Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

"Ελλάδα: Το πείραμα έχει πετύχει προ πολλού" Του Γιώργου Πήττα (30 Νοε 2013 | tvxsteam tvxs.gr)

................................................................

Ελλάδα: Το πείραμα έχει πετύχει προ πολλού.  

Του Γιώργου Πήττα

tvxs.gr/node/144256
 

Kαλήτερα, καλήτερα διασκορπισμένοι οι Έλληνες 'να τρέχωσι τον κόσμον, με εξαπλωμένην χείρα ψωμοζητούντες· (Ανδρέας Κάλβος, Ωδή Έκτη, Αι ευχαί)

Στην Ελλάδα λένε πως «ο Άδωνης παίρνει πάνω του την κυβέρνηση». Σοβαροφανή στελέχη-όχι μόνο της Νέας Δημοκρατίας- τονίζουν την ακάματη εργατικότητα του μέχρι πρότινος ακραίου υβριστή του πρωθυπουργού του. «Αν μη τι άλλο, δουλεύει συνέχεια, κάτι μπορεί να καταφέρει» μας λένε. Το ένα ερώτημα είναι : Αν «τα καταφέρει» , τι θα είναι αυτά. Του Γιώργου Πήττα
Το άλλο, πιο σοβαρό για μένα, έχει να κάνει με την στοιχειώδη ηθική τάξη, όταν αυτή εκτρέπεται σε συστηματική καθεστωτική ηλιθιότητα:
Ένας στην κυριολεξία υστερικός καραγκιόζης που τσίριζε στην τηλεόραση για να πουλά διάφορα βιβλία σε συνδυασμό με τα όσα έλεγε για τη Νέα Δημοκρατία και τον αρχηγό της πως γίνεται να έχει πάρει πάνω στις… στιβαρές του πλάτες την κυβερνητική πλειοψηφία;
Ασφαλώς και γίνεται. Δεν υπάρχει τίποτα που δεν μπορεί να γίνει στην Ελλάδα.
Το «πείραμα» δεν είναι εν εξελίξει, έχει ολοκληρωθεί και είναι απόλυτα πετυχημένο.
Μπορεί να φανεί υπερβολική η αντιδιαστολή που θα κάνω, αλλά, εμπίπτει κατά τη γνώμη μου στην ίδια σφαίρα λογικής. Πάνε ήδη πολλά χρόνια, από τα πρώτα βήματα της ιδιωτικής τηλεόρασης που τα προβεβλημένα τηλεοπτικά  πρόσωπα κατηγοριοποιήθηκαν στα γρήγορα με συνοπτικές διαδικασίες : Αυτός είναι «σοβαρός» εκείνος είναι «σκληρός» ο άλλος είναι «χαβαλές» ο έτσι «γκλαμουράτος» ο γιουβέτσι «αδέσμευτος» και πάει λέγοντας.
Σε αυτό το πρώτο στάδιο, αρχίζει η εκπαίδευση στο «χύμα».
Έβλεπες για παράδειγμα τον «σοβαρό» μια φορά την εβδομάδα, να παίρνει συνεντεύξεις από καλλιτέχνες.
Σήμερα την Μαρία Φαραντούρη την επόμενη φορά την… Άντζελα Δημητρίου.
Ιερό τέρας» η μία, «μεγάλη κυρία» η άλλη.
Ο ίδιος παρουσιαστής, το ίδιο πλαίσιο, το ίδιο ύφος.
Και ασφαλώς, δεν θέλει πολύ μυαλό για να το καταλάβει κάποιος, πως κάπου εδώ τα όποια κριτήρια διατηρούσε ο homoτηλεθεατής αρχίζουν και λασκάρουν.
Το αποτέλεσμα αυτής της μακράς διεργασίας ξεχαρβαλώματος την βίωσα και σχετικά πρόσφατα στη συναυλία για το CyprusAid.
Την μια στιγμή το κοινό σε πλήρη έκσταση με τους αναπτήρες αναμμένους τραγουδούσε με την Άννα Βίσση, και την επόμενη στιγμή, το ίδιο ακριβώς κοινό, παραληρούσε με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη. Ουσιαστικά, αυτό το ξετίναγμα, αυτή η ακραία αλλοτρίωση λειτουργεί βέβαια σε βάρος της Φαραντούρη ή του Αλκίνοου. Και δουλεύει για την κάθε Άντζελα και τον κάθε Notis στα πόδια του οποίου έχουν χυθεί αμέτρητα γαλόνια ουίσκι και μεθυσμένοι εμετοί των στυλοβατών της νεοελληνικής διαφθοράς.  Αλλά, στο τέλος διαλύει ή μάλλον έχει διαλύσει μία κοινωνία, την έχει απογυμνώσει και από την ελάχιστη κριτική σκέψη που διέθετε, τα έχει κάνει όλα αχταρμά.
Και κάπως έτσι  ή μάλλον ακριβώς έτσι, δεν τρέχει τίποτα που το ΠΑΣΟΚ της «Αλλαγής» στηρίζεται ως συγκυβερνών κόμμα στις πλάτες του ακάματου πλασιέ και δεν έχουν επαναστατήσει και οι πέτρες. Υποθέτω γιατί προέχει η… διάσωση του έθνους.
Του έθνους που  κανοναρχεί ο κος Χρήστος Μεντζελόπουλοςγνωστότερος ως Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ. Ο οποίος ανενόχλητα θεωρεί πως έχει το δικαίωμα να επεμβαίνει στα της προσωπικής ζωής χιλιάδων συμπολιτών μας, να δίνει γραμμή και οι τάχα μου αστοί φιλελεύθεροι της Νέας Δημοκρατίας όπως η κα Μπακογιάννη, να τηρούν σιωπή ηχηρή μην τυχόν και έρθουν σε αντίθεση με το μισαλλόδοξο πόπολο που εκπροσωπεί ο «σεβάσμιος». Στον οποίο, ο πολύς και λαλίστατος Βενιζέλος δεν βγήκε να του πει το αυτονόητο, πως ο παπάς, ο κάθε παπάς, δεν έχει κανένα δικαίωμα να χρησιμοποιεί τον άμβωνα για να παρεμβαίνει στα της Πολιτείας. 
Του έθνους εκείνου που ο πρωθυπουργός του, εξαντλώντας όλα τα περιθώρια του κυνισμού μεθοδεύει την απόλυση μίας εκπαιδευτικού, γιατί εκείνη απλά έκανε τη δουλειά της συλλαμβάνοντας τον γιόκα  του να αντιγράφει.
 Χαίρομαι που ο πιτσιρικάς εξελίχθηκε σε άριστο μαθητή και διεκδικεί είσοδο σε κορυφαίο  Ακαδημαϊκό Ίδρυμα του εξωτερικού, δεν μπαίνεις εκεί και με τον θεό μπάρμπα αν δεν έχεις τα προσόντα. Θα προσέφερε ωστόσο τεράστιες υπηρεσίες ο Σαμαράς junior, αν έβγαινε στο φως και δημόσια ζητούσε συγνώμη από την καθηγήτρια για την περιπέτεια στην οποία έχει εκείνη εμπλακεί για χάρη του.
Μέσα σε όλα αυτά, έρχεται και ο κος Επίτροπος της Ε.Ε. να θυμίσει αυτό που ξέραμε: Ο εργασιακός μεσαίωνας, δεν υπήρξε ποτέ αίτημα της τρόικα είπε, και έδειξε καθαρά την συμπαιγνία της ντόπιας κλεπτοκρατίας και της κυβέρνησης.
Γνωστό όμως αυτό, έχει γραφτεί και ειπωθεί εδώ και δύο χρόνια τουλάχιστον.
Ποιο πείραμα λοιπόν είναι σε εξέλιξη;
Όταν με αυτά που αναφέρω και τα οποία είναι τα πταίσματα και θραύσματα δεν έχει γυρίσει ο κόσμος ανάποδα, είναι ξεκάθαρο, πως το πείραμα τελείωσε και έχει πετύχει απόλυτα.
 Η Ελλάδα, κατοικείται από ένα πλήθος απαθών, αφασικών και πλήρως αναισθητοποιημένων κατοίκων που αραιά και που κάποια μικρή μερίδα τους ,αντιδρά για αποσπασματικά  μπροστά σε κάποιο ακραίο γεγονός που του ενεργοποιεί το θυμικό- δολοφονία Φύσσα ας πούμε-στη συνέχεια αντιδρά λιγότερο στην διπλή δολοφονία των χρυσαυγιτών και στο τέλος επιστρέφει στην σταθερή σιωπή και στις σκόρπιες κατακερματισμένες αντιδράσεις της μίας ή της άλλης συντεχνίας κλειστών συμφερόντων.

Η δε Χρυσή Αυγή, παραμένει δημοσκοπικά εξωφρενικά ψηλά αν αναλογιστεί κάποιος τα όσα βγαίνουν στη φόρα για την δράση της συμμορίας.
Και μέσα σε αυτό το σκηνικό, κάποιοι βολιδοσκοπούν την κοινή γνώμη για την δημιουργία ενός νέου κόμματος υπό την ηγεσία του Νικολάου, υιού του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου.
Συζητήσεις γίνονται, το Βήμα ήδη παρουσίασε τις πολιτικές θέσεις του τέως με «σοβαρότητα» την περασμένη Κυριακή και ορισμένοι κατά τα φαινόμενα, σκέφτονται  να απαλλαγούν από την λούμπεν χρυσή αυγή δημιουργώντας έναν νέο συντηρητικό πόλο.

Έναν πόλο που θα συγκεντρώνει τον πυρήνα των βασιλοφρόνων της ακροδεξιάς  με το πολιτικό-θεσμικό γκλάμουρ που θα φέρει ο Νικόλαος . Συνομωσιολογία; Δεν ξέρω. Δεν υπάρχει τίποτα που μπορεί να με εκπλήξει στην Ελλάδα, θεωρώ πως όλα είναι δυνατά. Όλα τα κακά δηλαδή.
Φως; Όχι, δεν βλέπω κανένα. Το πείραμα όπως είπαμε, πέτυχε.
twitter@pittasgeorge

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

"Η επιφοίτηση του ΣΥΡΙΖΑ" του Γιάννη Παντελάκη, (www.protagon.gr, 27/11/2013)


...........................................................

