορίες: είναι οι κάτοχοι του παρασιτικού πλούτου, Ελληνες και οι συνεταίροι τους ξένοι (εργολάβοι, καναλάρχες, εφοπλιστές και πρόεδροι ποδοσφαιρικών επιχειρήσεων, λαθρέμποροι, προμηθευτές οπλισμού, τραπεζίτες)∙ ωφελημένα είναι επίσης διεθνή χρηματοπιστωτικά κεφάλαια που κέρδισαν ανέλπιστα εντυπωσιακά ποσοστά κέρδους με το PSI και με άλλους τρόπους, κέρδη τα οποία αφαιρέθηκαν από τα αποθεματικά κεφάλαια ασφαλιστικών ταμείων, νοσοκομείων, πανεπιστημίων κ.ά.∙ τέλος, έχουν κερδίσει κράτη με έμμεσο τρόπο, ιδίως η Γερμανία και οι δορυφόροι της. Δεν θα προσθέσω τους παρελκόμενους επιτήδειους που επωφελούνται από τα μνημόνια για να μην καταβάλλουν τους μισθούς και τις ασφαλιστικές εισφορές, ούτε εκείνους που απασχολούν προσωπικό με όρους οιονεί δουλοπαροικίας. Ολα τα παραπάνω πληρώνονται από τη σχετική ή και απόλυτη αποπτώχευση του 70% περίπου του ελληνικού πληθυσμού. Μια ματιά στους επίσημους αριθμούς μπορεί να πείσει και τον πλέον δύσπιστο, πόσο μάλλον η γνώση των πραγματικών δεδομένων.

Ολα αυτά είναι τόσο επιθετικά, τόσο άγρια αδηφάγα, ώστε μαγνητίζουν τη σκέψη στον υλικό πλούτο που χάνεται επειδή περνάει από τα χέρια πολλών σε πορτοφόλια λίγων, παροξύνοντας κοινωνικές ανισότητες σε κατακλυσμιαίο βάθος, καθιστώντας τες δηλαδή απολύτως καταστροφικές. Ομως ας κάνουμε μερικά βήματα πίσω απ’ αυτόν τον ζόφο. Κατ’ αρχήν πολλές από αυτές τις πωλήσεις μπορεί να είναι νομικά ανακλητές ή να ακυρωθούν de facto με τη μέθοδο του διοικητικού (φορολογικού, πολεοδομικού κ.λπ.) ελέγχου –εφόσον βεβαίως θα έχουμε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Και όπως είναι γνωστό, όλα αυτά τα ωφελούμενα σήμερα αρπακτικά παράσιτα είναι έκθετα σε πάμπολλες παραβάσεις κάθε είδους. Αν πάλι η κυβέρνηση δεν αλλάξει, τότε θα είμαστε άξιοι της τύχης μας, οπότε η εκποίηση του δημόσιου πλούτου θα έχει μικρή σημασία σε σχέση με τις περαιτέρω κοινωνικές καταστροφές.

Αυτό που νομίζω ότι πρέπει να διερωτηθούμε σήμερα είναι το ακόλουθο: Τι ακριβώς πουλιέται, για παράδειγμα, μαζί με το παλαιό αεροδρόμιο του Ελληνικού (80 ευρώ το τ.μ.) ή τι δωρίζει η κυβέρνηση στους καναλάρχες, τι προσφέρει στους τραπεζίτες (σχεδόν δωρεάν) και γενικώς στους προνομιούχους αγοραστές; Μόνο γη ή μόνο συχνότητες ή μόνο σχεδόν δωρεάν δανεισμό; Ας σκεφτούμε συγκεκριμένα τη διαδικασία πωλήσεων δημόσιου πλούτου. Το ΔΝΤ, η γερμανική κυβέρνηση με τα δορυφορικά της κράτη, μαζί και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή που συγκυβερνούν την Ελλάδα απαιτούν ιδιωτικοποιήσεις με την ιδεολογική εκλογίκευση ότι έτσι θα μειωθούν τα έξοδα και θα αποπληρωθεί μέρος του χρέους. Επιχείρημα ανυπόστατο, αφού τα ποσά από τις πωλήσεις αποτελούν πολλοστημόριο του χρέους και των εξόδων. Εμπράκτως, οι όροι και οι εξευτελιστικές τιμές πώλησης των δημόσιων αγαθών σε παρασιτικούς κατά κανόνα κεφαλαιούχους ή ακόμη η δωρεάν παραχώρηση, όπως πρόσφατα με τις τηλεοπτικές συχνότητες, τα σχεδόν δωρεάν δάνεια στις τράπεζες που τα χρεώνονται οι πολίτες, οι ποικίλες φοροαπαλλαγές ή συγκαλύψεις φοροκλεφτών και τόσα άλλα δηλώνουν πως οι ιδιωτικοποιήσεις απλώς επιδιώκουν τη διεύρυνση της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας αλλά σε βάρος του κράτους και των πολιτών. Δηλαδή, αυτό που συγκαλυμμένα αποκαλούν διεύρυνση της αγοράς.

