Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Η πιο "αντιπολεμική" φωτογραφία που έχει κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο (από την αλληλογραφία μου, 31/1/2013)

........................................................


Η πιο "αντιπολεμική" φωτογραφία που έχει κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο




Η φωτογραφία κυκλοφόρησε στο facebook και είναι πραγματικά συγκλονιστική.  

Όπως πολύ σωστά επισημαίνει στο σχόλιο του εκείνος που την κυκλοφόρησε είναι “η πιο συγκλονιστική και καλλιτεχνική αντιπολεμική φωτό που έχω δει. 
Ούτε μάνες και παιδιά που κλαίνε, ούτε σακατεμένα σώματα. 
Ολα αυτά μαζί "φαίνονται" στην "Απώλεια" και την "Απουσία".
Άξιο παρατήρησης σε αυτή τη φωτογραφία είναι και το ...γεγονός ότι, 
η μεν γυναίκα έχει περήφανο και οργισμένο βλέμμα, 
το δε παιδί φοράει το καπέλο του νεκρού πατέρα του.


Αγνώστου φωτογράφου, μάλλον εποχής Α' Παγκοσμίου”. 





Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

"Ο μεγάλος ένοχος" Του Γιώργου Μαργαρίτη ("Εφημερίδα των Συντακτων", 25/1/2013)

..........................................................

Ο μεγάλος ένοχος

Του Γιώργου Μαργαρίτη*

Η αναζήτηση ποινικών ευθυνών τείνει να καταστεί βασικό στοιχείο του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα όπως και σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Θα έλεγε κανείς ότι οι πολιτικές ελίτ της γηραιάς ηπείρου διατρέχουν κάποιο είδος Καθαρτηρίου όπου δοκιμάζονται οι ηθικές αρετές τους. Τα χρηστά ήθη δείχνουν να είναι η μοναδική τους επιδίωξη και η μοναδική πηγή νομιμοποίησης των πολιτικών τους προγραμμάτων.

Προφανώς, ώς ένα σημείο, η προσήλωση αυτή στη μόνιμα αναζητούμενη και πεισματικά ανεύρετη αρετή αποτελεί ένα θαυμάσιο επικοινωνιακό κόλπο, έναν άριστο μηχανισμό παραπλάνησης. Η ενασχόληση των πολλών με την αρετή των λίγων, τους αποτρέπει από την αναζήτηση πολιτικών προθέσεων και σχεδίων. Είναι προτιμότερο να περιστρέφεται η συζήτηση γύρω από το εάν και πόσα έκλεψε ο όποιος πολιτικός ή το όποιο μέλος της οικογενείας του, αντί να έρχονται στο προσκήνιο οι στόχοι της πολιτικής του. Στόχοι κυριολεκτικά ανομολόγητοι που σταθερά οδηγούν προς τον Καιάδα ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας.

Πέρα όμως από αυτό το προφανές, η γενική ποινικοποίηση αποκαλύπτει κάτι πιο ουσιαστικό στα θεμέλια του σημερινού πολιτικού σκηνικού. Η βασική σύμβαση που το διαμορφώνει και το νομιμοποιεί στηρίζεται σε διαπίστωση και παραδοχή εγκλήματος. Του υπέρτατου μάλιστα εγκλήματος το οποίο, με τη σειρά του, τροφοδοτεί όλα τα ολόγυρα μικρότερα και επουσιώδη. Με λίγα λόγια, το σημερινό πολιτικό σκηνικό και οι πολιτικές που αυτό εξυπηρετεί δεν είναι παρά το προϊόν ενός προπατορικού αμαρτήματος. Να το πάρουμε από την αρχή.

Σε αντίθεση με ό,τι συνήθως συμβαίνει στην πολιτική ιστορία, οι «θυσίες» που σήμερα ζητούνται και επιβάλλονται στον ελληνικό και στους άλλους λαούς της Ευρώπης, δεν έχουν ιδεολογική ή προγραμματική επικάλυψη άξια λόγου. Δεν υπάρχει δηλαδή, ως άλλοθι της σκληρής ταξικής επίθεσης κάποιο όραμα, μια «Μεγάλη Ιδέα» λόγου χάρη, μια προσδοκία καλύτερων ημερών, μια υπόσχεση επανόδου σε όποιο ευτυχισμένο παρελθόν. Τίποτε από αυτά. Οι θυσίες επιβάλλονται απλά και μόνο στο όνομα «τεχνικών όρων» με δυσδιάκριτο κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο: ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα και τα παρόμοια.

Φυσικά οι όροι αυτοί δεν συγκινούν, καθώς μάλιστα δύσκολα υποκρύπτουν το πραγματικό τους νόημα. Η ανάπτυξη–ανταγωνιστικότητα ενδιαφέρει τις επιχειρήσεις και τους συνδεδεμένους με αυτές επιχειρηματίες κεφαλαιούχους. Για τους πολλούς η προσδοκία περιορίζεται στην υπόσχεση τοποθέτησης σε εργασία η οποία θα είναι από «εθελοντική» (ομολογίες κ. Δούκα) ώς πολύμορφα κακοπληρωμένη. Τι από τα παραπάνω θα μπορούσε να συγκινήσει τους εργαζομένους, τους υποαπασχολουμένους ή τους ανέργους;

Για τον λόγο αυτό η κλασική «μεγάλη υπόσχεση» που συνήθως χρησιμοποιεί η αστική τάξη στη διακυβέρνηση του κόσμου έχει εκπέσει στο σημερινό πολιτικό σκηνικό. Σε ουσιαστικά άθεες κοινωνίες ούτε το «Σουτ! Θα φας στον ουρανό!», όπως το διατύπωσε ο Βάρναλης, μετράει. Οι άνθρωποι ύστερα από αγώνες αιώνων απέκτησαν το κακό συνήθειο να τρώνε και μάλλον επιθυμούν να το διατηρήσουν και στο μέλλον αυτό. Για τον λόγο αυτό στη θέση της «Μεγάλης Υπόσχεσης» επιστρατεύθηκε η «Μεγάλη Ενοχή».

Σύμφωνα με αυτή τη θέση, για όλα όσα μας συμβαίνουν, για όλα τα δεινά που επιπίπτουν επί των κεφαλών μας φταίει το μεγάλο μας έγκλημα. Οχι μόνο στην προηγούμενη ζωή μας φάγαμε πολύ, όχι μόνο αφεθήκαμε στην κραιπάλη και στην αλόγιστη σπατάλη αλλά, επιπλέον, από τα ξένα φάγαμε, από αυτά που δεν μας ανήκουν. Κλέψαμε δηλαδή, αμαρτήσαμε, είμαστε οι ένοχοι, οι μεγάλοι και μοναδικοί ένοχοι. Και η κρίση την οποία σήμερα πληρώνουμε είναι έργο της δικής μας αμαρτίας. Ζήσαμε στα Σόδομα και στα Γόμορρα και ως εκ τούτου επιπίπτουν επί των κεφαλών μας οι κεραυνοί του –καπιταλιστικού– Υψίστου!

Στη βάση αυτού του απόλυτου εγκλήματος όλα εξηγούνται. Οι πολιτικές ελίτ μάχονται για την αρετή των δικών τους, αλλά κυρίως για την αρετή τη δική μας. Αναζητούν τον υποτιθέμενο ποινικό κολασμό των παρεκτραπέντων στην κορυφή για να πιστοποιούν τον αντίστοιχο και υλοποιούμενο καθημερινά κολασμό των πολλών στη βάση της κοινωνίας. Για τον λόγο αυτό οι «αναζητήσεις ποινικών ευθυνών» θα συνεχιστούν, ίσως βαθύνουν. Οσο συζητάμε για τους αποδιοπομπαίους τράγους στην κορυφή τόσο θα εμπεδώνουμε την αντίληψη ότι εμείς οι αποκάτω, οι πολλοί, είμαστε οι Μεγάλοι Ενοχοι.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………
*Καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας στο ΑΠΘ

Οι γονείς οργανώθηκαν Ο πρώτος αυτοδιαχειριζόμενος παιδικός σταθμός λειτουργεί στο Χαλάνδρι (DOC TV 10.01.2013)

........................................................

Οι γονείς οργανώθηκαν

Ο πρώτος αυτοδιαχειριζόμενος παιδικός σταθμός λειτουργεί στο Χαλάνδρι

DOC TV
10.01.2013


Πριν από τρία μόλις χρόνια, το Χαλάνδρι είχε 9 δημοτικούς βρεφονηπιακούς σταθμούς. Σήμερα έχουν μείνει μόλις 4, ενώ πλέον δεν υπάρχει ούτε ένας βρεφικός δημοτικός σταθμός για παιδιά μικρότερα των 2,5 ετών. Οι τιμές των ιδιωτικών κυμαίνονται από 4.500 μέχρι 5.500 ευρώ το χρόνο, ποσό απαγορευτικό για τα περισσότερα νοικοκυριά. Έτσι, οι γονείς αποφάσισαν να ξεκινήσουν το δικό τους, αυτοδιαχειριζόμενο σταθμό.
Η αφορμή δόθηκε όταν ψηφίστηκε ο νόμος για την Κοινωνική Οικονομία, το Νοέμβριο του 2011. Σύντομα οι συνεταιρισμοί έφτασαν τους 84, ενώ σήμερα ο συνεταιρισμός έχει 12 μέλη και λειτουργεί την πρώτη συνεταιριστική δομή φύλαξης βρεφών. Οι κοινωνικοί συνεταιρισμοί δεν αποσκοπούν στο κέρδος, αφού υποχρεωτικά το 35% επί του συνόλου των εσόδων μοιράζεται στους εργαζόμενους, 5% μένει στο αποθεματικό του συνεταιρισμού και το υπόλοιπο επανεπενδύεται σε νέες ή παρόμοιες δράσεις.

