Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Ιωάννου + Πετρουλάκης : Σεμνά και ταπεινά...

.......................................................

Σεμνααααά…






Σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη


"Ο θρύλος της ενότητας" του Παντελη Μπουκαλα ("Καθημερινή", 1/12/2012)

........................................................



Ο θρύλος της ενότητας




Tου Παντελη Μπουκαλα

Υπάρχει ένας θρύλος που τον παραδίδει με μορφή σκυτάλης η μια γενιά πολιτικών στην άλλη, και γίνεται έτσι κοινός τόπος για τη μια γενιά πολιτών μετά την άλλη. Είναι ο θρύλος της παντοδύναμης ελληνικής ενότητας. Τον έχουμε ακούσει από τρεις γενιές Παπανδρέου, από δύο γενιές Καραμανλή, από τον κ. Μητσοτάκη, τον κ. Σημίτη, τώρα και από τον κ. Σαμαρά, κι όχι για πρώτη φορά. Στο φιλμάκι που έθεσε σε διαδικτυακή κυκλοφορία η Ν.Δ. ακούγεται ο πρωθυπουργός να λέει στο γνωστό λυρικομελό στυλ: «Εμείς όμως οι Ελληνες ξέρουμε καλά πως, μόνο όταν είμαστε ενωμένοι και αποφασισμένοι, μπορούμε να πετύχουμε τα πάντα».
Ο,τι παρουσιάζεται σαν αυταπόδεικτη αλήθεια με στόχο να διδάξει και να παροτρύνει, δεν είναι και τόσο αυτονόητα αληθινό, και ίσως γι’ αυτό σπανίως αποδείχθηκε μεγάλη η παιδευτική αξία του. Η νικηφόρος ελληνική ενότητα που ζωγραφίζεται σε πανηγυρικούς ή διαγγέλματα, ήταν πάντα ζητούμενο· όχι συντελεσμένη πραγματικότητα. Κι αν το θυμάται κανείς, δεν είναι επειδή τάσσεται τάχα υπέρ του διχασμού, αλλά επειδή, αν η Ιστορία έχει όντως κάτι να διδάξει, θα το κάνει εφόσον προσπαθήσουμε να δούμε τι όντως γράφτηκε στις δέλτους της και όχι τι θα θέλαμε να έχει γραφτεί.
Και από τη μυθολογία αν ξεκινήσουμε, από τον Τρωικό Πόλεμο, θα δούμε πως οι Δαναοί είναι τόσο ενωμένοι όσο και οι θεοί τους: η Αθηνά και ο Ποσειδώνας από δω, ο Αρης κι ο Απόλλωνας από κει, κι ο Δίας στον θρόνο του με τη ζυγαριά του θανάτου στα χέρια, δήθεν ουδέτερος. Και τι ιστορεί, χοντρικά, η «Ιλιάδα»; Τον διχασμό, όχι την ενότητα: ο μηνίων Αχιλλέας παρατάει τις μάχες τσακωμένος με τους Ατρείδες. Στην Ιστορία τώρα, στους Μηδικούς πολέμους, ακόμα κι αν εξαιρέσουμε τα πρόσωπα που μήδισαν (όπως ο Δημάρατος, για να μην αναφερθούμε στο περίπλοκο ζήτημα του Πινδάρου) ή πρόδωσαν (ο Εφιάλτης), θα δούμε ολόκληρες πόλεις–κράτη υπέρ των Περσών, λ.χ. η Θήβα. Θα δούμε επίσης ότι στις μεν Θερμoπύλες οι Σπαρτιάτες πολέμησαν με τους Θεσπιείς μόνο στο πλευρό τους, στον δε Μαραθώνα οι Αθηναίοι δίχως άλλη βοήθεια από των δούλων τους, στις κρίσιμες στιγμές της μάχης. Αφήνοντας στην άκρη τον όχι και τόσο ενωτικό Πελοποννησιακό Πόλεμο, θα φτάσουμε στον Μεγαλέξανδρο, στην όχι και τόσο ενωτικοαδελφική στάση του έναντι των Νοτίων και στο σαφές «πλην Λακεδαιμονίων». Αν πάλι, σε τούτη την προδήλως γενικευτική μικροσύνοψη, αναζητήσουμε την ελληνική ενότητα στο Βυζάντιο, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι για πολλούς αιώνες το όνομα Ελλην, συνώνυμο του παγανιστή, ήταν αρνητικότατα βεβαρημένο. Πιο κοντά σ’ εμάς, το θαύμα του ’21 υπήρξε μαζί με τους εμφυλίους του όπως και το θαύμα του ’40, συν τους μαυραγορίτες και τους γερμανοτσολιάδες, οι πολιτικοί απόγονοι των οποίων είναι πια και στη Βουλή.