Ωστόσο, με κάθε παραχώρηση προνομίων, εξευτελιστική πώληση, σχεδόν δωρεάν δανεισμό των τραπεζών, συγκάλυψη οικονομικών παρανομιών κ.λπ. αποσπά η κυβέρνηση της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ και ένα κομμάτι της Ελληνικής Δημοκρατίας, το οποίο παραχωρεί στους πελάτες της ως αναπόσπαστο τμήμα του δημόσιου αγαθού που πουλάει, παραχωρεί ή χαρίζει. Το κομμάτι της Ελληνικής Δημοκρατίας που αποσπάται σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι πράξη την οποία επιλέγουν οι 155 βουλευτές της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ, ενίοτε με ολίγους από ΔΗΜΑΡ. Και επιλέγουν ο καθένας ατομικά. Ετσι, οι εν λόγω κυβερνητικοί βουλευτές παύουν να λειτουργούν, όπως ορίζει το Σύνταγμα, ως αντιπρόσωποι του έθνους ή έστω μόνο των ψηφοφόρων τους, επειδή μετατρέπουν, και μάλιστα κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθηση, το λειτούργημα του βουλευτή σε εμπόρευμα έναντι προσωπικής ανταλλακτικής αξίας. Δεν έχει σημασία αν τα ανταλλάγματα δεν είναι εμπράγματα ή εγχρήματα (αν και μένει να το διαπιστώσουμε στο μέλλον). Σημασία έχει ότι ιδιωτικοποιούν με έμμεσο συγκαλυμμένο τρόπο την αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, ο κάθε κυβερνητικός βουλευτής για λογαριασμό του και όλοι μαζί ως ομάδα κοινού συμφέροντος. Αυτή η ιδιωτικοποίηση είναι αποτέλεσμα της καταπάτησης δύο θεμελιωδών κανόνων της Δημοκρατίας: πρώτον, υποτάσσουν την ψήφο τους και κατ’ επέκταση το Κοινοβούλιο σε εντολές ξένων κυβερνήσεων, ομάδων, ακόμη και ατόμων που βρίσκονται έξω από τα όρια της λαϊκής κυριαρχίας όπως την ορίζει το Σύνταγμα∙ δεύτερον, νομιμοποιούν με την ψήφο τους τη δωρεάν ή σχεδόν χαριστική παραχώρηση δημόσιας περιουσίας έναντι προσωπικών ωφελημάτων (ανεξάρτητα εάν είναι υλικά ή όχι). Το γεγονός ότι στη συνέχεια διαρρηγνύουν τα ήδη κουρελιασμένα θεσμικά τους ράκη (ή σκίζουν τα καλτσόν τους), σε ακόμη μια παράσταση με τίτλο «Η διαφωνία των καραγκιόζηδων», δεν έχει σημασία. Ούτε φυσικά έχει κάποια σημασία ότι ο κ. Αντ. Σαμαράς εκδηλώνει αρχαιολογικά ενδιαφέροντα ελπίζοντας σε ένα υποκατάστατο ψήγμα πατριωτισμού με κανένα τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή κάποιου συγγενή του, τουλάχιστον.

Η «πολιτική οικονομία» της φαυλότητας στη χώρα μας, άκρως παγκοσμιοποιημένη και ευρωπαϊκή αφού την ενορχηστρώνουν και τη στηρίζουν το ΔΝΤ, οι γερμανικές ελίτ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και εκτελεί η συγκυβέρνηση Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, δεν ασκεί λεηλασία μόνο στα ιδιωτικά εισοδήματα και τον δημόσιο πλούτο∙ δεν καταρρακώνει μόνο ένα ήδη προβληματικό κράτος προς όφελος της δικής τους επιβολής στον πληθυσμό, αλλά προκειμένου να διατηρήσουν την εξουσία εμπορεύονται τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και τις διαδικασίες του.

………………………………………………………………………..

* Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, Τμήμα Ιστορίας, Ιόνιο Πανεπιστήμιο

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

"Σονάτα Κρόιτσερ" : Μια σπουδαία μουσική, μια σπουδαία νουβέλα

.............................................................