Ο αχρησιμοποίητος χώρος ιδιόκτητου σπιτιού μετατράπηκε σε ένα χαρούμενο βρεφικό δωμάτιο φιλοξενίας, γεμάτο χρώματα και ήλιο. Επτά οικογένειες φιλοξενούν 8 βρέφη ώς 2,5 ετών, υπό την καθοδήγηση εκπαιδευτικού - βρεφονηπιαγωγού, ενώ το κόστος κυμαίνεται στα 120-130 ευρώ. Η μονάδα διοικείται από κοινού απ’ όλους τους γονείς, ενώ το εκπαιδευτικό πρόγραμμα επιβλέπει παιδαγωγός.
Ο Συνεταιρισμός δε σταματά εκεί. Στόχος του είναι να ιδρύσουν και το πρώτο συνεταιριστικό φροντιστήριο. Δυστυχώς το νέο φορολογικό νομοσχέδιο αυξάνει τη φορολογία για τους συνεταιρισμούς στο 400%. Οι γονείς έχουν ήδη στείλει υπόμνημα στο υπουργείο Εργασίας να πάρει θέση και να εμποδίσει την υλοποίηση αυτού του προγράμματος.
Το συνεταιρίζεσθαι στην Ελλάδα έχει πολύ δρόμο να διανύσει ακόμα. Ειδικά εφόσον εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται από το κράτος ως κερδοσκοπικός οργανισμός.

"Επιτακτικά λήμματα" Tου Παντελη Μπουκαλα ("ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΉ", 30/1/2013)

........................................................


Επιτακτικά λήμματα 



Tου Παντελη Μπουκαλα

Επίταξη ή επιστράτευση; Τι επιτάσσεται και τι επιστρατεύεται; Το «επί» είναι ίδιο (το «επί» της επιθετικής εξουσίας), όμως οι δύο λέξεις που σχηματίζονται με δεύτερο συνθετικό το «τάσσω» ή το «στρατεύω» έχουν τις διαφορές τους, όχι μόνο γραμματικής τάξεως. Τις διαφορές αυτές τις είχε επικυρώσει η γραφειοκρατική χρήση των δύο λέξεων τα περασμένα χρόνια (τότε που ο κ. Σαμαράς κατανοούσε την κοινωνική ανυπακοή ως απόρροια της κρατικής αναλγησίας, ο δε κ. Βενιζέλος ζητούσε να καταργηθεί ο περί επιστρατεύσεως νόμος) και τις αναγνώριζε σχεδόν αμέσως η συλλογική ακοή. Και να μην έχεις μνήμες Κατοχής, άλλο πράγμα εννοείς ως επίταξη και άλλο ως επιστράτευση. Πολιτικό είναι το πρόβλημα, όχι γλωσσικό, αν και στον τόπο μας ο γλωσσικός πόλεμος, με τις υφέσεις και τις εξάρσεις του, δεν λέει να λήξει· κάθε εποχή παράγει τους αττικιστές της, που πρεσβεύουν πως η δημοτική γλώσσα είναι φτωχή και κολοβωμένη. Ακόμα και η κλιτική μοίρα των παλαιών τριτοκλίτων παίρνει τις πολιτικές της προεκτάσεις, η δε υπόθεση του τελικού νι (φεύγει; μένει; και πού;) θεωρείται εθνική από αρκετούς και ανάλογης κρισιμότητας με το δημογραφικό.
Παρότι κάθε εξουσία εκπονεί το δικό της λεξικό, αποδίδοντας νέες σημασίες σε παλαιά λήμματα (ξέρουμε λ.χ. με ποιο νόημα εμπλουτίστηκε η «ανθρωπιστική επιχείρηση» στο λεξικό της Νέας Τάξης), καμιά φορά αναγκάζεται να προσφύγει στα ήδη κυκλοφορούντα. Αν το κυβερνητικό επιτελείο που αποφάσισε την «επίταξη των απεργών του μετρό» είχε τον χρόνο ή την όρεξη να βυθιστεί σε λεξικογραφικές σελίδες, ώστε να διακριβώσει την έννοια της κρίσιμης λέξης, δεν το ξέρουμε, αλλά μια και είναι τόσο πολλά αυτά που δεν θα μάθουμε ποτέ, δεν πειράζει. Εκ του αποτελέσματος, πάντως, εικάζεται ότι και όσοι πήραν την απόφαση και όσοι τους πρόσφεραν τη μιντιακή υποστήριξή τους, υιοθέτησαν την ερμηνεία του λήμματος «επίταξη» από το Λεξικό Μπαμπινιώτη: «Συνταγματικά κατοχυρωμένη επιστράτευση ατόμων ή κατάληψη ιδιοκτησίας για την εξυπηρέτηση στρατιωτικών ή κοινωνικών αναγκών σε περίπτωση εκτάκτου ανάγκης». Αντίθετα, δεν έλαβαν υπόψη τους όσα λέει το Λεξικό Δημητράκου: «Η υπό του κράτους εν καιρώ επιστρατεύσεως αυθαίρετος κατάληψις κινητής ή ακινήτου ιδιοκτησίας, επί αποζημιώσει του ιδιοκτήτου» κτλ. Μάλιστα δανείστηκαν την ερμηνεία από την πρώτη έκδοση του Λεξικού Μπαμπινιώτη, διότι στη δεύτερη έκδοσή του η επίταξη δεν σημαίνει πια επιστράτευση προσώπων αλλά αφορά μόνο πράγματα: «Η με μονομερή πράξη της Διοίκησης στέρηση της χρήσης και της κάρπωσης του πράγματος από τον ιδιοκτήτη του η οποία έχει προσωρινό μόνο χαρακτήρα» κτλ. Δηλαδή δεν έχουμε πλέον λεξικογραφική εξίσωση της επίταξης (πραγμάτων) με την επιστράτευση (προσώπων).
Στο πεδίο της πολιτικής, όμως, η εξίσωση αυτή εξακολουθεί να ισχύει, αφού εκεί ο άνθρωπος παραμένει πράγμα, res, ούτε καν γυμνό σώμα. Οπότε, και επιτάσσεται και επιστρατεύεται.

"Ο μικρός Κολοσσός του Αμαρουσίου" Tης Μαριαννας Τζιαντζη (http://paratiritirio-amarousiou.blogspot.gr, 29/1/20130

..........................................................

Το Mall δεν είναι προϊόν ανομίας, αλλά ρευστής ή «ξεχειλωμένης νομιμότητας»!

Ο μικρός Κολοσσός του Αμαρουσίου 

 
Tης Μαριαννας Τζιαντζη
 
Π​​ολλοί γονείς εφήβων τρέμουν (και όχι αδικαιολόγητα) στη σκέψη ότι το παιδί τους θα πάει βόλτα στα Εξάρχεια ή θα εξερευνήσει τους παλιούς δρόμους της πόλης, όμως το Μall είναι ένας τόπος δίχως εκπλήξεις και κινδύνους.
  Μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία, το Μall έγινε θεσμός, μοιάζει αιώνιο και αυτονόητο σαν τον αέρα που ανασαίνουμε... Μόνο κάποιοι που αγάπησαν την Αιόλου, την Αθηνάς, την Ευριπίδου, μόνο κάποιοι ευαίσθητοι στα οικολογικά, τα πολεοδομικά και τα αρχιτεκτονικά ή κάποιοι κολλημένοι στις γραφικότητες του χθες ή κάποιοι που υποκινούνται από ανταγωνιστικά εμπορικά συμφέροντα αμφισβητούν την αισθητική, τη λειτουργία και τη σκοπιμότητα της ύπαρξης του μικρού Κολοσσού του Αμαρουσίου και των ανά την Ελλάδα μικροκλώνων του. Ομως μετά την εγκληματική ενέργεια της περασμένης Κυριακής, η αμφισβήτηση της νομιμότητας αυτού του συγκροτήματος έγινε συνώνυμο της στοχοποίησής του. Mόνο που το Mall δεν είναι προϊόν ανομίας, αλλά μιας ρευστής ή ξεχειλωμένης νομιμότητας.

Πολλές διαχωριστικές γραμμές, τεχνητές ή πραγματικές, έχει γνωρίσει ο τόπος μας, πολλά υπαρκτά ή δόλια διλήμματα: Αλίκη Βουγιουκλάκη ή Τζένη Καρέζη, Παναθηναϊκός ή Ολυμπιακός, Παπανδρεϊκοί ή Καραμανλικοί, Βίσση ή Βανδή, μνημονιακοί ή αντιμνημονιακοί... και τώρα «φιλομολικοί ή αντιμολικοί»;
Η ζωή υπερβαίνει το περιτύλιγμά της. Οσο και αν μας ενοχλεί αυτό το ενεργοβόρο, άσηπτο και ξένο με το Αττικό τοπίο και το μεσογειακό κλίμα κουτί, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ή να δούμε αφ’ υψηλού τη ζωή που πάλλεται στο τεχνητό φως, μέσα στο τσόφλι...
 Μιλιούνια φτάνουν εδώ απ’ όλες τις άκρες της Αθήνας, ιδίως τις ημέρες των γιορτών, όπως πριν από χρόνια πήγαιναν στο Μινιόν για να φωτογραφηθούν με τον Αη Βασίλη. Το Mall είναι ο πιο προσφιλής προορισμός των μαθητικών εκδρομών απ’ όλη την Ελλάδα, ένα εγκεκριμένο από γονείς, κηδεμόνες και δασκάλους «must».
Στο πεδίο του ελεύθερου χρόνου, το Mall έχει γίνει ένας λαϊκός προορισμός και, παραφράζοντας τον Τερέντιο, θα λέγαμε «τίποτα το λαϊκό δεν πρέπει να μας είναι ξένο», έστω και αν αυτό το λαϊκό έχει επιβληθεί από τα πάνω, έστω και αν το λαϊκό, το δημοφιλές δεν ταυτίζεται πάντα με το ανθρώπινο.
Ο άνθρωπος έχει την ικανότητα όχι απλώς να ξεχνά, αλλά και να θυμάται επιλεκτικά, όπως και να συνηθίζει, να συμβιβάζεται με τη μετριότητα, ακόμα και με την ασχήμια (στην πολιτική, στην ψυχαγωγία, στην πόλη). Να εξιδανικεύει το παρελθόν, να προσθέτει ιερή σκόνη στις παιδικές αναμνήσεις του, να αποδέχεται το νέο σκηνικό, να πείθει τον εαυτό του ότι ζούμε στον καλύτερο εφικτό κόσμο ή ότι ζούμε στον κόσμο που μας αξίζει ύστερα από τα προπατορικά αμαρτήματα της μεταπολίτευσης.
Θεσμός, λοιπόν, το Μall, όπως θεσμό (των προ μνημονίων χρόνων) πολλοί θεωρούσαν τη Eurovision. Θεσμός ήταν κάποτε οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που έχουν προ πολλού στοχοποιηθεί. Τώρα το αλαζονικό Μall έγινε θύμα, ενώ επίσημες φωνές μοιάζουν να προειδοποιούν «δεινόν προς (εμπορικά και άλλα) κέντρα λακτίζειν».