Όσον αφορά τα όνειρα... Του Φερνάντο Πεσσόα (30 Νοε 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr)

...........................................................


Όσον αφορά τα όνειρα...  

Του Φερνάντο Πεσσόα

tvxs.gr/node/101207
 

«Όσον αφορά τα όνειρα, είμαι όμοιος με το παιδί για τα θελήματα ή τη μοδίστρα. Το μόνο στο οποίο διαφέρω είναι ότι ξέρω να γράφω. Ναι, είναι μια πράξη, μια δική μου πραγματικότητα που με κάνει να διαφέρω από αυτούς. Στην ψυχή είμαι όμοιός τους» Φερνάντο Αντόνιο Νογκέιρα Πεσσόα   (1888-1935)   

Αγαπάω, τα αργόσυρτα καλοκαιρινά βράδια, την ησυxία της κάτω πόλης, και προπάντων την ησυxία που η αντίθεση την κάνει ακόμη εντονότερη στα μέρη που την ημέρα σφύζουν από κίνηση.
Η Ρούα ντου Αρσενάλ, η Ρούα ντα Αλφάντεγκα, οι θλιβεροί δρόμοι που εκτείνονται προς τα ανατολικά, μετά το τέρμα της Ρούα ντα Αλφάντεγκα, οι έρημες αποβάθρες σε ευθεία γραμμή, όλα αυτά με ανακουφίζουν από τη μελαγχολία μου, αν κάποιο από εκείνα τα βράδια εισxωρήσω στη μοναξιά των διαδρομών τους. Ζω σε μια εποχή παλαιότερη από αυτή στην οποία ζω. Απολαμβάνω να νιώθω πως είμαι σύγχρονος του Σεζάριο Βέρδε, κι έχω μέσα μου όχι άλλους στίχους σαν τους δικούς του, αλλά την ίδια ουσία από την οποία είναι φτιαγμένοι οι στίχοι του. Περιφέρω, μέχρι να πέσει η νύχτα, μια αίσθηση ζωής ίδια με αυτών των δρόμων.
Τη μέρα είναι γεμάτοι από φασαρία που δεν σημαίνει τίποτα. Τη νύχτα είναι γεμάτοι από έλλειψη φασαρίας, που πάλι δεν σημαίνει τίποτα. Εγώ τη μέρα είμαι ένα τίποτα, αλλά τη νύχτα είμαι εγώ. Δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα σε μένα και τους δρόμους από την πλευρά της Αλφάντεγκα, εκτός από το ότι αυτοί είναι δρόμοι και εγώ ψυχή, το οποίο μπορεί να μην έχει καμιά σημασία μπροστά στην ουσία των πραγμάτων. Υπάρχει ένα κοινό πεπρωμένο, καθότι αφηρημένο, για τους ανθρώπους και τα πράγματα - ένας εξίσου αδιάφορος ορισμός στην άλγεβρα του μυστηρίου.
 
Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα... Εκείνες τις αργές και άδειες ώρες ανεβαίνει από την ψυχή στο πνεύμα μου μια θλίψη ολόκληρου του είναι μου, η πίκρα ότι όλα είναι μια αίσθηση δική μου και συνάμα ένα πράγμα εξωτερικό, που δεν είναι στο χέρι μου να το αλλάξω. Αχ, πόσες φορές τα όνειρά μου υψώνονται μπροστά μου σαν πράγματα, όχι για να υποκαταστήσουν την πραγματικότητα, αλλά για να μου πουν ότι της μοιάζουν στο ότι δεν τα θέλω, στο ότι εμφανίζονται ξαφνικά απ' έξω, όπως το τραμ που κάνει στροφή στο βάθος του δρόμου ή όπως η φωνή του νυχτερινού ντελάλη -τι να διαλαλεί αραγε;-, που ξεχωρίζει, αραβική μελωδία, σαν απρόσμενο σιντριβάνι, στη μονοτονία του δειλινού.
 