 Η μουσική Σονάτα

Ο Μπετόβεν έγραψε τη Σονάτα για βιολί αρ. 9 το 1803, με αφιέρωση στο φίλο του Τζορτζ Μπριτζτάουερ (1780-1860), ένα σπουδαίο βιολονίστα με πολωνικές και αφρικανικές ρίζες που ζούσε στο Λονδίνο.
Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 24 Μαΐου 1803 στο θέατρο Αουγκάρτεν της Βιέννης, σε μια ασυνήθιστη ώρα για συναυλία. Ήταν 8 το πρωί, όταν ο Μπριτζτάουερ ερμήνευσε το έργο, παρουσία του Μπετόβεν. Αμέσως μετά, οι δύο άνδρες πήγαν στο κοντινότερο καπηλειό, όπου μέθυσαν άγρια. Ο Μπριτζτάουερ προσέβαλε μια γνωστή του Μπετόβεν και αυτός οργισμένος απέσυρε την αφιέρωση.
Αργότερα, ο Μπετόβεν αφιέρωσε το έργο στον διακεκριμένο  γαλλογερμανό βιολονίστα και συνθέτη Ροντόλφ Κρόιτσερ (1766-1831), ο οποίος ποτέ δεν το ερμήνευσε, επειδή το θεωρούσε «εξοργιστικά ακατανόητο». Οι δύο άνδρες είχαν συναντηθεί μόνο μια φορά και ο Κρόιτσερ δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα το έργο του Μπετόβεν. Πάντως, η σύνθεση αυτή του Μπετόβεν έμεινε στην ιστορία ως Σονάτα του Κρόιτσερ και με αυτή την ονομασία είναι γνωστή σήμερα.

Η νουβέλα του Λ. Τολστόι

Η νουβέλα "Σονάτα του Κρόιτσερ" γράφτηκε από τον Λ. Τολστόι στη διετία 1887-1889 και εκδόθηκε το 1891. 
Βασικό ρόλο στη συγγραφή αυτής της νουβέλας, έπαιξε σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου του Τολστόι, ένα "κωμικό ως προς τη γλώσσα του γράμμα, σημαντικό ώς προς το περιεχόμενό του, το οποίο αφορούσε την καταπίεση των γυναικών από τις σεξουαλικές απαιτήσεις" μιας γυναίκας σλαβικής καταγωγής. Την ιδέα να δημιουργήσει μια πραγματική νουβέλα του την υπέβαλε φίλος του ηθοποιός, που του ανέφερε την ιστορία ενός συνταξιδιώτη του, μια ιστορία ερωτικής απιστίας της γυναίκας του. Αυτά συνέβησαν στα 1887. Ένα χρόνο αργότερα ταλαντούχοι μουσικοί ερμηνεύουν στη Γιάσναγια Πολιάνα τη σονάτα του Μπετόβεν και ο Τολστόι εντυπωσιάζεται. Προτείνει σε φίλους του ηθοποιό και ζωφράφο να εκφράσουν μέσα από την τέχνη τους την εντύπωση που τους προξένησε η μουσική, αλλά μόνο αυτός προχωρεί στη δημιουργία ενός έργου. Εδώ αναλύονται οι αντιλήψεις του συγγραφέα για τον σαρκικό έρωτα, τις δυσκολίες της έγγαμης ζωής και την ασυνεννοησία ανάμεσα στα δύο φύλα. Πρόκειται για ένα αριστούργημα και ένα δείγμα της σπουδαίας γραφής του ακολουθεί παρακάτω...
 


 Από τη "Σονάτα του Κρόιτσερ" 
του Λέοντος Τολστόι (1828 - 1910)





   …Μάλιστα, έτσι ήταν η κατάσταση λίγο καιρό πριν από το συμβάν.