Η επιφοίτηση του ΣΥΡΙΖΑ





 Γιάννης Παντελάκης

του Γιάννη Παντελάκη, (www.protagon.gr, 27/11/2013)

Photo: Menelaos Myrillas / Fosphotos.com

To πρωινό της 28ης Ιουνίου πέρυσι, τα παραπολιτικά των εφημερίδων και τα δελτία των καναλιών, τα κέρδιζε μια φωτογραφία. Ο Αλέξης Τσίπρας στην ορκωμοσία της Βουλής, όπου (μαζί με την Αλέκα Παπαρήγα), αρνιόταν να φιλήσει τον σταυρό που κράταγε ο αρχιεπίσκοπος. Δεν ήταν η πρώτη φορά, ωστόσο οι δημοσιογράφοι βρίσκουν ελκυστικά αυτά τα θέματα.
Το πρωινό της 12ης Σεπτεμβρίου φέτος, ο ίδιος άνθρωπος (Τσίπρας), κέρδιζε πάλι ενός είδους παραπολιτικής ενημέρωσης για τον αντίστροφο λόγο. Ήταν η ημέρα του σχολικού αγιασμού και ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ επισκέφτηκε το 1ο ΕΠΑΛ Ν. Ιωνίας. Εκεί έσκυψε και φίλησε τον σταυρό που πρόταξε ένας ιερέας.
Άλλαξε κάτι άραγε; Είδε το ουράνιο φως; Επιφοίτηση, Όνειρο, κάτι τέλος πάντων; Μήπως ήταν ένα τυχαίο γεγονός και απλά τον αδικούμε; Δεν ξέρω τι απ' όλα συμβαίνει. Και δεν φαντάζομαι, είμαι σχεδόν σίγουρος δηλαδή, πως άλλαξαν οι θρησκευτικές του ανησυχίες. Απλά, συνδυάζω τους προαναφερόμενους συμβολισμούς με κάποια άλλα πολύ πρόσφατα γεγονότα που δείχνουν πως κάτι αλλάζει με τη σχέση ηγεσίας ΣΥΡΙΖΑ και ηγεσίας της Εκκλησίας. Να το πούμε με δυο παραδείγματα.
Παράδειγμα πρώτο: Από τότε που ξεκίνησαν οι διαθεσιμότητες, απολύσεις και κινητικότητες στους υπαλλήλους που αμείβονται από το δημόσιο, εξαιρέθηκαν οι (επίσης αμειβόμενοι από το δημόσιο), ιερείς. Το θέμα το πληροφορήθηκαν σίγουρα στην Κουμουνδούρου. Ακόμα και αν δεν πρόσεξαν τις νομοθετικές ρυθμίσεις όταν πέρναγαν στη Βουλή, θα είδαν κάποια (έστω λίγα, επικριτικά) δημοσιεύματα. «Κιχ». Και με το «κιχ» αυτό, μάλλον δέχονται την άποψη πως η χώρα έχει απόλυτη ανάγκη από τους 10.000 ιερείς, αλλά όχι και τους καθηγητές, τους γιατρούς ή τους διοικητικούς των Πανεπιστημίων που οδηγούνται σε διαθεσιμότητας ή απολύσεις...
Παράδειγμα δεύτερο: Με πολύ πρόσφατη τροπολογία, εξαιρούνται οι επιχειρήσεις που έχει στην εποπτεία της η Εκκλησία, από διαχειριστικούς ελέγχους στα οικονομικά αν πρώτα δεν εγκρίνουν αυτούς τους ελέγχους δυο υπουργοί. Μπορεί δηλαδή να γίνεται διαχειριστικός έλεγχος σε οποιαδήποτε επιχείρηση ανά πάσα στιγμή, δεν μπορεί να γίνει όμως σε επιχείρηση της εκκλησίας αν δεν συναινέσουν οι δυο υπουργοί. Το θέμα, το ανέδειξε και από εδώ η Λίνα Παπαδάκη χθες, με τον ερωτηματικό τίτλο: «Πάει το ΣΔΟΕ στον Θεό;». Όχι, Λίνα, δεν πάει. Αλλά όπως φαίνεται, δεν πάει και στην Κουμουνδούρου το θέμα. Δεν της ταιριάζει δηλαδή,  να το αναδείξει, να σταθεί απέναντι, να το επικρίνει.
Κάποιοι της πολιτικής του εφικτού, θα σκεφτούν πως ένα κόμμα εξουσίας είναι λογικό ν' ακολουθεί πολιτικές προσέγγισης με χώρους οι οποίοι έχουν μεγάλη επιρροή στην κοινωνία. Όπως η Εκκλησία. Εδώ ο Α. Σαμαράς κλείνει κάθε τρις και λίγο το μάτι στους αρχιερείς και δεν είναι αποτέλεσμα βαθιάς θρησκευτικής πίστης (πιστέψτε με, το ξέρω γιατί τον ξέρω). Σωστό. Αρκεί το κόμμα εξουσίας αυτό, να μας το κάνει σαφές και καθαρό. Να το γνωρίζουμε τουλάχιστον. Από εκεί και πέρα, ο Θεός βοηθός...

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

"Άδωνις" του Πιτσιρίκου (26 Νοε 2013 | tvxsteam tvxs.gr)

..............................................................

Άδωνις

tvxs.gr/node/144003
 
 
Παρακολουθώ -με πλήξη- την κόντρα του ΣΥΡΙΖΑ με τον υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη για τα φάρμακα. Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι ο Άδωνις Γεωργιάδης είναι υπουργός Υγείας και από τις «αποφάσεις» του εξαρτάται η υγεία μεγάλου μέρους του πληθυσμού της χώρας. Και ας τελειώσουμε εδώ. Του Πιτσιρίκου
Στην χρεοκοπημένη Ελλάδα του 2013, ο Άδωνις Γεωργιάδης είναι ο υπουργός Υγείας.
Δηλαδή, το έχουμε κλείσει το μαγαζί. Έχουμε βάλει λουκέτο.
Πριν από δυο εβδομάδες, ο ΣΥΡΙΖΑ κατέθεσε πρόταση μομφής εναντίον της κυβέρνησης και –στο κάλεσμα που έκανε- δεν μαζεύτηκαν έξω από τη Βουλή ούτε πέντε χιλιάδες πολίτες.
Το έχουμε κλείσει το μαγαζί.
Η τοποθέτηση του Άδωνι Γεωργιάδη στη θέση του υπουργού Υγείας στέλνει μόνο ένα μήνυμα στους πολίτες: κάντε ιδιωτική ασφάλιση.
Όποιος δεν έχει χρήματα για ιδιωτική ασφάλιση, ας κάνει την προσευχή του.
Δεν θα αλλάξει τίποτα με την προσευχή αλλά θα νομίσει πως κάτι έκανε.
Προσπάθησε να σκεφτείς μια πολιτισμένη χώρα του κόσμου που θα είχε για υπουργό Υγείας τον Άδωνι Γεωργιάδη.
Δεν θα βρεις. Θα είχαν ξεσηκωθεί οι γιατροί αμέσως.
Στην Ελλάδα, ποιοι γιατροί να ξεσηκωθούν εναντίον του Άδωνι; Αυτοί που τόσα χρόνια ήταν πρώτο τραπέζι στον Νότη και στο Δεσποινάκι;
Στη χώρα που είναι υπουργός Υγείας ο Άδωνις Γεωργιάδης και δεν έχουν ξεσηκωθεί και οι πέτρες, δεν δικαιούσαι να πιστεύεις ότι αξίζεις κάτι καλύτερο.
Σου αξίζει ο Άδωνις.
Να τον χαίρεσαι.
Σου εύχομαι να γίνει και πρωθυπουργός.

Έτος Καβάφη. Του Δήμου Χλωπτσιούδη (27 Νοε 2013 | tvxsteam tvxs.gr)

..............................................................

Έτος Καβάφη.  