Περνούν μέλλοντα ζευγάρια, περνούν μοδιστρούλες δυο δυο, περνούν νεαρoί στο κατόπι της ηδονής, καπνίζουν στο αιώνιo πεζοδρόμιό τους οι συνταξιούχοι των πάντων, πού και πού βγαίνουν στην πόρτα τους για λίγο οι ακίνητοι αλήτες που λέγονται μαγαζάτορες. Αργοί, γεροδεμένοι και καχεκτικοί, οι νεοσύλλεκτοι υπνοβατούν σε παρέες άλλοτε πολύ θορυβώδεις, άλλοτε παραπάνω κι από θορυβώδεις. Πότε πότε εμφανίζεται και κάποιος φυσιολογικός άνθρωπος. Τούτη την ώρα τα αυτοκίνητα δεν είναι πολλά. Αυτά εδώ είναι μουσικά. Στην καρδιά μου υπάρχει μια αγωνιώδης ειρήνη, και η ηρεμία μου είναι καμωμένη από παραίτηση.
 
Όλα περνούν και τίποτα απ' όλα αυτά δεν μου λέει τίποτα, όλα είναι ξένα στο πεπρωμένο μου, ξένα στο ίδιo τους το πεπρωμένο -ανεμελιά, βρισιές απρόβλεπτες, όταν η μοίρα πετάει πέτρες, αντίλαλοι αγνώστων φωνών-, συλλoγική σαλάτα της ζωής.
 
Αντιμετωπίζω με ηρεμία, χωρίς τίποτα περισσότερο απ' ό,τι είναι για την ψυχή ένα χαμόγελο, το ενδεχόμενο να κλείσω για πάντα τη ζωή μου σ' αυτή τη Ρούα ντος Ντοραδόρες, σ' αυτό το γραφείο, σ' αυτή την ατμόσφαιρα τούτων των ανθρώπων. Νά 'χω κάτι για να τρώω και να πίνω, και κάπου να μένω, και λίγο ελεύθερο χρόνο για να ονειρεύομαι, να γράφω, να κοιμάμαι' τι άλλο μπορώ να ζητήσω από τους θεούς ή να ελπίσω από τη μοίρα;
 
Είχα μεγάλες φιλοδοξίες και υπέρμετρα όνειρα - αλλά τα ίδια είχαν και το παιδί για τα θελήματα και η μοδίστρα, γιατί όνειρα έχει όλος ο κόσμος. Αυτό που μας διαφοροποιεί είναι η δύναμη να τα υλοποιούμε ή η τύχη να τα βλέπουμε να υλοποιούνται για μας.
 
Όσον αφορά τα όνειρα, είμαι όμοιος με το παιδί για τα θελήματα ή τη μοδίστρα. Το μόνο στο οποίο διαφέρω είναι ότι ξέρω να γράφω. Ναι, είναι μια πράξη, μια δική μου πραγματικότητα που με κάνει να διαφέρω από αυτούς. Στην ψυχή είμαι όμοιός τους.
 