   »Ζούσαμε σαν να είχαμε κάνει ανακωχή και φαινόταν ότι δεν είχαμε λόγους να την παραβιάσουμε. Ξαφνικά, όμως άρχιζε, π.χ., η κουβέντα για ένα σκυλί που είχε πάρει μετάλλιο σε μια έκθεση, όπως έλεγα εγώ. Κι εκείνη έλεγε: «Όχι μετάλλιο, έπαινο». Και αμέσως άρχιζε λογομαχία. Ακολουθούσαν η μετάβαση από το ένα θέμα στο άλλο, τα παράπονα: «Ναι, αυτά είναι γνωστά από τα παλιά, πάντα έτσι είναι, αφού το είπες εσύ…» «Όχι, δεν το είπα εγώ». «Δηλαδή, λέω ψέματα!...» Και άρχιζα πάλι να νιώθω ότι είναι έτοιμος να ξεσπάσει ένας φοβερός καβγάς, από εκείνους που σε κάνουν να θέλεις ή να σκοτωθείς ή να σκοτώσεις τη γυναίκα σου. Ξέρεις ότι τώρα θ’ αρχίσει, και το φοβάσαι όπως ο διάολος το λιβάνι, και γι’ αυτό θέλεις να συγκρατηθείς· αλλά σε κυριεύει η κακία. Και εκείνη, όλο με τον ίδιο και με ακόμη χειρότερο τρόπο, να παρερμηνεύει κάθε μου λέξη δίνοντάς της άλλο νόημα, ενώ κάθε δικιά της λέξη να είναι ποτισμένη με φαρμάκι, και να με χτυπάει συνειδητά στα πιο ευαίσθητα σημεία μου. Όσο προχωράει το πράγμα να γίνεται όλο και χειρότερο. Να της φωνάζω «Σιωπή!» ή κάτι τέτοιο. Να πετάγεται εκείνη από το δωμάτιο και να τρέχει στο δωμάτιο των παιδιών. Να προσπαθώ να την κρατήσω για να τελειώσω τη φράση μου και να αποδείξω κάτι, και να την πιάνω από το χέρι. Να προσποιείται ότι την πόνεσα και να φωνάζει: «Παιδιά, ο πατέρας σας με δέρνει!» Να της φωνάζω: «Μη λες ψέματα!» «Δεν είναι η πρώτη φορά!» να φωνάζει εκείνη ή κάτι παρόμοιο. Τα παιδιά τρέχουν κοντά της. Τα καθησυχάζει. Της λέω: «Μην προσποιείσαι!» Απαντά: «Για σένα είναι προσποίηση. Μπορείς να σκοτώσεις άνθρωπο και μετά να λες ότι προσποιείται! Τώρα σε κατάλαβα. Αυτό θέλεις!» «Δεν μπορούσες να ψοφήσεις;» φωνάζω. Θυμάμαι τι φρίκη μού προξένησαν τα λόγια μου. Ποτέ δεν περίμενα ότι θα μπορούσα να πω τόσο φοβερά και χυδαία λόγια, και απορώ πώς τα ξεστόμισα. Της φωνάζω αυτά τα φοβερά λόγια και μετά τρέχω στο  γραφείο μου, κάθομαι εκεί και καπνίζω. Την ακούω που βγαίνει στο χολ και ετοιμάζεται να φύγει. Τη ρωτάω για πού. Δεν απαντάει. «Και δεν πάει στο διάολο!» λέω στον εαυτό μου, επιστρέφω στο γραφείο μου, ξαπλώνω και καπνίζω. Μού έρχονται στο νου χιλιάδες σχέδια για το πώς να την εκδικηθώ και να γλιτώσω απ’ αυτήν ή για το πώς να επανορθώσω και να κάνω σαν να μη συνέβη τίποτε. Τα σκέφτομαι όλα αυτά και καπνίζω, καπνίζω, καπνίζω. Σκέφτομαι να φύγω μακριά, να κρυφτώ, να πάω στην Αμερική. Φτάνω στο σημείο να ονειροπολώ και να σκέφτομαι πώς θα γλυτώσω απ’ αυτήν και τι ωραία που θα είναι τότε, και πώς μετά θα βρω μια άλλη, ωραία γυναίκα, τελείως διαφορετική. Θα γλιτώσω απ’ αυτήν, είτε με το θάνατό της είτε με το διαζύγιο, και ψάχνω να βρω πώς θα τα καταφέρω. καταλαβαίνω ότι μπερδεύτηκα, ότι δε σκέφτομαι αυτό που πρέπει, αλλά για να μην καταλαβαίνω ότι δε σκέφτομαι αυτό που πρέπει, καπνίζω αδιάκοπα.

   »Και η ζωή του σπιτιού συνεχίζεται…

(Μτφ. Όλεγ Τσυμπένκο, εκδ. "Ροές", 2005 / "Το Βημα", 2010.) 

Oistrakh/Oborin - Beethoven Violin Sonata No.9, Op.47 'Kreutzer'


 
 

 Ανέβηκε στις 27 Μαΐ 2011

00:00 - Adagio sostenuto - presto
11:40 - Andante con variazioni
27:03 - Finale

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

"Ζει" - ποίημα του Γιώργου Χρονά ("Εγνατία", 1978)

...........................................................




Γιώργου Χρονά

Ζει


- Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;
Ρώτησε η γοργόνα τον ναύτη
Κι εκείνος πούδενε τα σχοινιά
           ψηλά στα κατάρτια
φώναξε 

- Ζει!
Ζούσε δε ζούσε, δεν ήξερε
Μα ήταν ναύτης μόνος στη θάλασσα
                         και τα σχοινιά ήταν
γεμάτα αλάτι και φυσούσε πολύ.

από τη συλλογή "Βιβλίο 1 Οι Λάμπες" 
εκδόσεις "Εγνατία-Τραμ/Λογοτεχνία"

Ο Δ.Ν. Μαρωνίτης μιλά για τα έπη, τη συνεργασία του με τον Λιβαθινό, το πρόβλημα στη σχολική διδασκαλία, την εποχή μας και την Αριστερά Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ ("Ελευθεροτυπία", Σάββατο 16 Αυγούστου 2014)

.........................................................
 