"Δεν σε ρώτησα αυτό Κατερίνα" του Κώστα Βαξεβάνη (http://www.koutipandoras.gr, Ιανουαρίου 29, 2013)

..........................................................

Δεν σε ρώτησα αυτό Κατερίνα



Του Κώστα Βαξεβάνη

Ένα από τα πιο πετυχημένα ανέκδοτα που κυκλοφορεί το τελευταίο διάστημα είναι αυτό με την Κατερίνα. Κάποιος τύπος πάει σε ένα μπαρ, βλέπει μια κοπέλα στη μπάρα και κάθεται δίπλα της. Παραγγέλνει ποτό και γυρνάει με ύφος προς το μέρος της. «Τι θα γίνει, Κατερίνα, θα κάνουμε σεξ σήμερα;» τη ρωτάει. Αυτή γουρλώνει τα μάτια και όλο απορία του απαντάει: «μα δεν με λένε Κατερίνα». Αυτός με φυσικότητα της ανταπαντάει: «δεν σε ρώτησα αυτό».
Δεν θέλω να υπονοήσω τίποτα για τον Ευάγγελο Βενιζέλο, αλλά οφείλω να ομολογήσω την αμαρτία μου. Όταν τον άκουγα στη Βουλή να παραληρεί για το πόσα πρόσφερε στη χώρα, και πόσο κακός και εμμονικός είμαι απέναντί του, την ώρα που έπρεπε να απαντήσει απλά και ξεκάθαρα για όσα τον κατηγορούσαν, μου ερχόταν να του πω «δεν σε ρώτησα αυτό Κατερίνα».
Η Κατερίνα-Βενιζέλος  -ή αν θέλετε ο Βενιζέλος που το παίζει αθώα Κατερίνα-  συστηματικά λειτουργεί με εκείνον τον παλαιοκομματικό τρόπο που εγκαινιάστηκε από τον Μένιο Κουτσόγιωργα και αγκάλιασε όλη την πολιτική ζωή της χώρας επί δεκαετίες. Όταν συλλαμβάνεσαι «κλέπτων οπώρας», αντιστρέφεις τα διλήμματα, μιλάς για σκοπιμότητες, για μένος εναντίον σου, για βεντέντες, για πολιτικές διώξεις. Δεν είσαι εσύ ο παραβάτης, οι άλλοι είναι που θέλουν να σε εξοντώσουν.
Η ίδια λογική διέπει την επιχειρηματολογία και τη γραμμή αντίστασης του Άκη Τσοχατζόπουλου. Κάποιοι θέλουν την πολιτική του εξόντωση και στήνουν μια πλεκτάνη. Δεν είναι αυτός που έπαιρνε μίζες, προς Θεού. Αν αναρωτιέστε τώρα τι σχέση έχουν ο Άκης με τον Βενιζέλο, εκτός του ότι κυβέρνησαν επί δεκαετίες αυτή τη χώρα, στο ίδιο κόμμα, με την ίδια πολιτική, ο Βενιζέλος είναι αυτός που αθώωσε τον Άκη στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής, υποστηρίζοντας πως οι λογαριασμοί με τις offshore είναι αριθμοί τηλεφώνων. Μετά την «αθώωση» Άκη, απαίτησε μάλιστα από όσους τον κατηγορούσαν να ζητήσουν συγνώμη από τον Τσοχατζόπουλο.
Άρα, η τακτική αυτή του ανεστραμμένου ερωτήματος και της επιθετικής τακτικής δεν είναι προιόν «ευφυίας» Βενιζέλου, αλλά παλιάς τακτικής. Τόσο παλιάς όσο και ο κόσμος. Στη βάση λοιπόν αυτής της τακτικής, ο Βενιζέλος δεν πρέπει να απολογηθεί για τίποτα, γιατί οι κατήγοροί του είναι εμμονικοί, έχουν βεντέτα μαζί του, θέλουν να τον εξολοθρεύσουν. Προφανώς και δεν ισχύει τίποτα από όλα αυτά. Ο Βενιζέλος μπορεί και μόνος του να αυτοεξολοθρευτεί, ρίχνοντας στον γκρεμό μαζί με το ογκώδες «εγώ» του και τον πολιτικό του χώρο, του οποίου αναμφίβολα είναι ο τελευταίος αρχηγός.
Η φημολογούμενη «ευφυία» του τελευταίου αρχηγού του ΠΑΣΟΚ έφτασε ως το σημείο να κάνει αυτό που όλοι (ακόμη και οι ανόητοι) κάνουν. Να κατηγορήσει αυτούς που τον κατηγορούν. Ταύτισε το HOT DOC με έναν πολιτικό χώρο και εμένα με μια ψυχολογική συμπεριφορά, για να παρουσιάσει όσα έχουν αποκαλυφθεί ως αποτέλεσμα προσωπικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων.
Είναι δεδομένο πως με τον Βενιζέλο, δεν μας χωρίζει τίποτα άλλο εκτός από αυτά που έχει κάνει σε αυτή τη χώρα. Νομικά εκτρώματα, εξυπηρέτηση συμφερόντων συγκεκριμένων ομάδων, πολιτικές αλχημείες και καταδίκη της χώρας σε λιτότητα και καταστροφή. Η συνεχής αναφορά στο πρόσωπό του, σχετίζεται με το γεγονός ότι συστηματικά  βρίσκεται πίσω από οτιδήποτε ακουμπάει η δημοσιογραφική έρευνα. Παντού υπάρχει ένας Βενιζέλος.
Για τον Ευάγ. Βενιζέλο, όλα αυτά αποτελούν εμμονή. Η αλήθεια, η αναζήτησή της, δεν είναι εμμονή. Είναι υποχρέωση του δημοσιογράφου. Υποχρέωση του πολιτικού είναι να απαντάει στον δημόσιο έλεγχο. Ακόμη και αν είναι άδικος. Είναι κάτι που ο Βενιζέλος συστηματικά δεν κάνει, προτιμώντας το προστατευμένο περιβάλλον των οικείων Μέσων Ενημέρωσης τα οποία το πολύ πολύ να του αποδώσουν ευθύνη μέσω του προπατορικού αμαρτήματος. Τίποτα άλλο.
Αν επιμένει ωστόσο να χαρακτηρίζει τη δημοσιογραφική έρευνα εμμονή, με μεγάλη μου χαρά να το αποδεχθώ. Αλλά επιμένω, «δεν σε ρώτησα αυτό Κατερίνα».

*Το παρόν κείμενο είναι το editorial του HOT DOC που κυκλοφορεί

Οι βόμβες και η κριτική Του Κωστή Παπαϊωάννου ("ΤΑ ΝΕΑ", Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013) Μια τοποθέτηση ε ξ α ι ρ ε τ ι κ ή...!

.....................................................
 

Οι βόμβες και η κριτική

Η ελευθερία της γνώμης και η καταδίκη της βίας

Του Κωστή Παπαϊωάννου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: στα "ΝΕΑ",  Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

 
Το μεγαλύτερο μέρος των πρόσφατων επικρίσεων κατά του κυβερνητικού εκπροσώπου εστιάστηκε στην από μέρους του παρουσίαση συρραμμένων και αλλοιωμένων δηλώσεων βουλευτή της αντιπολίτευσης. Πέρασε έτσι στα ψιλά η ταυτόχρονη προσπάθειά του να συνδέσει την έκρηξη στο εμπορικό κέντρο The Mall με τις δηλώσεις του ίδιου βουλευτή που αναφέρθηκε στον αυθαίρετο χαρακτήρα του κτιρίου.
Θεωρώ το δεύτερο αντίστοιχης βαρύτητας ατόπημα με την αλλοίωση οπτικοακουστικού υλικού. Για δύο πολύ απλούς λόγους. Πρώτον, στοχοποιείται η άσκηση κριτικής με το επιχείρημα ότι η ίδια στοχοποιεί τα αντικείμενά της. Υποστηρίζεται δηλαδή ότι δεν πρέπει να χαρακτηρίζει κανείς το Mall αυθαίρετο, για να μην πάει κάποιος τρομοκράτης και το ανατινάξει. Ομως πολλοί έχουν επισημάνει τις αμφισβητούμενες διαδικασίες που επέτρεψαν την ανέγερση του κτιρίου με ευθύνη πρωτίστως των Σημίτη και Βενιζέλου, μεσούσης της προολυμπιακής παραζάλης. Μπορούν να θεωρηθούν συλλήβδην εμπνευστές των βομβιστών; Ανάμεσά τους και ο πρώην πρωθυπουργός κ. Καραμανλής, που κατακεραύνωνε παλαιότερα, σε καιρούς προεκλογικής μεγαλοστομίας, τις διαδικασίες αυτές ως δείγμα συναλλαγής (δυστυχώς ακολούθησε το ίδιο μονοπάτι ως πρωθυπουργός). Μπορεί να θεωρηθεί και αυτός συνοδοιπόρος τρομοκρατών; Διότι αν ακολουθήσουμε το νήμα της σκέψης του κυβερνητικού εκπροσώπου, οφείλουμε όλοι εκ των προτέρων να αυτολογοκρινόμαστε όταν μας κυριεύει η ανίερη διάθεση στιγματισμού της διαπλοκής. Ειδάλλως κινδυνεύουμε να κατηγορηθούμε πως η κριτική μας αποτελεί ένα ιδιότυπο νεύμα παρότρυνσης των τρομοκρατών. Και πηγαίνοντας τη σκέψη πιο πέρα, μια βόμβα, ένα γκαζάκι ή μια στρακαστρούκα στα σκαλιά ενός διαπλεκόμενου ή διεφθαρμένου παράγοντα της δημόσιας ζωής πρέπει να σταματά την εις βάρος του κριτική; Κάτι τέτοιο ξυπνά κακές και συνωμοσιολογικές σκέψεις. Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου...