Του Δήμου Χλωπτσιούδη

tvxs.gr/node/144041
 


Οδεύοντας προς τη λήξη του Έτους Καβάφη, το vivlio.net αποφάσισε να κάνει ένα μικρό αφιέρωμα στο μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή. Ένα αφιέρωμα όχι ποιητικό, αλλά κριτικό από φιλολογική οπτική, με φιλολογικές αναλύσεις ενδεικτικά σε ορισμένα γνωστά του ποιήματα και άλλα πιο άγνωστα στο ευρύ κοινό.
Η Αλεξάνδρεια, οπού έζησε μόνιμα τα ώριμα χρόνια του, τα χρόνια της δημιουργικής του δράσης, η πόλη με τις αναμνήσεις του πλούσιου ελληνιστικού παρελθόντος, ήταν, από τα μέσα περίπου του ΙΘ΄ αιώνα, η έδρα μιας σημαντικής και ακμαίας εμπορικής ελληνικής παροικίας. Δεν ανήκει σε κάποια Σχολή (χρονολογικά ή ως τάση).
Η συμβολιστική του τάση είναι έντονη και συνδυάζεται με λόγο λιτό αλλά διαχρονικά επίκαιρο. Η ειρωνική διάθεση, αυτό που αποκλήθηκε καβαφική ειρωνεία συνδυάζεται με την τραγικότητα της πραγματικότητας, για να καταστεί κοινωνικά διδακτική και οι ηδονιστικοί του προσανατολισμοί ανακατεύονται με κοινωνικές επισημάνσεις.
Αναμφίβολα δεν είναι εύκολο να οριοθετήσει κανείς ξεκάθαρα σε θεματικούς κύκλους την ποιητική του Καβάφη. Η ιστορία ανακατεύεται με τις αισθήσεις και το στοχασμό σε μια ενιαία οντότητα, αυτήν πιθανώς που ο ίδιος ο Καβάφης προσδιορίζει ως «ενιαίο καβαφικό κύκλο», αλλά σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση, στον αμέσως επόμενο στίχο, η εναλλαγή δικαιώνει όσους χαρακτήρισαν την καβαφική ποίηση πρωτεϊκή. Δημιουργεί το περιθώριο της Αθηναϊκής Σχολής του 1880 στην οποία δεσπόζει ο Παλαμάς και επηρεάζει δυναστικά την ποίηση και την πνευματική ζωή-και ως πρόδρομος της μεσογενιάς του 1920 επηρεάζοντας δραματικά της μετ;Eπειτα μεγάλη Γενιά του 1930.
Οι πρώτες δημοσιεύσεις του ποιητή αρχίζουν το 1886, τη χρονιά της πρώτης συλλογής του Παλαμά, σε καθαρεύουσα ρομαντικά στη σύλληψή τους, τα ποιήματα αυτά δε φαίνονται καθόλου επηρεασμένα από την αλλαγή του 1880 και, με τον απελπισμό τους και τον φανερό τους εγκεφαλισμό, σαν να εξακολουθούν τη γραμμή του Δ. Παπαρρηγόπουλου, με φανερές ακόμα τις επιδράσεις από τον Hugo και τον Musset. Αλλά το 1891 κιόλας εκδίδει σε αυτοτελές φυλλάδιο ένα ποίημα («Κτίσται») που προοιωνίζει την κατοπινή εξέλιξη, και το 1896 γράφει τα «Τείχη», ποίημα πια απόλυτα «καβαφικό».
Ο Καβάφης θα αποκηρύξει σχεδόν όλα αυτά τα έργα μιας ολόκληρης δεκαετίας και δε θα τα ενσωματώσει στην έκδοση των έργων του. Τέτοιες «εκκαθαρίσεις» θα κάνει κι άλλες πολλές ακόμα και στην ώριμη περίοδο του γράφει ποιήματα, που για τον ένα ή τον άλλο λόγο δεν τα «εκδίδει». Το «corpus» των «αναγνωρισμένων»ποιημάτων του είναι συνολικά 154 πρώτο χρονολογικά τα «Τείχη» του 1896,τελευταίο το «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας» του 1933, της χρονιάς του θανάτου του. Και τα ποιήματα είναι όλα σύντομα• σπανία εκτείνονται, και σε δεύτερη σελίδα μόνο ένα φτάνει ως την τρίτη.
Η ιδιοτυπία του Καβάφη εκδηλώνεται και στον τρόπο με τον οποίο κυκλοφορούσε τα ποιήματά του, σε μικρά φυλλάδια. Το 1904 σ' ένα μικρό τεύχος διαλέγει και τυπώνει δεκατέσσερα, και το 1910 τα ξαναεκδίδει, προσθέτοντας άλλα εφτά τα τεύχη αυτά, τυπωμένα σε 100 έως 200 το πολύ αντίτυπα, κυκλοφορούν ιδιωτικά. Από το 1912 τυπώνει μεμονωμένα φύλλα, που τα συναπαρτίζει κάθε φορά μόνος του (μ' έναν μετάλλινο συνδετήρα) σε συλλογές -άλλες με κατάταξη απλά χρονολογική, άλλες με κάποια θεματική. Πολλές φόρες διορθώνει με το χέρι κάποιο στίχο ή ξαναδιατυπώνει διορθωμένο το ποίημα και αντικαθιστά το παλαιότερο. Μια αδιάκοπη επαφή και ένας εσώτατος δεσμός του δημιουργού με το έργο του.
Φαίνεται πως ο ίδιος ο Καβάφης έβλεπε τα ποιήματά του να ανήκουν σε τρεις διαφορετικές κατηγορίες (ή «περιοχές»): στα φιλοσοφικά, τα ιστορικά, και τα ηδονικά (ή αισθησιακά). Και πραγματικά η διαίρεση αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, με την επιφύλαξη πως αναφέρεται στην ποιητική έκφραση και όχι στο σημασιολογικό περιεχόμενο. Γιατί από την άλλη μεριά δεν υπάρχει αμφιβολία (και το είπε και ο ίδιος) πως ο καβαφικός κόσμος είναι ενιαίος και πως ένα ποίημα με το να είναι, στην εξωτερική του μορφή «ιστορικό», δε σημαίνει πώς δεν είναι «φιλοσοφικό» ή «αισθησιακό», ή το αντίστροφο.
Η νεώτερη κριτική, χωρίς να αρνείται τον ιδιότυπο ερωτισμό ως ένα βασικό συστατικό της ποίησης του, λυτρώθηκε από την επίμονη προσήλωση στο στοιχείο αυτό και μόνο και επισήμανε αλλά στοιχεία, εξίσου βασικά, της ποίησής του, τη δραματικότητα, τον «διδακτισμό» (Ε. Π. Παπανούτσος), τη σχέση των ποιημάτων με τα ιστορικά περιστατικά της Αιγύπτου και της εκεί ελληνικής παροικίας (Στ. Τσίρκας) χωρίς ν’ αποφύγει και πάλι πολλές φορές την υπερβολή και τη μονομέρεια. Ο κόσμος του Καβάφη είναι πολυμερής, το έργο του «πολυεδρικό και πρισματικά πολύπλευρο», έτσι πού η προσπάθεια να συλλάβεις το νόημα του από μια μονάχα οπτική γωνία, είναι καταδικασμένη από τα πριν σε αποτυχία.
Δεν υπάρχει ίσως άλλος ποιητής που να εξέφρασε τόσο έγκυρα τον ποιητικό του κόσμο με την επίμονη αυτή αναδρομή στην ιστορία. Τον «διδακτισμό», αν θέλουμε να τον ονομάσουμε έτσι, ή τη «φιλοσοφία» του ή τον «ηδονισμό» του τα ξαναβρίσκουμε απαράλλαχτα και στα «ιστορικά» του ποιήματα αποτελούν κι αυτά έναν τρόπο για την έκφρασή του. Το ιστορικό παρελθόν τον βοήθα όμως να πετύχει, μέσα από την απόκρυψη, συνηθισμένη στην ποιητική του, την πιο καίρια έκφραση• κάτω από τη συσκότιση ή το προσωπείο της ιστορίας η φωνή τουλάχιστο για τους μυημένους γίνεται εναργέστερη. Πέρα όμως από τη βασική αυτή διαπίστωση, η γοητεία του ιστορικού παρελθόντος, μαγικά ξαναζωντανεμένου από τον ποιητή, έρχεται να προστεθεί στην υποβλητική γοητεία της ποίησης.
Μια τέτοια ποίηση, τόσο διαφορετική από ό,τι ήταν ως τότε γνωστό και καθιερωμένο, επόμενο είναι να χρησιμοποιήσει και τρόπους εκφραστικούς ολότελα καινούριους.
Η γλώσσα του Καβάφη είναι τελείως ιδιότυπη με την αθηναϊκή καθιερωμένη «ποιητική» δημοτική (του Παλαμά π.χ.) δεν έχει καμιά σχέση, αλλά και παρ’ όλη τη συχνή χρήση τύπων της καθαρεύουσας, βρίσκεται μακριά και από την τυπική καθαρεύουσα, παλαιότερη ή νεότερη. Οι άκρατοι δημοτικιστές δεν του συγχώρησαν ποτέ τη μη προσαρμογή του, αλλά και οι καθαρευουσιάνοι δύσκολα θα τον δέχονταν. Βασικά η γλώσσα είναι ζωντανή,«δημοτική», οι εκτροπές προς την καθαρεύουσα είναι ίσως ένα θελημένο πεζολογικό, ρεαλιστικό στοιχείο, η δημοτικιστική όμως βάση δίνει θερμότητα και γνησιότητα στο λόγο, ενώ οι πολιτικοί ιδιωματισμοί (επίμονα και αυτάρεσκα κρατημένοι) δηλώνουν την ακριβή παρουσία του ανθρώπου. Και ο στίχος, σαν τη γλώσσα, καλλιεργεί τα πεζολογικά, αντιποιητικά στοιχεία, και θέλει να έχει τη βαρύτητα της ρεαλιστικής διαπίστωσης.
Η ομοιοκαταληξία, σε όποια ποιήματα του Καβάφη υπάρχει, δεν προσθέτει τίποτε το ποιητικό. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Τέλλος Άγρας«σατανικότερος εμπαιγμός της ομοιοκαταληξίας δεν έχει ξαναγίνει. Σάτιρα αληθινά αριστοκρατική».
Το μέτρο είναι πάντοτε ο ίαμβος (το πιο κοντά στον πεζό λόγο), αρκετά χαλαρός, ο στίχος ελεύθερος, με άνισο αριθμό συλλαβών πολλές φορές (στα παλαιότερα ποιήματα περισσότερο) φανερώνεται και η ομοιοκαταληξία, που ηχεί και σαν παιγνίδι η σαν ειρωνεία• κάποτε ο στίχος κόβεται διαλύεται καλύτερα στα δυο («Τέμεθος Αντιοχεύς») σαν να μην έχει τη δύναμη να ολοκληρωθεί. Αλλά είναι κι αυτό ένα μέσο της ποιητικής.
Στην ποιητική του Καβάφη τίποτα δεν είναι τυχαίο τα ποιήματά του τα προσέχει και τα λειτουργεί ως την τελευταία λεπτομέρεια. Η στίξη, οι περίοδοι, οι παύσεις, όλα είναι υπολογισμένα, όλα υπηρετούν την «τέχνη της ποιήσεως», ακόμα και η τυπογραφική εμφάνιση. Το καθετί τεχνουργημένο με κομψότητα και καλαισθησία.
Η ποίηση του Καβάφη δε βρήκε αμέσως την απήχησή της. Με καταπληκτική διαίσθηση πρώτος την επισήμανε πολύ νωρίς ο Γρηγόρης Ξενόπουλος με ένα άρθρο του το 1903. Αλλά η Αθήνα γενικά τον αγνοεί και τον αποστέργει. Σημαντικός σταθμός είναι το 1919 το άρθρο του Ε. Μ. Forster στο Athenaeum, ο οποίος στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε στην Αλεξάνδρεια και γνώρισε προσωπικά τον ποιητή• ο ίδιος φρόντισε να μεταφραστούν και ποιήματα του στα αγγλικά.
Μετά το 1920 ανακαλύπτουν τον Καβάφη οι νέοι της γενιάς εκείνης ο Τέλλος Άγρας κάνει μια διάλεξη γι' αυτόν το 1921, το ίδιο και ο Άλκης Θρύλος το 1924. Τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του η ποίηση του διαβάζεται, μελετιέται και σχολιάζεται χωρίς να λείπει, φυσικά, και η αρνητική κριτική. Από το 1930 η επίδραση του στη νέα γενιά γίνεται ισχυρότατη και παράλληλα πολλαπλασιάζονται οι κριτικές μελέτες και τα βιβλία για το έργο του, όχι μόνο από Έλληνες αλλά και από ξένους.

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

"Γιατί τρομάζει η Χρυσή Αυγή" Του Τάκη Θεοδωρόπουλου ("Καθημερινή", 26/11/2013)

................................................................
 