Ο Δ.Ν. Μαρωνίτης μιλά για τα έπη, τη συνεργασία του με τον Λιβαθινό, το πρόβλημα στη σχολική διδασκαλία, την εποχή μας και την Αριστερά

«Η καλή μετάφραση είναι καμωμένη χωρίς προσωπική αυταρέσκεια»


«Είναι σαν να μην είναι δική μου η μετάφραση. Μεταδίδεται σαν να είναι μετάφραση αυτών που κάθε φορά την ακούνε»

 «Τι κάνει ο καθένας μας με την προσωπική του Αριστερά; Τη διαγράφει για να βρει την ησυχία του; Εγώ δεν θέλω να το κάνω αυτό» ** «Το σχολείο έχει κάνει ό,τι μπορεί για να καταστρέψει οποιαδήποτε επικοινωνία των μαθητών με τα έπη»

 

Ελευθεροτυπία, Σάββατο 16 Αυγούστου 2014





Βασανίζεται για το πώς «διαχειρίζεται κανείς την προσωπική του Αριστερά». Και μας ενθαρρύνει όχι μόνο να υιοθετήσουμε την αμφισημία της «αισιόδοξης απαισιοδοξίας», αλλά να ανατρέξουμε και στο «σωσίβιο» της χαμένης στις μέρες μας ομηρικής φιλότητας -αναμενόμενο για τον άνθρωπο που αφοσιώθηκε κοντά δύο δεκαετίες στη μετάφραση και των δύο επών. «Λοιπόν, ως Μαρωνίτης φίλος θα σας έλεγα, εδώ που βρισκόμαστε, ούτε αισιόδοξοι ούτε απαισιόδοξοι να είμαστε!», υποστηρίζει με νηφαλιότητα ο Δ.Ν. Μαρωνίτης. «Υπάρχει η δυνατότητα της αισιόδοξης απαισιοδοξίας και της απαισιόδοξης αισιοδοξίας. Αυτός ο τύπος της απαισιόδοξης αισιοδοξίας ίσως είναι και η μοίρα του καιρού μας πλέον, ως τύπος ζωής αλλά και ως τύπος και τρόπος έκφρασης. Και είναι κάτι που κάνω ό,τι μπορώ για να το υποβάλλω και στον εαυτό μου και στους γύρω μου. Και θα έλεγα, όσο μπορείτε, διαφημίστε το κι εσείς».

Βρήκαμε τον ακάματο δάσκαλο στο γραφείο του στην οδό Εριφύλης, σκυμμένο πάνω από τη σοφόκλεια «Αντιγόνη». Βρίσκεται ήδη στα μισά της μετάφρασης της τραγωδίας, για την οποία, διευκρινίζει, παρασύρθηκε από τρίτους. Θα εκδοθεί μαζί με δύο ακόμη Αντιγόνες: του Ανούιγ, σε μετάφραση Στρατή Πασχάλη, και του Μπρεχτ, σε μετάφραση Ελένης Βαροπούλου. Δεν είναι όμως η τρέχουσα μεταφραστική εργασία του (η οποία τον έκανε να ανακαλύψει συγγένειες με τον ήδη μεταφρασμένο «Αίαντα» και η οποία τον καθήλωσε κατακαλόκαιρο στην Αθήνα) η αληθινή αιτία που τον συναντήσαμε, αλλά η έκδοση ενός πολύτιμου βιβλίου, χωρίς υποσημειώσεις, παραπομπές και βιβλιογραφίες -όπως λέει σχεδόν υπερηφανευόμενος. Το «Επος και Δράμα-από το χθες στο αύριο» («Αγρα»), μια έκδοση με δοκίμια του μεγάλου φιλολόγου από το 1995 μέχρι σήμερα, που εντέλει αποδεικνύεται και η ιδανική «εκκίνηση» για μια συζήτηση εκ βαθέων όχι μόνο για την πυρετική σχέση του με τα έπη («Η Ιλιάδα είναι το πιο ακατάδεκτο έπος», αναφωνεί), αλλά και για την παράσταση της «Ιλιάδας» από τον Στάθη Λιβαθινό, η οποία θριαμβεύει στο εξωτερικό με «αγωγό» τη δική του μετάφραση (παρουσιάστηκε στο Εθνικό Θέατρο του Αμστερνταμ, στο Διεθνές Φεστιβάλ της Μέριντα στην Ισπανία και προσεχώς πρόκειται να ανεβεί και στο Εθνικό Θέατρο Ισπανίας στη Μαδρίτη).
Μας αποστομώνει όταν δηλώνει «μανιακός» θεατής της: «Δεν έλειψα από όσες παραστάσεις δόθηκαν -με μοναδική εξαίρεση τη Μέριντα. Κάθε φορά ήταν σαν να βλέπω το έργο για πρώτη φορά, σα να το άκουγα για πρώτη φορά, σαν να μην το είχα μεταφράσει εγώ», αποκαλύπτει. «Ισως να είναι μία από τις αρετές της μετάφρασης». 