Η λογική του κυβερνητικού εκπροσώπου φέρνει στον νου μιαν άλλη αντίστοιχη περίπτωση. Προ ετών, ο κ. Βουλγαράκης υποστήριξε πως η στοχοποίησή του από πολιτικούς αντιπάλους προκάλεσε την έκρηξη βόμβας κοντά στο σπίτι του. Θυμίζουμε πως επί των ημερών του έλαβαν χώρα η σκοτεινή απαγωγή των Πακιστανών και το σκάνδαλο των υποκλοπών (οι καταγγελίες για εμπλοκή του σε οικονομικά σκάνδαλα ήρθαν αργότερα). Οσοι είχαν ασκήσει οξεία κριτική στον κ. Βουλγαράκη, επειδή εντός του πεδίου της πολιτικής του ευθύνης διαπράχθηκαν παράνομες πράξεις και ευθείες παραβιάσεις δικαιωμάτων του ανθρώπου, βρέθηκαν έτσι να κατηγορούνται ότι έφεραν τις βόμβες στην αυλή του. Το ίδιο κάνει σήμερα ο κ. Κεδίκογλου. Παραβλέπει όμως πως έτσι φτάνει η δημοκρατία μας να αναγορεύει τους ένοπλους εχθρούς της σε ρυθμιστές της έντασης και του εύρους της επιτρεπόμενης κριτικής.
Αυτός είναι ο δεύτερος λόγος που καθιστά την τοποθέτηση Κεδίκογλου ατόπημα ολκής. Είναι αδιανόητο αξιωματούχος της κυβέρνησης να συνδέει το θεμελιώδες δικαίωμα στην ελεύθερη γνώμη, ιδίως στο πλαίσιο της λειτουργίας οποιουδήποτε βουλευτή, με τις βόμβες. Παραβλέπει έτσι ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης πως η γενικευμένη υιοθέτηση μιας τέτοιας άποψης θα αποτελούσε περιφανή νίκη της σκοτεινής βίας. Η λογική ακροβασία που συνδέει ευθέως την κριτική με τη βόμβα είναι θείο δώρο για τους θιασώτες της τυφλής βίας. Στην προέκτασή της σημαίνει πως η δημοσιοποίηση μιας αποδεδειγμένης ή ενδεχόμενης παρανομίας, η δημόσια καταγγελία από μια κίνηση πολιτών, η κοινοβουλευτική παρέμβαση ενός βουλευτή ή ενός κόμματος, ακόμα και το πόρισμα ενός εισαγγελέα ελέγχονται γιατί ενδέχεται να οπλίσουν έναν τρομοκράτη.

Τίθεται, λοιπόν, ευθέως το ερώτημα: όταν σε καιρό δημοκρατίας ο αυτόκλητος τιμωρός τοποθετεί μια βόμβα για να εκφράσει την υποτιθέμενη (στο μυαλό του) λαϊκή βούληση, όσοι είχαν ασκήσει κριτική στο θύμα της τυφλής βίας γίνονται συνένοχοι; Οσοι συνεχίζουμε να μιλάμε για το Mall -ακόμα και οι δικαστές του ΣτΕ που εξετάζουν τη νομιμότητά του - γινόμαστε λάτρεις της βίας; Επικίνδυνη ατραπός, κύριε Κεδίκογλου, αυτή που ανοίγετε.
Φυσικά η ανυπόκριτη καταδίκη της βίας πρέπει να αποτελεί κοινό τόπο για όλες τις δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου. Ομως η πυρετική εμμονή στην απόσπαση πιστοποιητικών καταδίκης της βίας δηλητηριάζει τη δημοκρατία και δεν πείθει για την αγνότητα των προθέσεων όσων επιδίδονται σε αυτήν.
 
Ο Κωστής Παπαϊωάννου είναι πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

"Η ψήφος πίσω απ’ τον καθρέφτη" του Παντελή Μπουκάλα ("Καθημερινή", 27/1/2013)


..........................................................
 




Η ψήφος πίσω απ’ τον καθρέφτη        

Του Παντελή Μπουκάλα


Ε​​ίναι δυο-τρία πράγματα που εμφανίζονται σταθερά σε όλες τις μετεκλογικές δημοσκοπήσεις, όποια εταιρεία κι αν τις διενεργεί, όποιο Μέσο κι αν τις δημοσιεύει. Στοιχείο πρώτο, η σύγκρουση Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ - ΕΚΜ για την πρωτιά, με ποσοστά ανάμεσα στο 25% και το 30%. Τα ποσοστά αυτά δεν είναι απλώς γνώριμα για τη Ν.Δ., αλλά υπολείπονται αρκετά ή και πολύ της ψηφοσυγκομιδής της σε άλλες εποχές, όχι και τόσο παλιές. Αν το 30% είναι η οροφή του κύριου ενοίκου της γαλάζιας πολυκατοικίας δεν μπορεί να ειπωθεί με σιγουριά. Βρίσκονται, άλλωστε, εν εξελίξει δύο τουλάχιστον σχεδιασμοί: ο διεμβολισμός του αρχηγικού λαϊκιστικού κόμματος των Ανεξάρτητων Ελλήνων και η πολιορκία της Χ.Α. είτε με τον ενστερνισμό τμήματος της ρητορικής της (λ.χ. η διαβόητη «ανακατάληψη των πόλεων») είτε με τη χρήση ως εκπορθητικών κριών προσώπων που είχαν στενές σχέσεις με την ακροδεξιά και ουδέποτε έπεισαν ότι απογαλακτίστηκαν. Αίφνης, ο κ. Βορίδης αναβαθμίστηκε σε υπ’ αριθμόν 1 δελφίνο του κ. Σαμαρά, ο δε κ. Γεωργιάδης είναι ο καθημερινός εκπρόσωπος των νεοδημοκρατών στο ραδιοτηλεοπτικό πεδίο κι ας τον κυνηγούν οι επί ΛΑΟΣ βαρύτατες δηλώσεις του κατά του κόμματος που τώρα τον στεγάζει.
Για τον ΣΥΡΙΖΑ, πάντως, και γενικότερα για τη μεταπολιτευτική Αριστερά (ακόμα και αθροιστικά αν την εννοήσουμε), ποσοστά της τάξης του 25%, επιβεβαιωμένα στην κάλπη και αδιαλείπτως επανερχόμενα στα γκάλοπ, είναι απολύτως καινούργια. Μόλις δύο-τρία χρόνια πριν θα περιγελούσαν ευλόγως σαν φαντασιοκόπο όποιον υποστήριζε ότι μια μέρα, όχι μακρινή, ένα αριστερό κόμμα θα είναι αξιωματική αντιπολίτευση κι ένα άλλο θα μοιράζεται την κυβερνητική εξουσία, έστω σαν τρίτος εταίρος· ταυτόχρονα το ΚΚΕ θα έχει διασώσει τα 2/3 των οπαδών του, αριστερότερα θα υπάρχει ένας υπολογίσιμος πόλος, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και δίπλα ο επίσης υπολογίσιμος αντιεξουσιαστικός χώρος. Στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ θα γνωρίζουν σίγουρα ότι το μέγεθος που τους απέδωσε πρώτα η διπλή περυσινή κάλπη και τώρα τα γκάλοπ υπερβαίνει σαφώς την καθαρά ιδεολογικοπολιτική επιρροή τους στην κοινωνία· η «αγανακτισμένη» ψήφος μετράει όσο και οι υπόλοιπες, δεν υποδηλώνει, όμως, αποφασισμένη ιδεολογική επιδοκιμασία ή σταθερή πολιτική συμπόρευση και ως εκ τούτου αρκετά εύκολα αποσύρεται και μετακινείται. Θα ξέρουν επίσης ότι η ενότητα στο Μέτωπό τους είναι διακήρυξη ή ζητούμενο παρά πραγματικότητα, αφού οι όχι πάντοτε συμφωνούσες συνιστώσες δεν έχουν τιθασέψει την όρεξή τους να επιβληθούν ιδεολογικά στο εσωτερικό του Μετώπου· ενίοτε, μάλιστα, αξιολογούν ως σοβαρότερη αυτή την «υποχρέωσή» τους παρά την εμπέδωση και πολιτικοποίηση των σχέσεών τους με το κοινωνικό σώμα.
Τρίτο εύρημα, η κάποια αντοχή του ΠΑΣΟΚ, αν μπορεί να θεωρηθεί τεκμήριο αντοχής και να παρηγορήσει ένα ποσοστό γύρω στο 6% για ένα κόμμα μαθημένο στα σαραντάρια. Αλλά με τόσους «σκευωρούς» και φυγάδες (Τσοχατζόπουλος, Παπακωνσταντίνου, Λοβέρδος, Αηδόνης...), πάλι καλά. Αντοχή ανάλογη με του ΠΑΣΟΚ δείχνει η ΔΗΜΑΡ. Αν πάντως ο στόχος της είναι η «ανασύσταση του χώρου του δημοκρατικού σοσιαλισμού», με ηγεμονεύουσα δύναμη την ίδια, ίσως πρέπει να αναζητήσει άλλη οδό από τα συνήθη «ανοίγματα» σε πέντε ή δέκα αναγνωρίσιμους του παλαιότερου ΠΑΣΟΚ. Και σίγουρα θα γνωρίζουν τα στελέχη της ότι χρειάζονται κάποιο ελκυστικότερο επιχείρημα από το τρέχον, ότι δηλαδή «η ΔΗΜΑΡ απέδειξε ήδη πως είναι το μόνο κόμμα που εγγυάται ένα διαφορετικό τρόπο διακυβέρνησης» (αυτό υποστήριζαν «συνεργάτες του κ. Κουβέλη» στην «Καθημερινή», 22.1.2013). Το «απέδειξε»; «Ηδη»; Και πού άραγε η «διαφορά»; Στις αλλεπάλληλες πράξεις νομοθετικού περιεχομένου; Στη σύγκληση του υπουργικού συμβουλίου στη χάση και στη φέξη; Στην κήρυξη ως παράνομων σχεδόν όλων των απεργιών; Στη συνέχιση των μισαλλόδοξων επιχειρήσεων σκουπίσματος των αλλοδαπών; Στην αυτονόμηση του υπουργού Οικονομικών ακόμα και από τον εντολέα του (δεν εννοώ δυστυχώς τον λαό αλλά το «συμβούλιο των τριών αρχηγών»), δεδομένου ότι απορρίπτει αλαζονικά και την παραμικρή διορθωτική κίνηση-τροπολογία; Στην επιβολή οριζόντιων μέτρων παρά τις απανωτές «δεσμεύσεις» ότι δεν θα ληφθούν;
Επόμενο στοιχείο, το σταθερά υψηλό ποσοστό της Χ.Α., που σε ορισμένα γκάλοπ αγγίζει το 15%. Υποχρεώνει, λοιπόν, τους πάντες σε περίσκεψη το γεγονός ότι η δημοσκοπική ψήφος στη νεοναζιστική Χ.Α. παραμένει μαζική παρότι έχουν πλέον αναδειχθεί όλα τα κοινωνικώς και ιδεολογικώς απεχθή χαρακτηριστικά της και ουδείς δικαιούται να ισχυρίζεται ότι «παραπλανήθηκε»· παρότι περίπου οι μισοί βουλευτές της έχουν πρόβλημα με τη Δικαιοσύνη· παρότι εν ονόματί της και με την «αύρα» της διαπράττονται φονικές ρατσιστικές επιθέσεις· και τέλος, παρότι τμήμα της χρυσαυγίτικης ατζέντας υλοποιείται ήδη από κρατικούς μηχανισμούς.
Δεν αρκούν οι κοινωνιολογικού τύπου αναλύσεις (η οξυμένη ανασφάλεια, οι φόβοι ή οι φοβίες κ.ο.κ.) για να εξηγηθεί το χρυσαυγίτικο 10% ή 12%. Επειτα από δύο εκλογικές αναμετρήσεις και τόσα γκάλοπ, έπειτα δηλαδή από τόσο και τόσο πυκνό πολιτικό χρόνο που διέρρευσε, πρέπει να παραδεχτούμε αυτό που αποφεύγαμε ή φοβόμασταν ή ντρεπόμασταν να πούμε πριν: Οτι ναι, εφόσον όλοι γνωρίζουν τι ψηφίζουν, και εφόσον το ψηφίζουν και μία και δύο και τρεις φορές μολονότι γνωρίζουν, συνεπάγεται ότι ένα κομμάτι της κοινωνίας, όχι μικρό, ασπάζεται αν όχι τα ναζιστικά, σίγουρα τα φασιστικά «ιδεώδη», όπως κι αν τα μεταφράζει. Πρόκειται για τους επίγονους της χούντας και τους λάτρεις κάθε δικτατορίας («ένας λοχίας μάς χρειάζεται»), αλλά και για νεότερους που γαλουχήθηκαν ή δηλητηριάστηκαν με το δόγμα της ελληνικής πρωτοκαθεδρίας και μοναδικότητας (το «καθαρό αίμα»), δόγμα που φτάνει να νομιμοποιεί τη βία εναντίον των κάθε είδους «νόθων» ή «κατσαρίδων», είτε μουσουλμάνοι ή Εβραίοι Ελληνες είναι αυτοί είτε Αλβανοί και «Πάκηδες» είτε κάθε λογής ημεδαποί «ανθέλληνες». Οσο παράδοξο κι αν φαίνεται, ένας τόπος που πληγώθηκε βαρύτατα και από τον ναζισμό και από τον (ημεδαπό και μη) φασισμό, έχει τους φασίστες και τους φιλοναζιστές του - και μάλιστα στη Βουλή. Οσο συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι «ένας στους δέκα παρασύρθηκε από άγνοια ή από τυφλή αγανάκτηση» μία - δύο - τρεις φορές, είναι σαν να προσπαθούμε να αποφύγουμε τη δυσάρεστη απάντηση του καθρέφτη κοιτάζοντας την πίσω όψη του.