Γιατί τρομάζει η Χρυσή Αυγή

Του Τάκη Θεοδωρόπουλου


Το πρόβλημα δεν είναι αν ο Νότης Σφακιανάκης θεωρεί ότι για την Ελλάδα θα ήταν καλό να κυβερνήσει η Χρυσή Αυγή. Δικαίωμά του. Το πρόβλημα είναι ότι εμείς οι υπόλοιποι είμαστε υποχρεωμένοι να ξέρουμε τι σκέφτεται ένας άνθρωπος σαν τον Νότη Σφακιανάκη και να διαμορφώνουμε άποψη για τις απόψεις του. Η δυνατότητα δηλαδή που έχει όποιος κατέχει το κεκτημένο δικαίωμα της δημοσιότητας να απασχολεί νευρώνες του εγκεφάλου μας, άρα να λειτουργεί εις βάρος άλλων, ωφελιμοτέρων δραστηριοτήτων. Χωρίς πάντως να θέλω να θίξω κανέναν, μέχρι προχθές νόμιζα πως ο περί ου ο λόγος είναι σκληρός ροκάς. Με διόρθωσαν εξηγώντας μου πως η μουσική του ακούγεται στα ψυχοθεραπευτικά ιδρύματα τα οποία κατ’ ευφημισμόν ονομάζονται «σκυλάδικα». Εξ ου και ο «πολυπλατινένιος» δίσκος, κάτι σαν πολυτραυματίας επί το ευγενέστερον.
Το πρόβλημα επίσης είναι ότι ο Νότης Σφακιανάκης, όταν μιλάει για τη Χρυσή Αυγή, ξέρει πως απευθύνεται σε ένα κοινό το οποίο περιμένει να τον ακούσει να μιλάει για τη Χρυσή Αυγή. Θα μπορούσε να πει και να κάνει οτιδήποτε προκειμένου να κολακεύσει το κοινό του. Δικαίωμά του. Ή, μάλλον, δικαίωμα όσων κατέχουν το κεκτημένο δικαίωμα της δημοσιότητας. Το να τον παίρνεις στα σοβαρά και να θίγονται τα δημοκρατικά σου αισθήματα είναι κι αυτό δικαίωμά σου, αρκεί να μην ξεχνάς ότι αυτός ο άνθρωπος απευθύνεται στο κοινό του «σκυλάδικου». Χωρίς να θέλω να υποστηρίξω ότι τα δημοκρατικά αισθήματα ευδοκιμούν μόνον σε αίθουσες όπου εκτελούνται κομμάτια μουσικής δωματίου από κουαρτέτα εγχόρδων, οφείλω να παρατηρήσω πως η γλώσσα των εν λόγω ιδρυμάτων, αν δεν ταυτίζεται, μπορεί χωρίς ιδιαίτερες νοηματικές αποκλίσεις να μεταφερθεί στην πολιτική νοοτροπία της Χρυσής Αυγής.
Της γης οι πικραμένοι, ο άγριος νταλκάς του ελληνισμού, σε συνδυασμό με την άγρια καψούρα του ανδρισμού, έτοιμου να τα σπάσει και να ξεσηκώσει όσο περισσότερο θόρυβο γίνεται, όσα χαρακτηρίζουν την ψυχοσύνθεση της πανίδας που συχνάζει στα εν λόγω ιδρύματα δεν είναι, θα μου πείτε, προνόμια των χρυσαυγιτών. Δυστυχώς για όλους μας, είναι δημοκρατικά μοιρασμένα σε μια κοινωνία που έχει εκπαιδευθεί να αισθάνεται πικραμένη, αδικημένη και έτοιμη να πάρει το αίμα της πίσω, για άγνωστους ως επί το πλείστον λόγους. Απλώς η Χρυσή Αυγή κατάφερε να τα απαλλάξει από τα περιττά, να τα αποστάξει από τα προσχήματα και να τα ανεβάσει στη σκηνή γυμνά όπου και εκτελούν το πορνογραφικό θέαμα της βίας. Γι’ αυτό και η Χρυσή Αυγή έχει νεανικό κοινό. Η ιδεολογική επένδυση του νεοναζισμού είναι η πολιτική συσκευασία.
Μας τρομάζει η Χρυσή Αυγή γιατί αντέχει στις δημοσκοπήσεις. Μας τρομάζει ακόμη περισσότερο γιατί έχει απήχηση στις νέες ηλικίες. Και μας τρομάζει γιατί, παρά τις συλλήψεις, παρά τις αποκαλύψεις, εξακολουθεί να γοητεύει ένα μέρος του εκλογικού σώματος. Αλήθεια, μήπως θυμάστε τι μεσολάβησε από τις ημέρες των συλλήψεων και του θεάματος με τις χειροπέδες ώς χθες που δημοσκόπηση της έδινε 10%; Η άγρια δολοφονία δύο μελών της, που έπεσε σε μια δημόσια ζωή η οποία έγερνε παραζαλισμένη ανάμεσα στον ξανθό άγγελο και τους Ρομά, στους πλειστηριασμούς και τις ασφαλιστικές εισφορές και, τέλος, τη μητέρα όλων των πολιτικών μαχών, τη μεγαλειώδη συζήτηση περί σεξισμού και δωδεκάποντης γόβας.
Η ευήθεια δεν είναι ποινικό αδίκημα. Η ευήθεια είναι όμως πολιτικό αδίκημα. Και το τίμημα της ευήθειας είναι ακόμη περισσότερη ευήθεια, κοινή βλακεία, αυτή που δημιουργεί το απαραίτητο υπόστρωμα της αγριότητας. Είναι βλακεία να πιστεύει κανείς ότι το πρόβλημα της Χρυσής Αυγής θα λυθεί από την Αντιτρομοκρατική και την Αστυνομία. Είναι βαθύτατα πολιτικό και γι’ αυτό τρομάζει. Κι αν μπεις μες στο σκυλάδικο κι αρχίσεις να καταγγέλλεις την Ακροδεξιά, το λιγότερο που μπορείς να πάθεις είναι να σε «μπουγελώσουν».

[Το άλλοθι της «εκδικούμενης φύσης»] Του Παντελή Μπουκάλα ("Καθημερινή", 26/11/2013)

................................................................

Το άλλοθι της «εκδικούμενης φύσης»

Του Παντελή Μπουκάλα


«Θεομηνία». «Η μανία της φύσης». «Η φύση εκδικείται». Οπως πάντοτε επί καταστροφής, ανασύραμε τις στερεότυπες «ερμηνείες» μας, που τίποτα δεν ερμηνεύουν και κυρίως τίποτα δεν προλαβαίνουν και δεν θεραπεύουν. Κι ενώ το γνωρίζουμε καλά, ως κατ’ επανάληψη παθόντες, δεν μετατρέπουμε τη γνώση σε έγκαιρη πρόνοια, και πιθανόν σε αλλαγή βιοτικού παραδείγματος, ώστε να μην αιφνιδιαζόμαστε κάθε φορά, αλλά να μετριάζουμε το κακό, όσο υπέρμετρα κι αν εκδηλώνονται τα φυσικά φαινόμενα. Και τουλάχιστον να μη χάνονται ζωές, όπως οι τρεις στη Ρόδο. Γιατί αυτό είναι το πρωτεύον.
Αυτό είναι και το καθήκον της πολιτείας και της κοινωνίας. Και όχι να κρύβονται, εν έτει 2013, πίσω από τα πατροπαράδοτα άλλοθι μιας δεισιδαίμονος αμηχανίας. Ούτε να υποστρέφουν πανικόβλητες σε αντιλήψεις πρωιμότερων πολιτισμικών σταδίων, όπου το δέος για τα μη κατανοούμενα Φυσικά κατέφευγε σε μεταφυσικές εξηγήσεις.
Ουδείς απαγορεύει σε κανέναν να πιστεύει ότι την Ιαλυσό την έπνιξε η οργή του Θεού, που έστειλε λέει και προειδοποίηση, με τα δάκρυα της εκεί εικόνας του Αρχάγγελου Μιχαήλ. Μόνο που αυτή η εξωλογική πίστη, παγανιστική παρά χριστιανική, δεν μπορεί και δεν πρέπει να μετατρέπεται σε κυρίαρχο δόγμα της κυβερνητικής πολιτικής και σε αποκλειστικό οδηγό της κοινωνικής συμπεριφοράς. Διότι το αμέσως επόμενο στάδιο είναι η πλήρης παραίτηση από ευθύνες και εξουσίες και η αναπομπή δεήσεων προς τα ουράνια (ανέκαθεν ευμενή προς την Ελλάδα)· είτε προς τον Αρχάγγελο ή τον Υέτιο Δία είτε και προς τους δύο, προς αύξηση των ελπίδων.
Ποια μήνιν Θεού αποκαλύπτει, ωστόσο, ένα μπαζωμένο ποτάμι; Και ποια φύση, ανθρωπομορφικώς εννοούμενη, εμφανίζεται μνησίκακη και χαιρέκακη με τη μορφή μιας μικρότατης γέφυρας, ανίκανης να εξυπηρετήσει τις ανάγκες, όπως στη Ρόδο, ή μιας λεκάνης απορροής υδάτων που και αυτή απέμεινε ελάχιστη, αφού κρίθηκε ότι προηγούνται άλλες ανάγκες – ή επιθυμίες; Καμία φύση δεν εκδικείται, όπως μονότονα λέμε, είτε στην τεράστια κλίμακα των τυφώνων εκδηλώνεται, όπως στις Φιλιππίνες, είτε στην πολύ μικρότερη των δικών μας καταιγίδων.
Ο,τι αποκαλούμε εκδίκηση είναι δικό μας γέννημα, των χεριών, των μυαλών, των γαστέρων μας. Αφού και η ανευθυνότητα, όλη δική μας είναι. Και η προσκόλληση σε ένα λήξαν μοντέλο ζωής και ανάπτυξης. Αλλά και η αδιαφορία τόσο για τον χρονικό ορίζοντα (για το τι ενδέχεται να προκύψει αύριο-μεθαύριο λόγω των πράξεών μας) όσο και για τον γεωγραφικό (τι συμβαίνει λίγο πιο έξω από τον «ζωτικό χώρο» του καθενός). Πορευόμενοι δίχως αυτή τη χωροχρονική διάσταση κατά νουν, εξακολουθούμε να δίνουμε την προτεραιότητα στο μπάζωμα, στην καταπάτηση, στο τσιμέντωμα, στον τουριστικό επεκτατισμό, στο αυθαίρετο, βέβαιοι ότι θα το νομιμοποιήσει η πολιτεία, απαντώντας έτσι στο επίσης στερεότυπο ερώτημα «πού είναι το κράτος». Και θα το νομιμοποιήσει για λόγους εισπρακτικούς – είτε το χρήμα αφορούν οι ορέξεις της είτε ψήφους. Ετσι, το αύριο θα μας βρει εκεί όπου ήδη βρισκόμαστε: στη μοιρολατρική παρακολούθηση της ίδιας μας της καταστροφής.

«Νοεμβριανά» 1916: Ο συμμαχικός στόλος αποβιβάζεται στο Φάληρο (25 Νοε 2013 | tvxsteam tvxs.gr)

...............................................................