(Απόσπασμα από Το βιβλίο της ανησυχίας (του Μπερνάντο Σοάρες) - Τόμος Α - εκδ. Εξάντας, 2004, δημοσιευμένο στο http://k-m-autobiographies.blogspot.gr. Αποσπάσματα προδημοσιεύθηκαν στο περιοδικό ΠΟΙΗΣΗ - τ.23, 2004. Η μετάφραση είναι της Μαρίας Παπαδήμα)
---
Ο Φερνάντο Αντόνιο Νογκέιρα Πεσσόα (1888-1935), γεννήθηκε στη Λισαβόνα στις 13 Ιουνίου 1888 και πέθανε στις 30 Νοεμβρίου 1935. Την παραμονή του θανάτου του, σημειώνει από την κλίνη του νοσοκομείου: "I Know not what tomorrow will bring". Αυτό που το μέλλον έφερε αναμφισβήτητα είναι η καταξίωση του ως ενός από τους σημαντικότερους ποιητές του εικοστού αιώνα. Ο Πεσσόα είναι ταυτόχρονα ποιητής και μύθος ποιητικός. Έζησε τη ζωή του στα όρια της ανυπαρξίας, δημοσίευσε ελάχιστο μέρος του τεράστιου έργου του, ενός έργου ανολοκλήρωτου και πολλαπλού, το οποίο κληροδότησε στις μέλλουσες γενιές κλεισμένο στο περίφημο μπαούλο, εξασφαλίζοντας έτσι την υστεροφημία του.
Ελάχιστα γεγονότα συνθέτουν τη βιογραφία του: θάνατος του πατέρα του, μετακίνηση μαζί με τη νέα του οικογένεια στο Ντέρμπαν της Αφρικής, αγγλική παιδεία, επιστροφή στη Λισαβόνα, βιοπορισμός ως αλληλογράφος σε εμπορικούς οίκους, ένας λευκός έρωτας, πολλή μοναξιά.
Η πολυσχιδής ποιητική ζωή του βρίσκεται στους αντίποδες της βιογραφίας του. Ο Πεσσόα, ο οποίος υπογράφει το έργο του με το όνομα του αλλά και με τα 72 καταγεγραμμένα ετερώνυμά του, συνιστά μοναδικό παράδειγμα στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Κύριοι συντελεστές σε πρωτοτυπία αλλά και παραγωγικότητα οι εξής τέσσερις ετερώνυμοί του: ο δάσκαλος όλων Αλμπέρτο Καέιρο, ποιητής του "Φύλακα των κοπαδιών", ο εκκεντρικός ναυπηγός μηχανικός Άλβαρο ντε Κάμπος, ποιητής της "Θαλασσινής ωδής" και του "Καταστήματος φιλικών", ο επικούρειος, στωικός κλασικιστής συνθέτης ωδών Ρικάρντο Ρέις και, τέλος, ο Μπερνάρντο Σοάρες, συγγραφέας του "Βιβλίου της ανησυχίας". Αριστοτεχνικός διευθυντής αυτής της ιδιόμορφης ορχήστρας ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα, ο ποιητής του "Μηνύματος", ο διηγηματογράφος του "Αναρχικού τραπεζίτη", ο ακάματος δοκιμιογράφος επί παντός του επιστητού, ο θεατρικός συγγραφέας ενός ανολοκλήρωτου "Φάουστ", ο οποίος ορίζει την τέχνη του λέγοντας: "Προσποίηση είναι του ποιητή η τέχνη".
ALVARO DE CAMPOS
[...] Πόσες εθνικότητες στον κόσμο! Πόσα επαγγέλματα! Πόσοι άνθρωποι!
Πόσες μοίρες διαφορετικές μπορεί να κρύβει η ζωή,
η ζωή, τελικά, κατά βάθος, πάντα η ίδια!
Πόσες φάτσες παράξενες! Ολες οι φάτσες είναι παράξενες
και δεν υπάρχει τίποτα ιερότερο από το να κοιτάζεις πολύ τους ανθρώπους.
Η αδελφοσύνη τελικά δεν είναι ιδέα επαναστατική.
Είναι κάτι που μας το μαθαίνει η ζωή, όπου πρέπει να ανεχόμαστε τα πάντα,
και τελικά βρίσκουμε ευχάριστο αυτό που πρέπει ν' ανεχόμαστε,
και καταλήγουμε να κλαίμε σχεδόν από τρυφερότητα γι' αυτό
που ανεχτήκαμε!

Α, όλα τούτα είναι ωραία, είναι ανθρώπινα και ταιριάζουν τόσο
με τα ανθρώπινα συναισθήματα, τόσο κοινωνικά και καθωσπρέπει,
τόσο πολύπλοκα απλά, τόσο μεταφυσικά θλιβερά!
Η πολυτάραχη, η διαφορετική ζωή μάς διαπαιδαγωγεί τελικά στα ανθρώπινα.
Καημένοι άνθρωποι! Καημένοι όλοι μας! [...]

Απόσπασμα από την ποιητική σύνθεση του Φερνάντο Πεσσόα: Θαλασσινή ωδή του Άλβαρο ντε Κάμπος, μτφρ.-επίμ.: Μαρία Παπαδήμα, σχ.: Πάολο Γκέτσι, Εκδόσεις Νεφέλη 2012. Δημοσιευμένο στο http://www.e-poema.eu

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

A Hard Rain's a - Gonna Fall - τραγουδισμένη ποίηση του Μπομπ Ντύλαν ("ΑΥΓΗ", 22/11/2012)

...................................................