«Έφυγε» ο Νίκος Ντερτιλής: Απλώς "έφυγε" ένας αμετανόητος και απάνθρωπος φανατικός...

..........................................................

«Έφυγε» ο Νίκος Ντερτιλής: Απλώς "έφυγε" ένας αμετανόητος και απάνθρωπος φανατικός (το σχόλιο)

 
 
«Εφυγε» ο Νίκος Ντερτιλής, ο τελευταίος φυλακισμένος πραξικοπηματίας  (Η είδηση)



Τ. Τελλογλου

Ηταν ένας καλός αξιωματικός, αλλά ένας πολύ δύσκολος και επίμονος άνθρωπος. Ο Νίκος Ντερτιλής, ο τελευταίος φυλακισμένος πραξικοπηματίας, πέθανε χθες στον Ερυθρό Σταυρό σε ηλικία 92 ετών, ύστερα από 37 χρόνια κράτησης. Υπηρέτησε τη μόνη οργάνωση που πίστευε, τον στρατό. «Στον στρατό πάταγες το κουμπί και άνοιγαν τα φώτα στο Σίντνεϊ», έλεγε χαρακτηριστικά. Στην Κατοχή, ο Ντερτιλής ήταν κρατούμενος στο Χαϊδάρι επειδή είχε συνδεθεί με τη δράση του πατέρα του, αντιστράτηγου υπό τις διαταγές του αρχηγείου της Μέσης Ανατολής.
Ο Ντερτιλής υπηρέτησε αρχικά στον εμφύλιο στην Πελοπόννησο, τη Ρούμελη και τη Θράκη και το 1950 έφυγε εθελοντής στην Κορέα. Το 1964 ταξίδεψε με πλαστό διαβατήριο στην Κύπρο, όπου πήρε μέρος σε επιχειρήσεις «εκκαθάρισης» τουρκοκυπριακών χωριών κοντά στη Λεμεσό υπό τον Γρίβα.
Το 1966 ο Γεώργιος Παπαδόπουλος έστειλε ένα σύνδεσμο στη Νιγρίτα, όπου υπηρετούσε, και του πρότεινε να συνασπισθεί με τους αξιωματικούς που προετοίμαζαν το πραξικόπημα. Τη νύχτα της 20ής προς την 21η Απριλίου κατέλαβε με μία μονάδα 530 ατόμων 19 κτίρια του κέντρου διοικήσεως πρωτευούσης σε λιγότερο από 2 ώρες, καταλύοντας την Β΄ Ελληνική Δημοκρατία.
Μετά τη μήνυση του δικηγόρου Αλέξανδρου Λυκουρέζου, ο Ντερτιλής καταδικάσθηκε με τους άλλους πρωταιτίους του πραξικοπήματος σε 20ετή κάθειρξη και σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία του φοιτητή Μιχάλη Μυρογιάννη κατά την καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου από τον στρατό. Καταλυτικό ρόλο στην καταδίκη του έπαιξε η μαρτυρία του οδηγού του Αντώνη Αγριτέλη, που είχε καταθέσει ότι ο Ντερτιλής υπερηφανεύτηκε για το «σημάδι του».
Μαζί με τον Ιωαννίδη, ο Ντερτιλής αρνιόταν να υποβάλει αίτηση αποφυλάκισης για λόγους υγείας και η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία δεν δεχόταν να τον αποφυλακίσει χωρίς αυτήν την αίτηση. Νομικά υπήρχε μόνο η δυνατότητα της απονομής χάριτος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αλλά ο ίδιος ο πραξικοπηματίας αρνήθηκε να μπει σε αυτή τη λογική -και η απονομή χάριτος χρειάζεται προηγούμενη αίτηση- υποστηρίζοντας ότι «η κυβέρνηση έπρεπε προηγουμένως να ακυρώσει τις δικαστικές της αποφάσεις. Εγώ θα βγω από τη φυλακή με τους δικούς μου όρους, θα με δικαιώσουν, θα με αποκαταστήσουν και θα βγω με χορδές και τύμπανα», είχε πει στον γράφοντα το 2005.
Τρεις διαδοχικές κυβερνήσεις διαφορετικών κομμάτων επιχείρησαν, όπως άλλωστε και ο συγκρατούμενός του Στυλιανός Παττακός, να τον μεταπείσουν, προσπαθώντας να δρομολογήσουν την υπό όρους απόλυση. Ο Ντερτιλής έκλεινε ήδη 30 χρόνια στη φυλακή.
Πριν από τα Χριστούγεννα, όταν πέθανε ο γιος του Βασίλης, σε ηλικία 62 ετών, αρνήθηκε παρά την προσφορά του υπουργείου Δικαιοσύνης, να πάει στην κηδεία. Λίγο αργότερα μεταφέρθηκε στον «Ερυθρό Σταυρό» με ισχαιμικό επεισόδιο.

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

"Πειρατές" του Κωνσταντίνου Τσουκαλά ("Εφημερίδα των Συντακτών", 28/1/2013)"

...........................................................
 

Πειρατές


Ο «επιχειρηματίας» δεν χρειάζεται να δώσει λογαριασμό σε καμία έννομη τάξη, δεν πληρώνει φόρους, δεν δεσμεύεται για τη συνέχιση των δραστηριοτήτων του χάριν των «άλλων». Μετέχει στην κοινωνία, μπαίνοντας και βγαίνοντας με τους δικούς κυρίαρχους όρους.





Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

Αντιγράφω από το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη: «Η λέξη πειρατής παράγεται από το θέμα πειρα- του ρήματος πειρώ/πειρώμαι που σήμαινε δοκιμάζω, προσπαθώ να κάνω ή να πετύχω κάτι και με εχθρική διάθεση “επιτίθεμαι”»… Η λέξη χρησιμοποιήθηκε και σε χριστιανικά κείμενα, για να δηλώσει τον Διάβολο ή τους δαίμονες… διαφέρει δε από τον κουρσάρο κατά το ότι ο πειρατής «ενεργεί για το δικό του όφελος και όχι με εντολή της κυβέρνησής του εις βάρος εμπορικών πλοίων ανταγωνίστριας ή εχθρικής χώρας». Δεν είναι λοιπόν τυχαίο πως η πειρατική σημαία είναι μαύρη και φέρει το σήμα του θανάτου, τη νεκροκεφαλή. Η άρνηση της ζωής, της τάξης, των κανόνων και των χρωμάτων ισοδυναμεί με απόρριψη της αρμονικής συμβίωσης, της κοινωνίας, της έννομης τάξης, δηλαδή της οργανωμένης ποικιλίας των ανθρωπίνων πραγμάτων και της οποιασδήποτε ασφάλειας της ζωής και της ιδιοκτησίας. Αρμενίζοντας στην ανοιχτή θάλασσα έξω από κάθε επικράτεια και κάθε νόμο και μη αφήνοντας ορατά ίχνη, ο πειρατής εφορμά και αρπάζει ό,τι βρει στο διάβα του. Και μετά εξαφανίζεται μέσα σε μια ομίχλη από την οποία δεν θα αναδυθεί παρά τη στιγμή που θα αποφασίσει να ξαναχτυπήσει. Δρα μόνος, με μόνο γνώμονα τη συγκυρία και το συμφέρον της στιγμής.

Από τη στιγμή που ο νεότερος κόσμος οργανώθηκε ως σύστημα κυρίαρχων και αυτεξούσιων κρατών, έννομων τάξεων και οργανωμένων πολιτικών εξουσιών, η πειρατεία άρχισε να παρακμάζει. Βαθμιαία, οι «πειρατές» μεταμορφώθηκαν σε «κουρσάρους» που καλούνταν πια να δρουν στο όνομα, συχνά για λογαριασμό και σε κάθε περίπτωση υπό τη σκέπη της εθνικής τους σημαίας. Ετσι ακριβώς γεννιέται το «δίκαιο της θάλασσας» και μαζί με αυτό το «ιδιωτικό διεθνές δίκαιο». Κάτω από την υψηλή εποπτεία της θαλασσοκράτειρας Βρετανίας, η δράση των ανθρώπων στην ανοιχτή θάλασσα άρχισε επιτέλους να τιθασεύεται. Αντλώντας δύναμη από τις έννομες τάξεις στις οποίες μετείχαν, οι κατ” επάγγελμα «εφ-οπλιστές», «αρματωτές» (armateurs) -για μία ακόμα φορά οι λέξεις δεν είναι τυχαίες- και κινούμενοι επιχειρηματίες τείνουν πια να υπόκεινται σε (χαλαρούς έστω) ελέγχους σε ό,τι αφορά τον αναγκαίο σεβασμό των κείμενων νόμων και κανονισμών και των συναλλακτικών ηθών. Προστατεύοντας, η «εθνική σημαία» οριοθετεί και δεσμεύει. Η κινούμενη, ρευστή, ανοριοθέτητη και ξέφραγη θάλασσα υπόκειται στον νόμο της ακίνητης γης, του στέρεου δηλαδή εδάφους όπου οι κοινωνίες και οι επι-κράτειες χαράζουν τα ίχνη τους και επιβάλλουν την έννομη και συμβολική ισχύ τους. Ετσι, με την εγκαθίδρυση των νεωτερικών Κρατών Δικαίου, οι πολιτικές εξουσίες επεξέτειναν την κανονιστική πρωτοκαθεδρία τους σε ολόκληρο τον πλανήτη. Εγκλωβισμένο σε σταθερά νοηματικά και κανονιστικά περιβλήματα, το ακατάτακτο χάος του ακαθήλωτου υγρού στοιχείου άρχισε να αιχμαλωτίζεται σε σκληρές και αμετακίνητες μορφές. Τα κύματα δαμάζονταν.

Πάντα όμως ρει, τίποτε δεν παραμένει αναλλοίωτο. Ρέοντας απεριόριστα και προς όλες τις κατευθύνσεις, το υφέρπον κανονιστικό χάος απειλεί να μεταλλάξει, να διαβρώσει και να αλλοιώσει όσες μορφές συναντήσει στο διάβα του. Οι εντροπικές δυνάμεις δεν ωθούν προς την τάξη αλλά προς την αταξία. Αν δεν ενισχύεται συνεχώς, ο βράχος βρίσκεται στο έλεος του κύματος. Με αυτή την έννοια, η πρόσφατη καταξίωση του ελευθέρως και απεριορίστως «κινείσθαι» και «επιχειρείν» είναι συνώνυμη με την αντίστοιχη αποδυνάμωση του «θεσπίζειν». Ανακτώντας την προαιώνια συμβολική του δύναμη και διαρρηγνύοντας όλα τα κελύφη που το ενέκλειαν σε σταθερές εξουσιαστικές και κανονιστικές συντεταγμένες, το υγρό στοιχείο, η ρευστή θάλασσα, φαίνεται να εκδικείται την οργανωμένη και σταθερή γη που επιχειρούσε να την καθηλώσει στην αυθαίρετη αντιεντροπική της βούληση. Η ανάδυση των υπερπόντιων «παραδείσων», η πλήρης απελευθέρωση των παγκόσμιων συναλλαγών, η συνακόλουθη αποδυνάμωση των συγκροτημένων πολιτικών τάξεων, οι τρέχουσες πρακτικές των ιδιωτικών συνυποσχετικών και της εξωδικαστικής διαιτησίας και η προϊούσα κατίσχυση του νέου υπερεπικρατειακού δικαίου των συναλλαγών σύμφωνα με τις οδηγίες του Σίτι του Λονδίνου -της σύγχρονης αυτής «Νήσου των Θησαυρών»- σηματοδοτούν την πλήρη αποδέσμευση του «επιχειρείν» από τις κατά τόπους έννομες τάξεις. Ολα συμβαίνουν ως εάν ο κόσμος αφήνεται να επιστρέψει στην αρχέγονη αταξία της ανεξέλεγκτης ιδιωτικής πειρατείας. Οι ιδεολογικές εξελίξεις είναι άλλωστε σαφείς. Η επικράτηση του «καθαρού» και «αγνού» (νεο)φιλελευθερισμού συνοδεύεται από τη ρητορική «αποκάθαρση» του κόσμου από τα τελευταία υπολείμματα πολιτικών πρωτοβουλιών και παρεμβάσεων. Η φετιχοποίηση της ελεύθερης αγοράς καλείται να «αναβαπτίσει» την κοινωνία και την ιστορία μέσα στον καθαρό συναλλακτικό ορθολογισμό. Η επιλογή των συμβόλων δεν είναι τυχαία. Από καταβολής κόσμου, η «κάθαρση» επιτελείται μέσα από τη διαμεσολάβηση ενός ρέοντος, ακαθήλωτου και ελευθέρως κινούμενου υγρού. Οι αμαρτίες και οι σκουριές ξεπλένονται μέσα από τη «βάπτιση» στην καθαρτήρια ενέργεια του ποταμού ή της βρύσης. Χαρακτηριστικά, όσο μένει ακίνητο, το νερό «θολώνει», «λιμνάζει», «βαλτώνει» και εγκλωβίζεται σε «μορφές», δηλαδή σε εξουσίες. Και έτσι, χάνει τη διαφάνειά του και μαζί με αυτήν και την εξαγνιστική του ισχύ.

Με αυτή την έννοια, στην ουσία, η απόλυτη κινητικότητα των κεφαλαίων, της πληροφορίας και η παγκόσμια ελευθερία τού επιχειρείν είναι συνώνυμη με την αποδέσμευση των επιχειρούντων από οποιαδήποτε εξωσυναλλακτική υποχρέωση και την απαλλαγή τους από οποιαδήποτε εξωσυναλλακτική κύρωση. Ολοι μπορούν να πλέουν στην ανοιχτή θάλασσα, όλοι δικαιούνται να χρησιμοποιούν όσα όπλα και επιχειρήματα είναι σε θέση να επιστρατεύσουν, όλοι έχουν τη δυνατότητα να κρύβουν τις προθέσεις τους και να εξαφανίζουν τα ίχνη τους. Και στα πλαίσια αυτά ανατέλλει μια νέα κυρίαρχη ηθική, η ηθική της ελεύθερης πειρατείας, που δεν περιορίζεται στη θάλασσα, αλλά επεκτείνεται και στη στεριά. Για πρώτη φορά, ο «επιχειρηματίας» δεν χρειάζεται να δώσει λογαριασμό σε καμιά έννομη τάξη, δεν υποχρεώνεται να υπακούει σε κανένα Θεό ή αφέντη, δεν πληρώνει φόρους, δεν δεσμεύεται για τη συνέχιση των δραστηριοτήτων του χάριν των «άλλων», δεν μετέχει σε συλλογικά σχέδια και στην κοινή μοίρα και δεν μοιράζεται τις φαντασιώσεις των κοινών θνητών. Μετέχει στην κοινωνία, μπαίνοντας και βγαίνοντας με τους δικούς του κυρίαρχους όρους. Οπως ακριβώς συνέβαινε με τους προγόνους τους, οι νέοι πειρατές ταυτίζονται με την ευκαιριακή αρπακτική τους δράση και την αδιαφορία τους για ό,τι δεν τους αγγίζει προσωπικά. Επισημαίνουν τις ευκαιρίες από μακριά, πλησιάζουν δίχως να γίνονται αντιληπτοί, εφορμούν, δηώνουν, ιδιοποιούνται και μετά απλώς εξαφανίζονται και πάλι στην ομίχλη από την οποία βγήκαν. Μοιραία λοιπόν, για αυτούς, όλοι οι «άλλοι» αναδεικνύονται σε ευκαιριακά αντικείμενα χρήσης, εκμετάλλευσης ή, έστω, απόλαυσης.