«Νοεμβριανά» 1916: Ο συμμαχικός στόλος αποβιβάζεται στο Φάληρο

tvxs.gr/node/48470
 
 
Πριν από 94 χρόνια, το Νοέμβριο του 1916 η Ελλάδα βρίσκεται διχασμένη ανάμεσα στο κράτος των Αθηνών με επικεφαλής το βασιλιά Κωνσταντίνο και το κράτος της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη με επικεφαλής τον Ελ. Βενιζέλο. Αφορμή αποτέλεσε η στάση ουδετερότητας της χώρας κατά τον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία οδήγησε σε στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και Αγγλογαλλικών δυνάμεων.
Στις 18 Νοεμβρίου, λαμβάνει χώρα η απόβαση των συμμαχικών αγημάτων στο Φάληρο και ακολουθούν συγκρούσεις με τον ελληνικό στρατό. Ο Βενιζέλος ακολουθούσε πολιτική συμπαράταξης με τους συμμάχους εναντίον των Κεντρικών Δυνάμεων, ενώ ο βασιλιάς Κωνσταντίνος πολιτική ουδετερότητας που ευνοούσε τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία.
Οι δυνάμεις της Αντάντ, που ήταν στο πλευρό του Βενιζέλο, στις 3 Νοεμβρίου αξιώνουν την παράδοση τεράστιων ποσοτήτων πολεμικού υλικού από την κυβέρνηση των Αθηνών. Παρά την αρχική συμφωνία, μετά από τέσσερις μέρες το αίτημά τους απορρίπτεται, όταν στρατιωτικοί παράγοντες με την υποστήριξη 20.000 επίστρατων πείθουν τον Κωνσταντίνο να την παραβιάσει με το επιχείρημα, ότι η κοινή γνώμη έβλεπε αυτή την απαίτηση ως επέμβαση στα εσωτερικά της χώρας. Η απάντηση δεν άργησε να έρθει.
Ο συμμαχικός στόλος με επικεφαλής τον ναύαρχο Φουρνιέ αποβιβάζεται στις 18 Νοεμβρίου στο Φάληρο. Περίπου 3.000 Γάλλοι και Βρετανοί κατευθύνονται στην Αθήνα όπου βρίσκεται μεγάλος αριθμός επίστρατων ενόπλων. Ακολουθούν συγκρούσεις σύμμαχων με τον ελληνικό στρατό ενώ η πόλη δέχεται τα μαζικά πυρά του συμμαχικού στόλου. Το ίδιο βράδυ, ο Κωνσταντίνος έρχεται σε συμφωνία με τους πρεσβευτές της Αντάντ και ο βομβαρδισμός σταματά.
Ο απολογισμός εκείνης της βραδιάς ήταν δεκάδες νεκροί και τραυματίες που προέρχονταν και από τις δύο πλευρές. Τις επόμενες μέρες οι συμμαχικές δυνάμεις αποσύρονται ενώ οι «βενιζελικοί» δέχονται επιθέσεις από τους υποστηρικτές του βασιλιά. Ακολουθούν λεηλασίες σε καταστήματα, σπίτια και καταστροφές σε εγκαταστάσεις εφημερίδων. Χαρακτηριστική η δήλωση του πρωθυπουργού Σπυρίδωνα Λάμπρου «τακτοποιούμε τα του οίκου μας».
Στις 25 Νοεμβρίου, η προσωρινή κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης («Τριανδρία») κηρύσσει με ειδικό διάγγελμα έκπτωτο το βασιλιά Κωνσταντίνο. Παράλληλα, ως απάντηση στα γεγονότα τις 18ης Νοεμβρίου οι δυνάμεις της Αντάντ επιβάλλουν γενικό αποκλεισμό που παραλύει την αγορά.

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

"Γιατί να πληρώνω φόρους" από τον Θανάση Τρομπούκη (www.protagon.gr, 26/11/2013)

...........................................................

Γιατί να πληρώνω φόρους


 Θανάσης Τρομπούκης

από τον Θανάση Τρομπούκη(www.protagon.gr, 26/11/2013)


Photo: t.o.o.o.b.i/Flickr
Photo: t.o.o.o.b.i/Flickr
 
 
«Να τα έργα σας που πληρώνουμε φόρους (...) για μιάμιση ώρα βροχή έγινε αυτό» φώναζε ένας αγανακτισμένος κάτοικος της Ρόδου, την ώρα που τα σωστικά συνεργεία ανέσυραν τη σωρό του 63χρονου Γιάννη Μπαϊράμη. «Εγώ πληρώνω σαν τον μαλάκα φόρους...» συνέχισε. Και πράγματι, τα γεγονότα της Ρόδου είναι ενδεικτικά ενός ακόμα ελληνικού παράδοξου.
Ζούμε σε μία χώρα που η πολιτική ηγεσία προσπαθεί να αντιμετωπίσει τη φοροδιαφυγή όχι βελτιώνοντας την ανταποδοτικότητα των υπηρεσιών που αναλογούν στους φόρους που πληρώνουμε, αλλά αντίθετα κόβοντας κάθε παροχή υπηρεσίας προς τους πολίτες.

Γιατί να πληρώνουμε φόρους; Τα καλοκαίρια τρέμουμε για τις πυρκαγιές και τους χειμώνες για τις πλημμύρες. Βρέχει καταρρακτωδώς για 1,5 ώρα και τρεις άνθρωποι πνίγονται. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι τρύπες και μπαλώματα (οι οδηγοί μηχανών ρισκάρουν τη ζωή τους καθημερινά). Τα ελληνικά νοσοκομεία προσβάλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δημόσια τηλεόραση δεν υπάρχει. Τα πανεπιστήμια είναι κλειστά. Αλλά και όταν είναι ανοιχτά η ποιότητα εκπαίδευσης εξαρτάται κυρίως από τον καθηγητή που θα σου λάχει και όχι από το πρόγραμμα σπουδών. Εάν έχεις μία δικαστική υπόθεση, θα πρέπει να περιμένεις καμιά δεκαετία μέχρι να τελεσιδικήσει. Η αστυνομία λειτουργεί ως «μπαμπούλας» και όχι ως προστάτης των ελευθεριών. Οι δημόσιοι υπάλληλοι απεργούν (δικαίως) για τους μισθούς. Όμως, δεν θυμάμαι να έχουν απεργήσει ποτέ για τη γραφειοκρατία που αναγκάζονται να υπηρετούν.

Την ίδια ημέρα που τα σωστικά συνεργεία ανέσυραν τη σωρό του 63χρονου και ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη οι έρευνες για έναν ακόμα 50χρονο, ο γενικός γραμματέας δημοσίων εσόδων ανακοίνωνε ότι όσοι έχουν οφειλές στην εφορία, θα πρέπει να την τακτοποιήσουν εντός 15 ημερών, διαφορετικά θα βρεθούν αντιμέτωποι με κατασχέσεις. Μην ανησυχείτε. Πριν μας πάρει ο διάολος μπορεί να μας πάρει το ποτάμι.

"Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Αναγνωστάκης..." & [Το καράβι που το λένε «ΑΓΩΝΙΑ 013»] Του Παντελή Μπουκάλα ("Καθημερινή", 17 και 24/11/2013)

..............................................................
 
Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Αναγνωστάκης...