A Hard Rain's a - Gonna Fall






A Hard Rain's a - Gonna Fall

Και τι άκουσες, γαλανομάτη γιε μου, μοσχοαναθρεμμένε;
Ω, και τι άκουσες, μικρέ μου γιε αγαπημένε;
Άκουσα τον κεραυνό να πέφτει, και πριν μια τρομερή 
                                                                                 βροντή
Άκουσα ένα κύμα να βρυχάται, να θέλει να πνίξει όλη τη γη
Άκουσα εκατό τυμπανιστές τα τύμπανα να χτυπάνε δυνατά
Άκουσα χίλιους να ψιθυρίζουν και κανείς να μην ακούει 
                                                                              προσεκτικά
Άκουσα έναν της πέινας να πεθαίνει και πολλούς να γελάνε
                                                                                 βροντερά 
Άκουσα το τραγούδι ενός ποιητή που πέθανε σαν το σκυλί
                                                                                   στ' αμπέλι
Άκουσα έναν παλιάτσο σε μιαν αλέα να κλαίει και κανείς
        να μην τον θέλει
Και μια άγρια, ναι, μια άγρια, μια άγρια
Ω, μια άγρια, σου λέω μια άγρια, μια άγρια βροχή θα πέσει


                                                                   ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ
                                                                                            1962


Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης 
από το "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ" της "ΑΥΓΗΣ" (22/11/2012) με ανθολόγο του Νοεμβρίου τον Κώστα Τερζή       

"Τα Είδωλα" - ποίημα του Λορέντζου Μαβίλη

..................................................









Λορέντζος Μαβίλης 
(1860 - 1912)












 ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ

Άχαρή μου χαρά, φτωχοί μου στίχοι,
     της ζωής μου ακριβό, κρυφό καμάρι,
     από καθάριο βγαίνετε ζυμάρι
     κ' είσαστε γενημένοι όχι όπως τύχει.

Δεν κελαηδήτε ανούσιοι και άσκοποι ήχοι
     σαν τραγούδια ελαφρόμυαλου ερωτιάρη,
     μα κι ούτε παρατάτε το συρτάρι
     να βρήτε αγοραστή τόσο τον πήχυ.

Γιατί είσαστε ψυχούλες και κορμάκια
     των πόθων και των πόνων μου, που πλήθια
     πικρά μ' εσυχνοπότισαν φαρμάκια.

Είδωλα είναι οι χαρές, καημός η αλήθεια
      και αλήθεια είν' η ζωή. Μα τι με μέλει!
      Θωρώ εσάς κι ο καημός γίνεται μέλι.

        

Λορέντζος Μαβίλης (6 Σεπτεμβρίου 1860 - 28 Νοεμβρίου 1912) 100 χρόνια από το θάνατό του (http://n-tomaras.blogspot.gr, 28/11/2012)

..........................................................

Λορέντζος Μαβίλης (6 Σεπτεμβρίου 1860 - 28 Νοεμβρίου 1912) 

 

O Λορέντζος Μαβίλης γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1860 στην Ιθάκη, όπου ο πατέρας του Παύλος υπηρετούσε τότε εκεί πρόεδρος των δικαστηρίων της Ιονίου Πολιτείας. Ο παππούς του ποιητή Δον Λορέντζος Μαβίλης, Ισπανός στην καταγωγή, ήταν πρόξενος της πατρίδας του στην Κέρκυρα, όπου πήρε γυναίκα Κερκυραία και εγκαταστάθηκε εκεί. Η μητέρα του ποιητή ήταν επίσης Κερκυραία και ονομαζόταν Ιωάννα Καποδίστρια - Σούφη. Πέρασε τα παιδικά της χρόνια σ' ένα αγρόκτημα, όπου έμαθε κι αγάπησε τη γλώσσα του λαού, τα τραγούδια και τις παροιμίες, και την αγάπη της αυτή την μετέδωσε στο γιο της Λορέντζο. Ο ποιητής παρακολουθούσε τα γυμνασιακά μαθήματα στο εκπαιδευτήριο «Καποδίστριας», όπου είχε δάσκαλο ελληνιστή τον Ιωάννη Ρωμανό. Αυτός τον σύστησε στην Αναγνωστική Εταιρία, όπου σύχναζαν τότε όλοι οι άνθρωποι των γραμμάτων. Εκεί γνώρισε τον Ιάκωβο Πολυλά, σοφό εκδότη του Δ. Σολωμού. Έμαθε την Ιταλική, Ισπανική, Αγγλική και Γερμανική.