Υπ” αυτούς τους όρους λοιπόν, η διαδικασία τού επιχειρείν και η διαδικασία τού μετέχειν σε μια οποιαδήποτε κοινωνία παύουν να διασυνδέονται και να αλληλοεπικαλύπτονται. Τα χαραγμένα μονοπάτια που οδηγούσαν στους οικείους τόπους ξεθωριάζουν ή και εξαφανίζονται. Από τη στιγμή που η στεριά λειτουργεί σαν θάλασσα, δεν μπορεί παρά να αποδυναμώνονται τόσο η ανακουφιστική ιδέα μιας «φυσικής» συμβολικής και λειτουργικής κοινότητας όσο και οι άρρητοι αυτοματισμοί που τη χαρακτήριζαν. Με αποτέλεσμα η ατομική ιδιοτέλεια και ο συνεχής επιχειρησιακός αυτοσχεδιασμός να μην εμφανίζονται πια σαν ελεύθερες αξιακές επιλογές, αλλά σαν απαρασάλευτες εξωγενείς δομικές αναγκαιότητες. Ο ορθολογικός πειρατής δεν μπορεί να πάψει να επινοεί και να ανανεώνει τις δραστηριότητες και τις στρατηγικές του δίχως να απαρνηθεί τον εαυτό του. Μόλις βρεθεί στη θάλασσα, αναγκάζεται να επιπλεύσει κολυμπώντας στα άγρια κύματα με τις δικές του και μόνο δυνάμεις. Δεν υπάρχουν πια ούτε οργανωμένες αλληλοβοήθειες ούτε αυτοσχέδιες ναυαγοσωστικές λέμβοι. Οι κανονισμοί της κολύμβησης στην ανοιχτή θάλασσα είναι αδυσώπητοι. Εξω από τις συμπηγμένες κοινωνίες και τους στέρεους συμβολισμούς που εκτρέφονται στους κόλπους τους, δεν μπορεί να υπάρχει ούτε αλληλεγγύη ούτε αμοιβαιότητα ούτε επιείκεια. Ολοι πια γνωρίζουν πως, αν αφήσουν τον άλλο να ακουμπήσει επάνω τους, θα παρασυρθούν και οι ίδιοι στην ανεξέλεγκτη δίνη. Και δρουν αναλόγως.


Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

"Κι όμως οι άνθρωποι ήθελαν να ζήσουν" της Άννας ("Ημερολόγιο Οδοστρώματος", 27/1/2012) Δαμιανίδη

....................................................


Κι όμως οι άνθρωποι ήθελαν να ζήσουν





της Άννας Δαμιανίδη

Μα τι ήθελαν να κάνουν οι ναζί με τις εικόνες αυτές που είχαν κινηματογραφήσει στο γκέτο της Βαρσοβίας το Μάιο του 1942; Μπορεί κανείς να υποθέσει πολλά βλέποντας την ταινία "A Film Unfinished ” που γύρισε η Yael Hersonski  το 2010 χρησιμοποιώντας τις μπομπίνες που είχαν βρεθεί στην Ανατολική Γερμανία μετά το τέλος του πολέμου.
Ήθελαν να δείξουν πόσο καλά περνάνε οι Εβραίοι στο γκέτο δείχνοντας σκηνοθετημένες σκηνές απο καλοβαλμένα σπιτικά, καλοντυμένες κυρίες, εστιατόρια και θέατρα; Όχι, γιατί γύρισαν και πολλές σκηνές με σκελετωμένα παιδιά και γυναίκες και άνδρες, με πτώματα στους δρόμους, με βρώμικες αυλές, με κουρελιασμένους ζητιάνους. Αλλά να δείξουν ότι οι 'πλούσιοι' δεν ενδιαφέρονταν για τους φτωχούς; Πολύ πιθανόν, γιατί στόχευαν με την κάμερα ακραίες αντιθέσεις.
Και τα πλάνα που έχουν βγάλει, σκελετωμένα πρόσωπα τα οποία η κάμερα τριγυρίζει αργά, σταματώντας στα μάτια, στα ζυγωματικά που έχουν πεταχτεί απο την ασιτία; Αυτά μπορεί να ήταν ανθρωπομετρικές καταγραφές, δείτε πώς είναι οι Εβραίοι, τι σχήμα προσώπου έχουν. Κάτι τέτοιο. Και σήμερα βλέποντας αυτά τα πρόσωπα μόνο και τίποτε άλλο ο θεατής συγκλονίζεται περισσότερο από όσο μπορεί να τον συγκλονίσει κάθε εικόνα μυθοπλασίας που έχει δει στο σινεμά.
Και το εξαγνιστικό λουτρό των λιμοκτονούντων ανθρώπων που τους υποχρέωσαν να πάρουν κάτω απο την κάμερα, τι σκοπό είχε άραγε; Και οι ραβίνοι πάνω από την Τορά; Να δείξει ότι η εβραϊκή θρησκεία έχει απαρχαιωμένες συνήθειες; Αδύνατον να καταλάβουμε σήμερα τι χρήση είχε φανταστεί να κάνει η ναζιστική προπαγάνδα αυτού του υλικού. Εκείνο που εμείς βλέπουμε είναι η έσχατη ταπείνωση των ανθρώπων από άλλους ανθρώπους, η αθλιότητα και η ένδεια, η απαντοχή και η αντοχή, κι όλα αυτά κάτω απο το βλέμμα ενός απίστευτου σαδισμού ή μιας εξίσου απίστευτης απάθειας που εξασφάλιζαν φαίνεται οι ιδέες του εθνικοσοσιαλισμού. Οι μεγάλες ιδέες για την ανωτερότητα της φυλής, όλη αυτή η τρέλα που έστησε τις μηχανές εξόντωσης.
Το υλικό αυτό δεν είχε ήχο. Βλέποντας το ακούγαμε τα ημερολόγια του υπευθύνου του Γκέτο, ο οποίος είχε καταγράψει τη ζωή εκεί μέχρι τη μέρα που αυτοκτόνησε παίρνοντας την κάψουλα υδροκυάνιου που φύλαγε για την περίσταση, έχοντας καταλάβει τι τους περιμένει κι έτοιμος απο καιρό. Δεν ήταν ο μόνος που το έκανε, πολλοί άνθρωποι έγραφαν χρονικά της ζωής τους στο γκέτο, διανοούμενοι και μή, για να μάθει ο κόσμος τι συνέβη όταν όλα θα είχαν τελειώσει. Έτσι τώρα ξέρουμε ότι οι σκηνές της κανονικής ζωής ήταν σκηνοθετημένες, ενώ για την κινηματογράφηση των λιμοκτονούντων δεν υπήρχε καμιά δυσκολία.
Είδαμε ακόμα την προβολή αυτού του υλικού σε επιζώντες του γκέτο, τέσσερις ανθρώπους που δέχτηκαν πριν δυο χρόνια να το δουν και να μιλήσουν για τις αναμνήσεις και τις σκέψεις τους. Γέροι άνθρωποι σήμερα που ζουν στο Ισραήλ, γνώριζαν μέρη και περιστατικά, παρακολουθούσαν με άφατη έκφραση, κλείνοντας τα μάτια όπως κι εμείς καμιά φορά, οι τωρινοί θεατές, μπροστά στην άφατη φρίκη, κι εξήγησαν, προσπάθησαν να εξηγήσουν την επιθυμία που είχαν να ζήσουν, την ελπίδα πέρα απο κάθε λογική.
Η ταινία θα παιχτεί ξανά μια φορά, την Κυριακή στις 15.30 στο Δαναό. Η 27η Ιανουαρίου έχει οριστεί ημέρα μνήμης για το Ολοκαύτωμα, είναι η ημερομηνία απελευθέρωσης του Άουσβιτς. Μία μόνο προβολή είναι πολύ λίγο. Όσο αβάσταχτο κι αν είναι να βλέπει κανείς τα ανθρώπινα όρια με τον τρόπο αυτό, πιστεύω ότι θα ήταν χρήσιμο ακόμα και για ανθρώπους που έχουν δει και ξέρουν πολλά απο την νεώτερη Ιστορία να την έβλεπαν. Πρέπει να ξέρουμε. Ο πειρασμός της γνώσης να μας έλκει όπως ο κάθε πειρασμός απολαύσεων.
 
 
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=21643

"Είμαστε σκάρτοι από κούνια" Ο Γιώργος Διαλεγμένος μιλάει για όλα στην ΙΩΑΝΝΑ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ ("Ελευθεροτυπία", Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013)

..........................................................

Ο Γιώργος Διαλεγμένος μιλάει για όλα και για το νέο θεατρικό του

Είμαστε σκάρτοι από κούνια

«Γκιλοτίνα! Για όλους αυτούς που φέραν' τη χώρα σε αυτό το χάλι έπρεπε να είχαν στηθεί γκιλοτίνες στο Σύνταγμα. Για όλους όσοι περάσαν' στη Βουλή απ' τον Ανδρέα Παπανδρέου και μετά. Δεν υπάρχει άνθρωπος καλός εκεί μέσα. Αν υπήρχε θα έλεγε «συγγνώμη, έκανα λάθος. Φεύγω». Ολοι είναι στο κόλπο. Και ο Παπακωνσταντίνου και ο Βενιζέλος. Αν ήταν στην Κίνα, θα τους είχαν εκτελέσει. Θέλουν εκτέλεση. Ούτε καν φυλακή». Ακραίος, προκλητικός, για πολλούς τρελός. Παρ' όλο που περνούν τα χρόνια, ο Γιώργος Διαλεγμένος δεν φαίνεται να ησυχάζει. Κι ας δηλώνει «παραιτημένος», «τουρίστας» στη χώρα του και «συνταξιούχος διαδηλωτής», που θέλει «δυο-τρεις ακόμη διαδηλώσεις για να πάρει και το επικουρικό του». 