Του Παντελή Μπουκάλα


Με τη μνήμη και τη σκέψη του κομμένη στα δύο, μισό Μικρασία - μισό Ελλάδα, και με τον νόστο στη γενέτειρα αδύνατο, λογικό ήταν να προσεγγίσει ο Γιώργος Σεφέρης τον ανθρώπινο βίο, ατομικό και συλλογικό, σαν περιπέτεια σε πέλαγος τρικυμισμένο και αφιλόξενο. Κανείς θεός δεν εγγυάται εκεί τη σωτηρία (έχει προλάβει άλλωστε να πει: «Πεθαίνουμε! Πεθαίνουν οι θεοί μας!...»). Και ο «αποθρώσκων καπνός» ίσως είναι από φωτιές πολέμου και καταστροφής, και όχι παρήγορο σημάδι από την εστία κάποιας γαλήνιας Ιθάκης. Φυσική ήταν επίσης η επιλογή του να ονομάσει Στράτη Θαλασσινό ένα από τα κύρια προσωπεία του και να δώσει τον τίτλο «Ημερολόγιο καταστρώματος» σε τρεις συλλογές του.
Λίγοι σκόρπιοι στίχοι του, σαν ψηφίδες μιας θαλασσογραφίας που τη βλέπω να μην επιδέχεται άλλα χρώματα από το μαύρο και το κόκκινο: «Περάσαμε κάβους πολλούς πολλά νησιά τη θάλασσα που φέρνει την άλλη θάλασσα». «Κι είναι η ζωή ψυχρή ψαρίσια. / - Ετσι ζεις; - Ναι! Τι θες να κάνω; / τόσοι και τόσοι είναι πνιμένοι / κάτω στης θάλασσας τον πάτο». «Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας / πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών». «Η θάλασσα που μας πίκρανε είναι βαθιά κι ανεξερεύνητη [...] Ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά». «Η θάλασσα· πώς έγινε έτσι η θάλασσα; [...] Μα μπορεί να κακοφορμίσει η θάλασσα;»
Συνεχίζω την αντιγραφή με το «Σπίτι κοντά στη θάλασσα», που κι αυτό ακόμα, ταραχή προκαλεί και στενοχώρια: «Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Ετυχε / να ’ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί». Ωσπου, στο ποίημα «Μνήμη Α΄» του «Ημερολογίου καταστρώματος, Γ΄» (1955), η επιγραφή «και η θάλασσα ουκ έστιν έτι», δάνειο από την «Αποκάλυψη» του Ιωάννη, υπαγορεύει τα εξής: «Ψιθύρισα· “Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί, / ο ουρανός είναι λίγος, θάλασσα πια δεν υπάρχει, / ό,τι σκοτώνουν τη μέρα τ’ αδειάζουν με κάρα πίσω απ’ τη ράχη”». Και στο τελευταίο κείμενο των «Ποιημάτων» στον τόμο του «Ικαρου»: «Τώρα, / με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα / το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου, / η γύμνια ολόκληρης της ζωής [...] φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη / και να τη σπείρουν. / Ο,τι πέρασε πέρασε σωστά». Η στωική κατάληξη θεμελιώνεται στη (σολωμικού ήθους) συμφιλίωση με τη γύμνια της ζωής.
Για τον Σεφέρη το πέλαγος, το Αιγαίο, δεν είναι ένας αθώος εξωιστορικός τόπος ευδίας και ευδαιμονίας, περίπου ελυτικός (λέω περίπου, γιατί το έργο του Ελύτη ήταν πολύ ουσιωδέστερο από την ακύμαντη γαλάζια ζωγραφιά με την οποία το ταύτισαν οι τουρίστες της ποίησης). Οπως δεν ήταν τόπος ανέφελος για τον Γιάννη Ρίτσο. Με πίκρα περισσότερο παρά με ειρωνική πρόθεση, στο ποίημα «Α. Β. Γ.» της συλλογής «Πέτρινος χρόνος» τού 1949 (γράφτηκε στη Μακρόνησο και πρωτοεκδόθηκε στο Βουκουρέστι το 1957) ο εξόριστος Ρίτσος επαναλαμβάνει τρεις φορές (ελαφρότατα παραλλαγμένη) την πρόταση «Α, ναι, μιλούσαμε κάποτε για μια ποίηση αιγαιοπελαγίτικη». Την τρίτη φορά μάλιστα οξύνει το σχόλιό του προσθέτοντας το «ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ - ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ – ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ». Με την επιλογή των κεφαλαίων είναι σαν να χαράζει επιτύμβιο πάνω σε μια πέτρα του ξερονησιού-νέου Παρθενώνα. Σε αυτόν τον ενδολογοτεχνικό διάλογο (ή αγώνα λόγου) είχε προηγηθεί ο Μανόλης Αναγνωστάκης, με το «Καινούργιο τραγούδι» των «Εποχών» (1945): «Φτάνει πια η γαλάζια αιθρία του Αιγαίου με τα ποιήματα που ταξιδεύουν σ’ ασήμαντα νησιά για να ξυπνήσουν την ευαισθησία μας». Λέξεις-πρόκες...
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο ποιητής με τη μικρασιατική καταγωγή δεν διάλεξε από τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου μόνο το «έστιν θάλασσα - τίς δε νιν κατασβέσει;», που το απέδωσε με τη φράση «Τη θάλασσα τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει;» στο «Μυθιστόρημα». Επιπλέον, αναψηλάφησε και ενσωμάτωσε στο ποίημά του «Με τον τρόπο τού Γ.Σ.» (1936) και τη βαριά εικόνα της επιστροφής των Αργείων από την Τροία, οι οποίοι, πληρώνοντας τα κρίματά τους, έπεσαν σε ανελέητη φουρτούνα. Για να γεμίσει έτσι νεκρά κορμιά το πέλαγος. Θυμίζω τους τελευταίους στίχους του ποιήματος (ένας από τους οποίους συναγωνίζεται σε δημοτικότητα τους γνωμικούς καβαφικούς στίχους):
«Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει / κι αν “ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς” / είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι / εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν / την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ. / Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά / σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης / καμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που βασιλεύει / ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ’ άσπρα και στα χρυσά. // Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει· / παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες... Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ 937».
Να πω πρώτα πόσο ωφελείται όποιος αγαπάει την ποίηση όταν (αντι)γράφει στίχους στη γραφομηχανή ή στον υπολογιστή. Στις δύο αισθήσεις, την όραση και την ακοή, που τον υπηρετούν όταν διαβάζει ένα ποίημα, προστίθεται μια τρίτη, η αφή: Οσο τα δάχτυλα αναζητούν ψηλαφητά το σωστό πλήκτρο, οι στίχοι, πέρα από τον ήχο και την εικόνα που ήδη διαθέτουν, αποκτούν και ύλη πια· είναι απτοί. Να θυμίσω έπειτα ότι το πασίγνωστο απόφθεγμα «η Ελλάδα με πληγώνει» στάθηκε αφορμή για να αναπτυχθεί ένας επιπλέον ενδοποιητικός διάλογος (έστω με τη μορφή μιας ανοιχτής, δημόσιας επιστολής, για την οποία δεν μάθαμε και δεν θα μάθουμε ποτέ τι ένιωσε ο κατεξοχήν παραλήπτης, ανώνυμος πλην ευδιάκριτος). Ο Αναγνωστάκης και πάλι, στο ποίημα «Θεσσαλονίκη, μέρες του 1969 μ.Χ.» της συλλογής «Ο στόχος», το μεγαλύτερο μέρος της οποίας δημοσιεύτηκε στην ομαδική αντιστασιακή έκδοση «Δεκαοχτώ Κείμενα» (1970): «Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής / Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές / Η Ελλάς των Ελλήνων». Ενα χρόνο πριν ο Ποιητής, ο Σεφέρης, είχε γράψει το εξής δίστιχο, με τίτλο «Από βλακεία»: «Ελλάς· πυρ! Ελλήνων· πυρ! Χριστιανών· πυρ! / Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;» Ο Αναγνωστάκης όμως δεν θα μπορούσε να το γνωρίζει, αφού το αντιχουντικό δίστιχο πρωτοδημοσιεύτηκε από τον Γ. Π. Σαββίδη, στο «Βήμα», μόλις στις 28.9.1974.
Θα συνεχίσουμε την επόμενη Κυριακή, πιάνοντας την αλληγορική εξεικόνιση μιας χώρας ως κλυδωνιζόμενου σκάφους στην πρωταρχή της: από τον μελικό Αλκαίο τον Μυτιληναίο.



Το καράβι που το λένε «ΑΓΩΝΙΑ 013»

Του Παντελή Μπουκάλα


Για τον κριτικό διάλογο που αναπτύσσεται κάποιες στιγμές ανάμεσα σε ποιητές έγραφα εδώ την περασμένη Κυριακή. Με αφορμή και την αντίδραση του Μανόλη Αναγνωστάκη στον πασίγνωστο στίχο του Γιώργου Σεφέρη «Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει»· με αυτόν αρχίζει το ποίημά του «Με τον τρόπο τού Γ.Σ.» (1936), καθώς και η τελευταία παράγραφός του, που απολήγει στο επίσης γνωστό: «Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ 937». Μάλλον λιγότερο γνωστό είναι το γεγονός ότι ο Σεφέρης το 1969 απέδωσε από τα αμερικανικά, «ελλείψει άλλης χειρός» όπως σημειώνει, το ποίημα «Θα φύγω απ’ το καράβι μου» του Αμερικανού γερουσιαστή Ευγένιου ΜακΚάρθυ, που απευθύνεται στον Ελληνα ποιητή και όπου ως μότο χρησιμοποιούνται οι στίχοι «Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει... Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ 1937». Ενα απόσπασμα: «Ξενιτεμένος / έξω από τη γλώσσα σου, μεταφρασμένος / απ’ το καράβι “Αγωνία 1937” / ανέβηκες βίαια στο καράβι μας, / με μια κραυγή για την Ελλάδα, Γιώργο Σεφέρη. // Με της Ελλάδας τις πληγές /μάς πλήγωσες. / Μας πλήγωσες· με το βαθύ βογκητό / γυναικών που ολόλυζαν μέσα στους αιώνες» (βλ. το «Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄» του Σεφέρη, «Ικαρος»).
Τον μελαγχολικό και ταυτόχρονα πικρόχολο σεφερικό στίχο για την τραυματική Ελλάδα τον χρησιμοποιούν πολλοί, είτε γνωρίζουν το πλαίσιό του είτε όχι. Και τον υιοθετούν και κάμποσοι όχι για να κρίνουν τίμια και τον εαυτό τους, σαν συνδιαμορφωτή της μοίρας του τόπου, αλλά μόνο και μόνο για να δικαιολογήσουν το ανάθεμα που εξαπολύει ο σνομπισμός τους κατά της ίδιας της πατρίδας τους, ανάξιας υποτίθεται ακόμα και να φέρει το όνομα Ελλάς.
Μάλλον δεν θα τον ευχαριστούσε τον Σεφέρη να βλέπει και ν’ ακούει το στίχο του σε χείλη και κείμενα ανθρώπων (πολιτικών, ιερωμένων, δημοσιογράφων, ακαδημαϊκών, καλλιτεχνών, οικονομικών παραγόντων και «παραγόντων» εν γένει), που πλήγωσαν την Ελλάδα με τις πράξεις ή το λόγο τους και κανένα δικαίωμα δεν έχουν να βγάζουν απ’ έξω την ουρά τους, με τη σοβαρότατη ευθύνη τους φορτωμένη πάνω της, αντέχει δεν αντέχει το βάρος της. Σίγουρα δεν θα τον ενθουσίαζε το γεγονός ότι η φράση του κατάντησε άλλοθι για απράγμονες και για αχρείους. Με τον ίδιο τρόπο που δεν θα ενθουσίαζε τον Διονύσιο Σολωμό η χρήση του Υμνου του ως εμβατηρίου κατά τη διάρκεια επιθέσεων εναντίον αδύναμων ανθρώπων και με στόχο τη στέρηση της δικής τους ελευθερίας. Και όπως δεν θα ενθουσιαζόταν ο Κ.Π. Καβάφης αν διαπίστωνε ότι το «Υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός - / ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν» χρησιμοποιείται και από πατενταρισμένους ρατσιστές και νεοναζιστές.
Μας πληγώνει η Ελλάδα. Αλλά, αν το σκεφτούμε τίμια, στην ουσία μάς πληρώνει με το ίδιο νόμισμα. Μας αντιγυρίζει, ας μην το λησμονούμε, τις πληγές που προκαλούμε στο σώμα της, προσβάλλοντας την ιστορία και την κληρονομιά της, λεηλατώντας τη φύση της, απομυζώντας τους πόρους της, αδιαφορώντας εγωπαθώς για το πώς θα βρει ένα δρόμο που να ικανοποιεί τις ανάγκες των πολλών και όχι την απληστία των ολίγιστων (και με τις δύο έννοιές της η τελευταία λέξη, την αριθμητική και την ηθικοπνευματική). Να μη λησμονούμε επίσης ότι όσο μας πληγώνει, άλλο τόσο, όπου και να πάμε, στα βουνά ή στις θάλασσές της, στα χωριά ή στις πόλεις της, σε άτομα ή σε κοινότητες ανθρώπων, μας αποζημιώνει, έστω πληγωμένη· μας ευχαριστεί· μας δωρίζει την ομορφιά της, που ακόμη δεν χάθηκε όλη. Και μας διδάσκει την αντοχή της. Αντοχή αξιοθαύμαστη μέσα σε τόσες φουρτούνες, με καπετάνιους ατζαμήδες και με πλήρωμα (όλους εμάς) πότε βαριεστημένο ή λουφαδόρικο και πότε, όπως τώρα, εξουθενωμένο και απελπισμένο.
Νά το λοιπόν το σεφερικό σκάφος «ΑΓ ΩΝΙΑ 937» ως αλληγορική απεικόνιση της Ελλάδας. Που μετασχηματίστηκε (ή μετονομάστηκε) σε «ΑΓ ΩΝΙΑ 940», «ΑΓ ΩΝΙΑ 946», «ΑΓΩΝΙΑ 967», και τώρα σε «ΑΓ ΩΝΙΑ 013». Το σχήμα, χώρα ίσον καράβι, στα όρια του προφανούς ή του αυτονόητου θα έλεγε κανείς, είναι πανάρχαιο. Το χρησιμοποίησε, τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. - αρχές του 6ου, ο κορυφαίος λυρικός Αλκαίος, σε ένα από τα «στασιωτικά» ποιήματά του, ευθέως πολιτικά, που τα τραγουδούσαν στα συμπόσιά τους οι ομοϊδεάτες του. Ακολουθώντας και το πρότυπο των μεγαλύτερων αδελφών του, που μαζί με τον σοφό Πιττακό είχαν πρωταγωνιστήσει στην ανατροπή του τύραννου Μέλαγχρου, ο Αλκαίος ενεπλάκη στην οξύτατη κομματική και ταξική έριδα των Μυτιληναίων, για να συγκαταλεχθεί έτσι στους μάλλον λίγους ποιητές με έντονη πολιτική δράση. Παραθέτω το ποίημα:
«Ασυννέτημι των ανέμων στάσιν· / το μεν γαρ ένθεν κύμα κυλίνδεται, / το δ’ ένθεν· άμμες δ’ ον το μέσσον / νάι φορήμεθα σην μελαίνα // χείμωνι μόχθεντες μεγάλω μάλα· / περ μεν γαρ άντλος ιστοπέδαν έχει, / λαίφος δε παν ζάδηλον ήδη / και λάκιδες μέγαλαι κατ’ αύτο, // χόλαισι δ’ άγκονναι». Και στη μετάφραση του Γιάννη Δάλλα, από το βιβλίο του «Αρχαίοι λυρικοί - Β΄: Η αιολική και η ιωνική μονωδία» («Αγρα», 2004): «Τα ’χω χαμένα με τη λύσσα των ανέμων / σωστή ανταρσία, κύμα από δω κυλιέται, / κύμα από κει, / κι εμείς στη μέση / του μαύρου καραβιού πάμε κι ερχόμαστε, // σε τρικυμία μεγάλη παραδέρνοντας· / ώς τους αρμούς των καταρτιών η πλημμύρα, / κουρελιασμένα τα πανιά, / κι απάνω τους οι σχισματιές θεόρατες, λασκάρανε // και τα σκοινιά».
Για το καράβι της πατρίδας του μιλάει και νοιάζεται ο Αλκαίος. Για τη Θήβα σαν καράβι και για τον κυβερνήτη της, που πρέπει να μιλάει με φρόνηση τις κρίσιμες στιγμές, όσο κρατάει το τιμόνι γερά, δίχως ποτέ να κλείνει τα βλέφαρά του ο ύπνος, νοιάζεται ο Ετεοκλής στο ξεκίνημα των «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου: «Κάδμου πολίται, χρη λέγειν τα καίρια / όστις φυλάσσει πράγος εν πρύμνη πόλεως / οίακα νωμών, / βλέφαρα μη κοιμών ύπνω». Και στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή έρχεται η σειρά του Κρέοντα να παρομοιάσει τη Θήβα με πλοίο που οι θεοί το συντάραξαν με φουρτούνα μεγάλη μα ύστερα το ξανάφεραν σε θέση ασφαλή: «Ανδρες, τα μεν δη πόλεος ασφαλώς θεοί / πολλώ σάλω σείσαντες ώρθωσαν πάλιν».
Ακούμε και τους δικούς μας ηγέτες να μιλούν συχνά για την προστασία που παρέχουν στην κλυδωνιζόμενη χώρα μας τα ουράνια. Μακάρι. Αλλά, δυστυχώς, το «συν Αθηνά και χείρα κίνει» δεν ειπώθηκε δίχως λόγο. Ούτε και το νεότερο ηπειρώτικο «Αϊ-Νικόλα, βόηθα! – Κούνα κι εσύ το χέρι σου», ή «Αγιε Νικόλα, βόηθα με! – Σείσε και συ το πόδι σου» στην αιγαιοπελαγίτικη παραλλαγή του.