- Το κοινό, αν και καθόλου ειδικευμένο, επικοινωνεί με τον ομηρικό στίχο ακαριαία μέσω της μετάφρασής σας.
 


«Η αίσθησή μου είναι ότι αυτό οφείλεται σε μια σπάνια αρετή της: είναι μια μετάφραση καμωμένη χωρίς προσωπική αυταρέσκεια. Σχεδόν υπάρχει μια απορρόφηση του υποκειμένου της δουλειάς αυτής στο αντικείμενό της, η οποία έμοιαζε να είναι όρος για να προχωρήσει η μεταφραστική δουλειά -όταν δεν συνέβαινε σκάλωνα. Είναι σαν μην είναι δική μου η μετάφραση. Μεταδίδεται σαν να είναι μετάφραση αυτών που κάθε φορά την ακούνε».

- Η μετάφραση είναι μια δουλειά εγωιστική.
 
«Μπορεί να ξεκινάει εγωιστικά αλλά βαθμηδόν, σας το ορκίζομαι, αποβάλλει κάθε ίχνος αυταρέσκειας. Αυτό φαίνεται ότι έγινε κατεξοχήν με την "Ιλιάδα". Μην ξεχνάτε ότι έφτασε μετά τη μετάφραση της "Οδύσσειας" και μετά τη μετάφραση άλλων κειμένων που ξεκίνησαν από τον Ηρόδοτο, προχώρησαν στον Ησίοδο κ.ο.κ. Μεσολάβησε και ο "Αίας", ο οποίος ακόμα αδικείται. Η "Ιλιάδα", όμως, ήτανε αφημένη μετά την "Οδύσσεια"». 

- Ηταν προαποφασισμένο μετά την «Οδύσσεια» να καταπιαστείτε με την «Ιλιάδα»; Και μάλιστα με την ανάποδη αυτή σειρά;
 
«Ετρόμαζα όταν μου λέγανε και με πίεζαν, έχοντας τελειώσει με την Οδύσσεια, "με την Ιλιάδα τι θα γίνει;". Ελεγα: "Νομίζετε ότι μπορώ να περάσω από το ένα έπος στο άλλο και ειδικότερα από το μετεγενέστερο στο προγενέστερο με τον αντίστροφο δρόμο; Δεν είναι από τα πράγματα που γίνονται!". Και γύρω στο 2003, όταν είχε κλείσει ο κύκλος της "Οδύσσειας", μου "σφύριξε" ότι πρέπει να αρχίσω να ψάχνω και να ψάχνομαι με την "Ιλιάδα". Και έπαθα την πλάκα της ζωής μου». 

- Διέφερε από την «Οδύσσεια»;
 
«Μια μεγάλη αρετή της "Ιλιάδας", που δεν την έχει η "Οδύσσεια", είναι ότι πρόκειται για μια κιβωτό δραματικής επικής τραγωδίας. Γενικά, πρόκειται για κιβωτό, και ίσως αυτή είναι η υπεραξία της έναντι της "Οδύσσειας". Ουσιαστικά, έχει σπέρματα όλων των επόμενων τεχνών. Και της ερωτικής ποίησης, και ας μην φαίνεται αμέσως, και της λυρικής ποίησης, και του στοχασμού, και φυσικά και του θεάτρου. Δένονται ταυτόχρονα ως προκαταβολές μέσα στο έπος. Εκεί βρίσκεται και η μεγαλοφυΐα του ποιητή της "Ιλιάδας", που μάλλον είναι άλλος από αυτόν της "Οδύσσειας", ο οποίος μπορεί να ήταν ένας μαθητής.
Η "Οδύσσεια" είναι ένα έπος γενικότερα αγαπησιάρικο. Αν του αφοσιωθείς, σου ανταποδίδει την αγάπη έτσι σχεδόν σε επίπεδο ερωτικό. Η "Ιλιάδα", σας το ορκίζομαι, είναι το πιο ακατάδεχτο έπος που μπορεί κανείς να φανταστεί. Το πιο ακατάδεχτο! Ηταν σα να μου μιλούσε από απόσταση, και μάλιστα από απόσταση υπεροχής, και μου έλεγε "δεν σε θέλω, φύγε από πάνω μου, Μαρωνίτη". Αρχισε ένας περίεργος διάλογος. Αλλά εγώ ήμουν υπομονετικός ώστε να περάσω από αυτό που λέω "Ιλιάδα" εξ ακοής σε αυτό που λέω "Ιλιάδα" εξ επαφής. Το κέντρο βάρους είναι η ακρόαση, όχι η ανάγνωση. Μόνο όταν ακούει κανείς τα κείμενα καταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται. Η "Ιλιάδα" είναι βαθύτατα ακροαματική. Εξ ου αυτός ο αυτόματος διάλογος που προκύπτει κάθε φορά». 