Φωτο: Σπύρος Τσακίρης
Φωτο: Σπύρος Τσακίρης


Η«Ε» τον συνάντησε στο «κελί του Λουδοβίκου», ένα ασφυκτικό δώμα που έφτιαξε ολομόναχος. Η πρόσκληση ήταν δική του. Γιατί χάρηκε που ξανακυκλοφόρησε η «Ελευθεροτυπία» («μπορεί να γίνει η πρώτη εφημερίδα», λέει) και γιατί ολοκλήρωσε αισίως έπειτα από «επτά χρόνια ψυχαναγκασμού» το νέο του θεατρικό έργο. Κυρίως, γιατί θεωρεί επικίνδυνη τη Δημοκρατία μας. «Είναι ασυδοσία. Προσωπικά, αυτή τη Δημοκρατία τη χέζω πατόκορφα. Το λίκνο η Βουλή! Και καμιά φορά λένε και "το μπουρδέλο η Βουλή". Επειδή εγώ έχω μανία με τα μπουρδέλα και πηγαίνω και ρωτάω τις τιμές, κάνουν λάθος που λένε μπουρδέλο τη Βουλή. Αμα μπουν σε μπουρδέλο θα ντραπούν βλέποντας πόσο οργανωμένο και καθαρό είναι. Δεν υπάρχει περίπτωση αυτή η χώρα να γίνει κράτος. Είμαστε απ' το DNA μας σκάρτοι. Είμαστε σκάρτοι. Το λέω αυτό και στενοχωριέμαι».
- Είστε στενοχωρημένος; Οχι αγανακτισμένος;
«Οχι. Ξέρω σε τι τόπο ζω. Πηγαίναν' στο Σύνταγμα οι αγανακτισμένοι πολίτες. Αγάπη μου, αφού εσύ τον ψήφισες, τι αγανακτείς; Τον ψήφισες ξανά και ξανά και ξανά! Και αν θέλει γιαούρτωμα ο βουλευτής και ο υπουργός, το εκλογικό σώμα θέλει σκατά στη μούρη. Διότι αφού βλέπεις ότι σε κοροϊδεύουν, γιατί εσύ τρέχεις και τους ξαναψηφίζεις; Μην πας! Κλείσου σπίτι σου, όπως κλείστηκες όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Αλλά ο Ελληνας δεν μπαίνει σε καλούπια. Στο Αγκίστρι ερχόταν το ΣΔΟΕ και έλεγε «"Παναγιωτάκη, τι μας έχεις σήμερα;". "Σας έχω δυο τσιπούρες παιδιά και δυο αστακουδάκια". Εγώ καθόμουν στο διπλανό τραπέζι και τ' άκουγα. Τρώγανε καλά καλά και μετά πηγαίνανε στο διπλανό εστιατόριο. Υποτίθεται ότι κάνανε έλεγχο και μαζεύαν' φόρους!».
- Καταγγέλλετε τους άλλους. Εσείς δεν έχετε κάνει παρανομία στη ζωή σας;
«Βεβαίως κι έχω κάνει. Καταρχάς, δεν πληρώνω στη συγκοινωνία. Οπου μπορώ την "κάνω" κι εγώ. Αφού έτσι έχω μάθει. Δεν είναι καθόλου τυχαίο στο χαμό αυτό το ποσοστό που πήρε η Χρυσή Αυγή. Είναι γέννημα αυτών που κατέστρεψαν τη χώρα. Η Χρυσή Αυγή είναι ένα κλαδί με αγκάθια που το κρατάς γιατί αν το αφήσεις θα πέσεις. Δεν μπορείς όμως να τη βάλεις στην παρανομία, όπως κάναν' στον κομμουνισμό. Εξακόσιες χιλιάδες άτομα την ψηφίσαν'. Τι ήταν η Χρυσή Αυγή; Κάτι από την παλιά ΕΠΕΝ. Για το οποίο γελάγαμε. Και ξαφνικά φτάνει στο 12%».
- Η εγκληματική βία της εναντίον των μεταναστών δεν σας προκαλεί;
«Εχουμε ανάγκη 500 μετανάστες; Ορίστε, περάστε από γιατρούς και ελάτε. Οπως έκαναν σε εμάς οι Γερμανοί. Οι υπόλοιποι "κόβονται". Δεν είχαμε ανάγκη να φορτώσουμε τη χώρα με δολοφόνους, Καλάσνικοφ, πουτάνες και μαστροπούς».
- Παρουσιάζετε τα πράγματα σαν να μην είχαμε κι εμείς τους δικούς μας.
«Μας φτάνανε οι πουτάνες μας. Πουτάνες, όπλα, κλέφτες είχαμε αρκετούς. Δεν θέλαμε άλλους!».
- Οσα πρεσβεύετε ακούγονται πολύ ρατσιστικά, πολύ φασιστικά...
«Ας ακούγονται. Επειδή αγαπώ τη χώρα μου είμαι φασίστας; Ας οργανωθούμε ως κράτος κι ας είναι κι ο Κουλουβαρδόπουλος αρχηγός - δεν είπα η Χρυσή Αυγή. Δεν αντέχουμε το φασισμό, αλλά έχουμε ασυδοσία στη Δημοκρατία. Βλέπω έναν που σπάει το δέντρο και του λέω "ρε φίλε, το έσπασες". "Γιατί, δικό σου είναι;". Λέω σε έναν άλλο "μην παρκάρεις εκεί πέρα, δεν περνάμε, θα πάρεις 40 ευρώ πρόστιμο". "Αφού και στο γκαράζ 40 δίνω. Εντάξει, μέσα στα 11 εκατομμύρια υπάρχουν και γύρω στις 300 χιλιάδες που σκέφτονται κανονικά».
- Οταν λέτε σκέφτονται κανονικά, τι εννοείτε;
«Εννοώ αγαπάνε τη φύση, αγαπάνε τη χώρα. Εδώ πέρα κανένας δεν αγαπά τη χώρα του. Κοιτάζει μόνο πώς θα βολευτεί. Ετσι έμαθε. Γι' αυτό και θα έπρεπε όταν μεγαλώνει το παιδί να το παίρνει το κράτος και να το απομονώνει από την οικογένεια. Διαφορετικά, διαιωνίζεται ο Ελληνας κομπιναδόρος και λαμόγιο».
- Εχετε δηλώσει υπέρμαχος της θανατικής ποινής. Η φυλακή είναι ημίμετρο;
«Στη φυλακή θα τρώει, θα παίζει μπάσκετ, θα περνά καλά μέχρι να περάσουν 20 χρονάκια και να βγει πάλι έξω. Ενώ σου έχει σκοτώσει δυο παιδιά. Δεν είναι άδικο; Μιλώντας για αδικία, θυμήθηκα τη Λιάνη. Γιατί να παίρνει σύνταξη αυτή; Γιατί να έχει όλα αυτά τα σπίτια που της άφησε ο Παπανδρέου; Πού είναι το κράτος να της πει: Ελα εδώ, κυρία μου, στο δρόμο! Ολοι όσοι τα φάγανε, στο δρόμο, όπως αυτοί που ζητιανεύουνε στους τεκενέδες. Κι ο Τσοχατζόπουλος! Ούτε κρεβάτι να μην έχουν... Δεν σηκώνουν αυτά δίκες. Οι δίκες γίνονται για να την κοπανήσουν. Νόμος περί ευθύνης των υπουργών! Ούτε στην Ουγκάντα δεν έχουν τέτοιους νόμους. Αλλά για ποιο κράτος μιλάμε όταν ο άλλος έκανε τη χώρα μπάχαλο και πάει να κάνει τον καθηγητή στο Χάρβαρντ...».
- Υπάρχει κράτος όταν σας έρχεται το μπιλιετάκι με το νέο χαράτσι.
«Αυτό είναι ληστεία. Κανονικά, ο κόσμος έπρεπε να είχε ένα περίστροφο και να λέει "τι είναι αυτό; Δεν έχω να το πληρώσω". Μπαπ, ρίχτου. Εκδίκηση, ρε παιδί μου. Για να μπορείς να πεις "κι εγώ, ρε κερατά, σε έφαγα". Τα Καλάσνικοφ τα έχουν και κάνουνε ληστείες αντί να μπουκάρουν στη Βουλή και να τους καθαρίσουν όλους. Και τους 300. Θα μου πεις, μετά τι θα γίνει; Ασε το μετά. Για να χτίσεις ένα γερό σπίτι πρέπει να γκρεμίσεις πρώτα το παλιό. Κάποιοι αυτοκτονούν! Αφού, βρε ηλίθιε, θέλεις να αυτοκτονήσεις πάρε και κανά δυο υπουργούς μαζί σου.* Είμαστε σάπιοι -κι εγώ έχω κάνει τις σαπίλες μου. Αλλά πλέον ούτε αγανακτώ. Ούτε με νοιάζει. Εγώ σε 10 χρόνια, πλούσια πλούσια, "φεύγω". Εχω και τον τάφο μου έτοιμο. Και λέω στη Σοφία "τζάμπα τα έξοδα". Πήγα στο γιατρό και δεν έχω τίποτα!».
- Είναι πραγματικά τόσο καλή η σχέση σας με το θάνατο ή μας κοροϊδεύετε;
«Από 7 ετών. Αυτό το οφείλω στην κυρά Κατίνα, τη Διαλεγμένου. Της είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί το παιδί και πήγε και πήρε ένα άλλο παιδί που το λέγαν' Γιώργο. Εμένα. Γιατί αν με λέγαν' Νίκο, θα ήμουν ακόμα μέσα. Και με πήγαινε κάθε μέρα στο νεκροταφείο. Οι πρώτες μου εντυπώσεις απ' το βρεφοκομείο ήταν στο νεκροταφείο».
- Βλέπατε και κηδείες;
«Κηδείες; Τα πάντα! Εβλεπα να ξεθάβουν τους ανθρώπους και να τους κάνουν μπάλα. Γι' αυτό και σε όλα μου τα έργα υπάρχει ο θάνατος με τον άλφα ή τον βήτα τρόπο. Η κορύφωση, βέβαια, ήταν η "Νύχτα της Κουκουβάγιας". Εχω απόλυτη επαφή με το θάνατο».
- Με τον Θεό συνομιλείτε;
«Μόνο με τον Χριστό και την Παναγία. Συγκεκριμένα πράγματα.Τι είναι Θεός; Οποιος ξέρει ας έρθει και να μου πει. Κάθε βράδυ κάνω την προσευχή μου βάζοντας σφήνα και πρόσωπα που αγαπάω. Και πάντα σταυρώνω τη Σοφία».
- Ησασταν πάντα χριστιανός;
«Πίστευα στον Χριστό και στην Παναγία. Δεν ήμουν φανατικός με την Εκκλησία».
- Πιστεύετε στην άλλη ζωή;
«Οχι. Θα πάμε πιστεύω εκεί που ήμασταν πριν. Στο πουθενά. Στο τίποτα». 
 .....................................

*: Ωχ. ωχ Γιώργο, δε σε βλέπω καλά... Μη σου σκάσει  καμιά κατηγορία για ηθική αυτουργία σε πράξεις βίας στο μέλλον... Λες;