"Ο Θάνατος του Εμποράκου (της Τέχνης)" του Πλάμεν Τόντσεφ ("www.protagon.gr, 25/11/2013)

................................................................

Ο Θάνατος του Εμποράκου (της Τέχνης)

 του Πλάμεν Τόντσεφ ("www.protagon.gr, 25/11/2013)



Ονόματα δεν λέμε και υπολήψεις δεν θίγουμε – άλλωστε, το ζητούμενο δεν είναι να προσωποποιήσουμε αυτό που είναι μια γενικότερη τάση. Αλλά όλοι έχουμε υπόψη μας πολλούς γνωστούς καλλιτέχνες, κυρίως τραγουδιστές και ηθοποιούς, που σήμερα παραληρούν για την εθνική ανεξαρτησία και έχουν γίνει διαπρύσιοι κήρυκες ενός ανένδοτου αντιμνημονιακού αγώνα. Μερικοί έχουν μετατραπεί σε σύγχρονους Δημοσθένηδες που εκφωνούν πύρινους φιλιππικούς κατά των κατακτητών της υποδουλωμένης πατρίδος, πάντα από τις αντιμνημονιακές επάλξεις. Αρκετοί απ' αυτούς έχουν πολιτευτεί ή κάνουν δημόσιες τοποθετήσεις σαν να έχουν πολιτευτεί. Ορισμένοι δε δεν κρύβουν καν την προτίμησή τους για τη Χρυσή Αυγή. Αλήθεια, όμως, πόσο αγαθά και γνήσια πατριωτικά είναι τα κίνητρά τους; Νομίζω ότι μια πιθανή εξήγηση βρίσκεται στο παρελθόν.
Τη δεκαετία '80, όταν άρχισε ο κύκλος της αμαρτωλής τριακονταετίας, στη μουσική συνυπήρχαν το κράμα της μεταπολιτευτικής αγωνιστικής μέθης και του «έντεχνου», υποτίθεται, κουλτουριάρικου λυρισμού. Η ποιοτική στάθμη ήταν ήδη αρκετά χαμηλή, αλλά η μεγάλη εξέλιξη εκείνης της περιόδου ήταν η έκρηξη του σκυλάδικου που επισκίασε ό,τι αξιόλογο είχε απομείνει στα ακούσματα των Ελλήνων. Τη δεκαετία '90, με την εμφάνιση της ιδιωτικής τηλεόρασης, ξεφύτρωσαν σαν τα μανιτάρια οι σειρές που αποσκοπούσαν στα χαχανητά των τηλεθεατών (άλλον ορισμό δεν βρίσκω), προϊόντα μιας μικροαστικής υποκουλτούρας που ταύτισε την ψυχαγωγία με την τέχνη. Το ποιοτικό τραγούδι, το θέατρο αξιώσεων και ο σοβαρός κινηματογράφος είχαν χάσει τη μάχη οριστικά.
Την εποχή της επίπλαστης ευμάρειας των τελευταίων τριών δεκαετιών πολλοί από τους γνωστούς «καλλιτέχνες» μεσουρανούσαν σε θέατρα και νυχτερινά κέντρα και πρωταγωνιστούσαν στο στερέωμα του lifestyle. Στον ιδιωτικό τους βίο απέκτησαν ακίνητη περιουσία πολύ πάνω απ’ ό,τι επέτρεπε το βαλάντιο του μέσου Έλληνα. Πολλοί καλλιτέχνες άνοιξαν φαντεζί καφετέριες, gourmet εστιατόρια κι άλλες επιχειρήσεις με το περίσσευμα των αξιοζήλευτων απολαβών τους. Έλα, όμως, που ήρθε το επάρατο Μνημόνιο και σήμερα τα θέατρα, τα κέντρα, τα εστιατόρια και οι καφετέριες δεν πάνε καλά, αν υπάρχουν ακόμα. Η δε ακίνητη περιουσία, ιδιαίτερα η μεγάλη, σφυροκοπείται με τους φόρους που επισύρει το αναπόφευκτο δημοσιονομικό συμμάζεμα. Το βιοτικό επίπεδο των γνωστών καλλιτεχνών έχει συρρικνωθεί αισθητά, όπως άλλωστε όλων των Ελλήνων πολιτών. Αλλά οι βεντέτες της πίστας και του παλκοσένικου έπεσαν από ψηλά και πόνεσαν. Είναι να μη γίνεις αντιμνημονιακός, λοιπόν; Απολύτως κατανοητό.
Υπάρχει κι ένας δεύτερος λόγος για την πίκρα τους – υπαρξιακός, θα έλεγα. Εκεί που για αρκετά χρόνια γνώριζαν τη λατρεία του κοινού τους, σήμερα έχουν χάσει το status του ημίθεου και δεν είναι παρά κοινοί θνητοί Έλληνες πολίτες. Δεν μπορούν ακόμα να συμφιλιωθούν με τον ξεπεσμό τους, σχεδόν από τη μία μέρα στην άλλη – εξ ου και οι ακραίες αντιδράσεις τους σε πολλές περιπτώσεις. Και ακόμα χειρότερα: έχουν το ίδιο αίσθημα ανασφάλειας που διακατέχει όλους τους κοινούς θνητούς Έλληνες πολίτες. Με τη διαφορά ότι ορισμένοι Έλληνες, κυρίως οι νεότεροι, έχουν ακόμα τη δυνατότητα να αναζητήσουν μια καλύτερη μοίρα στο εξωτερικό. Η πλειοψηφία των γνωστών Ελλήνων καλλιτεχνών δεν θα είχε καμία τύχη στο εξωτερικό. Όχι λόγω της ελληνικής γλώσσας – ας είναι καλά η ελληνική ομογένεια. Αλλά γιατί η «τέχνη» που τόσα χρόνια πουλούσαν είχε συγκεκριμένα στάνταρ και απευθυνόταν σε μια «αγορά» με πολύ χαμηλές απαιτήσεις. Και μαζί με την εξαφάνιση αυτής της αγοράς, φυσικό επακόλουθο είναι και ο θάνατος του εμποράκου.

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

[Ποιος θα ψηφίσει το «αλληλέγγυον»;] Του Χρήστου Γιανναρά ("Καθημερινή", 24/11/2013)

...............................................................