- Συνεργαστήκατε στενά με τον Λιβαθινό την περίοδο προετοιμασίας της παράστασης;
 
«Ο χρόνος προετοιμασίας φτάνει τα δύο χρόνια από τη μέρα που αποφασίστηκε να γίνει αυτή η δουλειά. Δούλεψε σκυλίσια ο άνθρωπος. Συναντιόμασταν κάθε Δευτέρα, χωρίς να γίνεται καμία υπόδειξη σκηνοθετική ή άλλη εκ μέρους μου, παρά μόνο μια συζήτηση επί της ουσίας για την "Ιλιάδα". Και αυτή την έλλειψη αυταρέσκειας, που έχει το μεταφρασμένο κείμενο, κατάφερε να τη μεταδώσει εξ ολοκλήρου στα παιδιά που παίζουν και είναι υπέροχοι ηθοποιοί». 

  Από την παράσταση της Ιλιάδας του Λιβαθινού 

  - Στο βιβλίο σας τονίζετε ότι το προοίμιο του έπους είναι αντισυμβατικό, αν όχι παραβατικό.
 
«Η "Ιλιάδα" είναι ό,τι πιο παραβατικό μπορεί κανείς να φανταστεί. Σε κανένα προοίμιο δεν εξυβρίζει ο ποιητής τον κεντρικό ήρωα του έργου όπως εξυβρίζει τον Αχιλλέα. Κανένας ποιητής δεν στήνει ένα ηρωικό έπος και ο κεντρικός ήρωάς του είναι απών για 18 ραψωδίες. Και τρίτον, δεν υπάρχει ποιητής στην ιστορία της επικής ποίησης που να τελειώνει χωρίς νικητή και ηττημένο. Η "Ιλιάδα" αυτό κάνει. Το μεγαλείο μάλιστα του έπους είναι ότι προκύπτει μια αμοιβαία συμπάθεια για τα δύο στρατόπεδα». 

- Κάνετε ακόμα μικροεπεμβάσεις στη μετάφραση. Η εργασία αυτή δεν τελειώνει ποτέ;
 
«Χώνω πονηρά αρχαίες λέξεις μέσα στη μετάφραση. Θα γνωρίζετε την κόντρα μου με τον Μπαμπινιώτη από παλιά για τα αρχαία. Εχω μίσος για την αρχαΐζουσα εντός της καθαρής γλώσσας μας. Αλλά η δοκιμασία να φιλοξενήσει το μεταφρασμένο κείμενο μερικά από τα υπέροχα ομηρικά επίθετα, όπως το ωκύμορος, φτούρησε. Τα χωνεύει ωραία το νέο κείμενο τα επιθετικά κυρίως στοιχεία. Από την άλλη μεριά, υπάρχει ενίοτε στη μετάφραση ένα λεξιλόγιο περίπου χυδαίο, τόσο καθημερινό και προσγειωμένο. Είναι ένα μικρό σοκ, αλλά αισθανόμουν ότι ήταν το άλλο άκρο που ζητούσε το κείμενο για να σωθούν οι αρχαίες λέξεις». 

- Υπάρχει η αίσθηση ότι ένα αόρατο τείχος χωρίζει το ευρύ κοινό από τα έπη. Ευθύνεται γι' αυτό η σχολική διδασκαλία τους;
 
«Το σχολείο έχει κάνει ό,τι μπορεί για να καταστρέψει οποιαδήποτε μελλοντική ενδεχομένως επικοινωνία και γέφυρα με τα έπη. Διότι αυτή τη στιγμή έχουμε την πιο ακατάλληλη μετάφραση που θα μπορούσε να διδάσκεται στο Γυμνάσιο, τη μετάφραση του Πολυλά -άφησαν τη μετάφραση Καζαντζάκη- Κακριδή. Χρυσός και άγιος ο Πολυλάς, έχει κάνει και πολύ καλές μεταφράσεις, αλλά η μετάφραση της "Ιλιάδας" βρέθηκε στα κατάλοιπά του -εκδόθηκε το 1922». 

- Πέρα από τη μετάφραση, υπάρχει πρόβλημα και στη μεθοδολογία της σχολικής διδασκαλίας των επών;
«Ο κατακερματισμός του έπους και η μονομανία να μπουν ηθικολογικά και ηρωικά στοιχεία πολεμικής τάξης δημιουργούν μια προκαταβολική πλήξη».