Ποιος θα ψηφίσει το «αλληλέγγυον»;

Του Χρήστου Γιανναρά


Η άσκηση της πολιτικής στη λεγόμενη «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» χαρακτηρίζεται συχνά «παιχνίδι» – μιλάμε για κανόνες του «πολιτικού παιχνιδιού», για συντελεστές, για καλούς και κακούς «παίκτες». Xρησιμοποιούμε τη λέξη «παιχνίδι» όχι οπωσδήποτε υποτιμητικά, οπωσδήποτε όμως για να δηλώσουμε ότι στον τρόπο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι δεδομένη η λογική της αντιπαλότητας. Oπως στο σκάκι ή στο μπριτζ. Διαχειρίζεται την εξουσία το κόμμα που πλειοψήφησε στις εκλογές, αλλά στο Kοινοβούλιο υπάρχουν αντίπαλοι (ένας ή περισσότεροι) που ελέγχουν τη διαχείριση και ετοιμάζονται να τη διεκδικήσουν στο μέλλον. Tο «παιχνίδι» έγκειται στο να διαβλέπεις τις πιθανές κινήσεις του αντιπάλου, το «χαρτί» ή το πιόνι που θα χρησιμοποιήσει, να τον αποκλείεις μεθοδικά από δυνατότητες να σε βλάψει, να τον παγιδεύεις σε αναγκαστικές επιλογές που ευνοούν εσένα και μειώνουν τη δική του επιθετική ευχέρεια.
Eπομένως, η έκφραση «πολιτικό παιχνίδι» δεν είναι αδικαιολόγητη στον κοινοβουλευτισμό. H θετική ή αρνητική σημασία της κρίνεται από το αν το παιχνίδι έχει ή όχι την προτεραιότητα στην άσκηση του κυβερνητικού ή του αντιπολιτευτικού έργου: Aν η άσκηση της πολιτικής είναι πρωτίστως διακονία των αναγκών της κοινωνίας ή πρωτίστως το «χόμπυ», το βίτσιο, η ναρκισσιστική ηδονή των ανθρώπων που το κοινωνικό σώμα τους εμπιστεύτηκε να διαχειριστούν τις ανάγκες του. Για να υπηρετηθούν οι κοινωνικές ανάγκες, προϋποτίθενται σαφείς επιδιωκόμενοι στόχοι και επιτελικός σχεδιασμός της επιδίωξής τους. Στον σχεδιασμό αυτόν δεν μπορεί να θεωρηθεί «απιστία περί το επάγγελμα» η παρείσφρηση, κάποτε, της λογικής του παιγνίου. Aλλά είναι έγκλημα κοινωνικό, που θα έπρεπε να διώκεται αυτεπαγγέλτως, η υποταγή των πολιτικών ενεργημάτων αποκλειστικά και μόνο στους όρους αντιπαλότητας ή στη φανατισμένη επιδίωξη να κερδηθεί η παρτίδα.
Στο τρισαθλιωμένο κρατίδιό μας των Eλληνωνύμων, σήμερα, κάποιοι πολιτικοί αρχηγοί δείχνουν να πιστεύουν ότι εξωραΐζουν τη διανοητική τους ανεπάρκεια, την πολιτική τους ανικανότητα και την αβυσσαλέα απαιδευσία τους, αν συμπεριφέρονται με τον αέρα και τη μαγκιά του «παίκτη» όχι με τη σοβαρότητα και σεμνότητα του υπηρέτη των κοινωνικών αναγκών. Eμφανίζονται στη Bουλή ετοιμασμένοι να σνομπάρουν τον κομματικό τους αντίπαλο, να τον ειρωνευτούν, να τον ταπεινώσουν και εξευτελίσουν, να τον απαξιώσουν «αφ’ υψηλού». Kαι το επιχειρούν με το ξιπασμένο ύφος ότι διαπρέπουν σε «παιχνίδι» υψηλών απαιτήσεων, ότι είναι κορυφαίοι στο είδος. Bέβαια, όταν μετά σχολιάζουν με τους κολλητούς τους τις καταπληκτικές «ατάκες» που πέτυχαν, το λεξιλόγιό τους δεν παραπέμπει στο σκάκι ή στο μπριτζ, αλλά στο ποδόσφαιρο ή στις σεξουαλικές επιβάσεις.
Oι «μονομαχίες» κομματικών αρχηγών στη Bουλή συνήθως προαναγγέλλονται. Oχι επειδή είναι προβλεπόμενη η πολιτική τους γονιμότητα, αλλά επειδή είναι σίγουρο το ψυχαγωγικό τους ενδιαφέρον, που αυξάνει την τηλεθέαση. Kαι οι μονομαχίες αυτές πάντοτε επαληθεύουν την κοινή πιστοποίηση ότι οι διαφορές των κομμάτων είναι απολύτως και μόνο προσχηματικές, οι κομματάνθρωποι στην Eλλάδα «όλοι ίδιοι είναι». Aν διέφεραν σε κάτι, οι διαφορές τους θα ήταν στους κοινωνικούς στόχους της πολιτικής, στις στρατηγικές για την επίτευξη των στόχων, στην ιεράρχηση προτεραιοτήτων – όχι στην επιδεξιότητά τους ως παικτών στις κομματικές αντιμαχίες.
Tο «όλοι ίδιοι είναι» συνάγεται πρωταρχικά από την πανομοιότυπη και απαράλλαχτη στάση όλων απέναντι στους αντιπάλους τους. Mε τα λόγια του Eλύτη: «Kαι τα μεν και τα δε είναι όλα καλά, εάν βρίσκονται από το μέρος μας, και όλα κακά, εάν βρίσκονται από το άλλο». Στην ίδια στάση όλων ανήκει και η αρχή ότι ποτέ πολιτικός δεν απαντάει σε ερωτήματα του αντιπάλου του. Pωτάει, π.χ. ο κ. Tσίπρας τον κ. Σαμαρά: Γιατί δεν παραδώσατε στο ΣΔOE τη «λίστα Λαγκάρντ» να ελεγχθούν ενδεχόμενα φοροδιαφυγής και παράνομης προέλευσης αυτών των φυγαδευμένων στο εξωτερικό κεφαλαίων; Γιατί παραχωρήσατε τη διαχείριση των ψηφιακών συχνοτήτων (δημόσια περιουσία) σε ιδιώτες καναλάρχες, αντί να δημοπρατηθούν οι συχνότητες και να κερδίσει το Δημόσιο σεβαστά ποσά; Γιατί κλείσατε την EPT χωρίς να έχετε έτοιμο το διάδοχο σχήμα σπαταλώντας έτσι σημαντικά κεφάλαια, την ώρα που το κράτος έχει πτωχεύσει;
O κ. Σαμαράς διαδέχεται στο βήμα της Bουλής τον κ. Tσίπρα, αγορεύει με άνεση χρόνου, απευθύνεται στον κ. Tσίπρα, αλλά δεν απαντάει στα ερωτήματά του – τα αγνοεί ωσάν να μην ετέθησαν. Aντιλαμβάνεται την πολιτική μόνο σαν παιχνίδι εντυπωσιασμού εξηλιθιωμένων «φιλάθλων», γι’ αυτό και αντεπιτίθεται με ερωτήματα και αυτός στον κ. Tσίπρα: Zητάτε να μην απολυθεί κανένας από το Δημόσιο, επαγγέλλεσθε να επαναπροσλάβετε τους απολυμένους – από πού θα βρείτε χρήματα να τους πληρώσετε; Mε ποιους θα κυβερνήσετε, αν εκλεγείτε, ποια κυβερνητική συνοχή μπορείτε να εγγυηθείτε, όταν οι «συνιστώσες» του κόμματός σας αλληλοσπαράζονται για κρετινικές αντιγνωμίες; Πώς θα λειτουργήσετε το κράτος, όταν πρώτοι εσείς είσαστε όμηροι των συνδικαλιστών σας;
O κ. Tσίπρας δευτερολογεί και, βέβαια, δεν απαντάει σε κανένα από τα ερωτήματα του κ. Σαμαρά. Δεν υπάρχουν, και για τους δύο, πραγματικά προβλήματα, δραματικά αδιέξοδα, αγωνιώδη ερωτήματα. O «διάλογός» τους γίνεται μόνο για το παιχνίδι. Kαι όχι της στρατηγικής, της ιεράρχησης προτεραιοτήτων· αποκλειστικά γιά το παιχνίδι των εντυπώσεων, για τίποτε άλλο. Γι’ αυτό και η αναμέτρηση γλιστράει ακάθεκτα σε παιδαριωδίες και μικρονοϊκές αθλιότητες: «Δεν σας κοιτάζω, για να μη βάλω τα γέλια» – «Δεν είστε για γέλια, είστε για κλάματα» – «Eχετε οίηση και αμετροέπεια» – «Oδηγείτε τη χώρα σε κοινωνικό ολοκαύτωμα».
Oσα χρόνια τώρα κρατάει η κρίση, ούτε οι «μνημονιακοί» ούτε οι «αντιμνημονιακοί» βουλευτές μίλησαν ποτέ για τα πρωταρχικά και καίρια της συμφοράς ή της ανάκαμψης: Για το «πελατειακό κράτος», τις στρατιές των αργόμισθων και κηφήνων των διορισμένων με κομματικά «σημειώματα». Για τη μεθοδική κατάλυση κάθε αξιοκρατίας, με συνέπεια τη διάλυση του κράτους. Για την εγκληματική ασυδοσία των συνδικαλιστών του Δημοσίου. Για τις ποινικές ευθύνες όσων αποφάσισαν και όσων πραγματοποίησαν τον εξωφρενικό υπερδανεισμό της χώρας. Για την ανάγκη να δημευθούν οι περιουσίες των καταχραστών δημόσιου χρήματος και όσων μισθοδοτήθηκαν με υπέρογκες αμοιβές σε θέσεις του Δημοσίου, μόνο επειδή ήταν κομματικοί.
Oύτε στη Bουλή, αλλά ούτε και στη δημοσιογραφία, ξεμυτίζουν τέτοια ερωτήματα για να συζητηθούν – δυναστεύεται η χώρα από «λερωμένες φωλιές». Σκεφθείτε επερώτηση - πρόταση στη Bουλή: Tο υπόλοιπο του χρέους που πληρώνεται με δόσεις για την αγορά πρώτης κατοικίας από χαμηλόμισθους συμπολίτες μας, να μετατεθεί για εξόφληση σε κομματικά διορισμένους στο Δημόσιο, τα τελευταία τριάντα χρόνια, με μηνιαίο μισθό πάνω από 4.000 ευρώ: Yπαλλήλους της Bουλής, του OΠAΠ, της Oλυμπιακής, εταιρειών του Δημοσίου, ΔEH, OTE, OΣE και πάει λέγοντας.
Ποιος θα ψήφιζε σήμερα το «αλληλέγγυον»;