- Τι θα έπρεπε να ισχύει, επομένως;
 
«Να δίνουν ολόκληρο το κείμενο να το διαβάσουν τα παιδιά όπως διαβάζει κανείς ένα μυθιστόρημα. Και αφού το διαβάσουν -σε 10, σε 15 μέρες;- να αρχίζουν μια συζήτηση ανταλλαγής εντυπώσεων επί του συνόλου. Κι από εκεί να προκύπτουν και κάποιου είδους επιλογές, χωρίς ωστόσο να καπακώνουν το σύνολο του κειμένου. Ολα αυτά που δεν γίνονται!». 

- Η σχέση του μαθητή του Γυμνασίου και του Λυκείου με τα έπη απ'ευθείας στην αρχαία ελληνική είναι προαιρετική ή δευτερευούσης σημασίας;
 
«Το δίλημμα "πρωτότυπο ή μετάφραση" είναι ψευδοδίλημμα. Και εν πάση περιπτώσει, είναι ολοφάνερο ότι τόσο διδακτικά όσο τουλάχιστον αλλά και για το ευρύ ανειδίκευτο κοινό το να αναζητά κανείς επικοινωνία και επαφή με τα πρωτότυπα κείμενα είναι και υπερβολή είναι και υπεροψία.Το θέμα είναι να μπορέσουμε να κάνουμε ζωντανές μεταφράσεις τού σήμερα, γιατί οι μεταφράσεις πάντα είχαν ένα περίεργο αναδρομικό χαρακτήρα. Υπάρχουν καλές μεταφράσεις γενικότερα. Εκτιμώ τις μεταφράσεις του Γιάννη Λεοντάρη, του Καψάλη, της Τζένης Μαστοράκη, του Κοροπούλη -του τελευταίου είναι εξαιρετική η δουλειά με τις "Πέτρινες Ρίμες" του Ντάντε. Από εκεί και πέρα, είναι λιγάκι προνόμιο δικό μου το ότι έτυχε από νωρίς να έχω τριβή με τις δύο μορφές της ελληνικής γλώσσας, με τις δύο γλώσσες, δηλαδή τη νέα, τη σύγχρονη και την αρχαία ελληνική. Αν και η εξάσκησή μου στο χώρο της ενδογλωσσικής μετάφρασης με έκανε σιγά σιγά μονόγλωσσο. Η μόνη γλώσσα που ξέρω -και θεωρώ καλά- είναι η ελληνική γλώσσα!». 

- Ποιες είναι οι αυτοβιογραφικές ταυτίσεις σας με τα ομηρικά έπη που διέγνωσε, όπως διαβάζουμε στην έκδοση της «Αγρας», ο Σταύρος Πετσόπουλος;
 
«Το έχω ξαναπεί. Ας μην ακουστεί μακάβριο. Καθώς περνάνε τα χρόνια και πλησιάζει το εξ αντικειμένου τέλος πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι να το αφήνουμε να εισχωρεί στη δουλειά μας. Κάτι που κατεξοχήν συνέβη με την "Ιλιάδα". Το τέλος δεν είναι αποτρόπαιο. Δεν θέλω να παίξω -γιατί το βλέπω γύρω μου σε πολλούς- κρυφτούλι με το θέμα του επερχόμενου τέλους».

- Πώς βλέπετε την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα; Υπάρχουν στιγμές που χάνετε τα κουράγια σας;
 
«Οτι είναι ζόρικη η κατάσταση, δεν υπάρχει αμφιβολία, και όχι μόνο από οικονομική άποψη -και για μένα είναι πολύ ζόρικη. Η σύνταξή μου έχει κατεβεί στα 1.400 ευρώ. Υπάρχει κυρίως ένα πρόβλημα -κατά τη γνώμη μου- δύσκολο, για να μην πω δυσεπίλυτο, ενδεχομένως και άλυτο, για αυτό που ονομάσαμε στη ζωή μας Αριστερά και τύχη της Αριστεράς. Η Αριστερά περνά την πιο επίμαχη και προβληματική φάση της τα τελευταία χρόνια κι αντί κάπου να προοδεύει, μάλλον περιπλέκεται και εκφυλίζεται. Η αίσθησή μου είναι ότι δεν βλέπω διέξοδο κι από εκεί που θα περίμενε κανείς περισσότερη φρόνηση και σκέψη. Υπάρχει λοιπόν ένα πρόβλημα που δεν μπορώ να το βγάλω απ' το μυαλό μου. Ωραία, τα αριστερά κόμματα βρίσκονται σε κρίση, η Αριστερά ως πράξη -και ως θεωρία ενδεχομένως- βρίσκεται σε κρίση. Τι κάνει, όμως, καθένας μας με την προσωπική του Αριστερά; Τι την κάνει; Τη διαγράφει για να βρει την ησυχία του. Εγώ δεν θέλω να το κάνω αυτό. Και είναι ώρες ώρες που μαυρίζει ο νους μου!».