Το 1878 γράφτηκε στην φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών την οποία εγκατέλειψε μετά ένα χρόνο για να σπουδάσει στην Γερμανία φιλολογία και κυρίως γλωσσολογία και φιλοσοφία. Το 1890 στις 16 Ιουνίου αναγορεύτηκε διδάκτωρ της φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Έρλαγκεν της Βαυαρίας. Και κατέβηκε στην Κέρκυρα. Δεν δέχτηκε καμία θέση για να μην παραβεί τις ηθικές αρχές του. Ένα μικρό απόσπασμα
επιστολής του (προς τον Κεφαλληνό) μας δίνει συμπυκνωμένο το πρόγραμμα της περαιτέρω προοπτικής του: «Ό,τι κατορθώσω εις την ζωή μου, θα το κατορθώσω μένοντας συνεπής, χωρίς ν' απαρνηθώ ούτε μια μόνο πράξη, ούτε μια μόνο στιγμή της περασμένης μου ζωής, ή αλλιώς δεν θα κατορθώσω τίποτε».  Το 1896 η Ελλάδα αγωνίζεται για την απελευθέρωση της Ηπείρου, Μακεδονίας και Κρήτης. Ο Μαβίλης που δεν ήταν πατριώτης μόνο στο λόγο και στην ποίηση, αλλά και στην πράξη, πολεμάει εθελοντής στην Κρήτη.


Το 1897 αγωνίζεται στην Ήπειρο, πάλι εθελοντής, όπου και τραυματίζεται. Το 1910 εξελέγη βουλευτής του κόμματος των Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου στην αναθεωρητική Βουλή. Ιστορική θα μείνει η αγόρευσή του για την υπεράσπιση της δημοτικής γλώσσας όταν συζητιόταν το άρθρο 107 του συντάγματος. «Δεν υπάρχει γλώσσα χυδαία» είπε «μόνο χυδαίοι άνθρωποι!». Ο άκαμπτος χαρακτήρας του και το ότι δεν προσαρμόστηκε στο ρεύμα της συναλλαγής που επικρατούσε, το λεγόμενο ρουσφέτι, συντέλεσε στο να μην εκλεγεί βουλευτής στις επόμενες εκλογές.  Ο ποιητής Μαβίλης, εκτός από μερικά ποιήματα που δημοσίευσε σε περιοδικά της εποχής, δεν εξέδωσε καμία ποιητική συλλογή όσο ζούσε. Τα άπαντά του κυκλοφόρησαν με την φροντίδα του φίλου του Κ. Θεοτόκη στην Αλεξάνδρεια το 1915. Η μετριοφροσύνη χαρακτήριζε πάντα τον Μαβίλη όσον αφορά το έργο του. Αυτός ο εκπληκτικός μάστορας του σονέτου (δεκατετράστιχο ποίημα που αποτελείται από δύο τετράστιχα και δύο τρίστιχα) έστελνε τους στίχους του στον Παλαμά με την υποσημείωση:«Για το συρτάρι σου».

Οι κριτικοί του καιρού του αναγνώρισαν στο πρόσωπό του έναν τεχνίτη απαράμιλλο. Ορισμένοι τον κατηγόρησαν γι' αυτή του την τελειομανία, χαρακτηρίζοντάς την σαν μια νεκρή πεταλούδα που μπορείς να θαυμάσεις τα ψυχρά φτερά της. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος πιο εύστοχα, ίσως, απ' όλους παρατήρησε: «Ο Μαβίλης στάθηκε ένας απ' τους σπάνιους εκείνους ποιητές που το καλύτερό τους ποίημα είναι η ζωή τους».

Και πράγματι:  Στον Βαλκανικό πόλεμο του 1912 ο Μαβίλης παρά τα 53 του χρόνια κατετάγη εθελοντής λοχαγός των Γαριβαλδινών ερυθροχιτώνων. (Ονομαζόταν Γαριβαλδινοί οι εθελοντές Έλληνες και ξένοι από το όνομα του αρχηγού τους, Ιταλού στρατηγού, Γαριβάλδη. Ερυθροχίτωνες λέγονταν λόγω του κόκκινου χιτώνα που φορούσαν.) Εκείνη την εποχή ο Μαβίλης ήταν το βασιλόπουλο του παραμυθιού για μια μεγάλη ποιήτρια, την κυρία ΘεώνηΔρακοπούλου ή Μυρτιώτισσα, όπως φιλολογικά επέλεξε να ονομάζεται. Η αγάπη αυτή, όσο σαγηνευτικό δόλωμα κι αν ήταν, δεν μπόρεσε να τον κρατήσει κοντά της. Η φωνή της πατρίδας κάλυψε τη φωνή της καρδιάς.


«Σ' αγαπώ/ δεν μπορώ/ τίποτ' άλλο να πω/ πιο βαθύ, πιο απλό, πιο μεγάλο!» έγραφε για 'κείνον η ερωτευμένη ποιήτρια. Μα αυτός τραβούσε για τα μεγάλα ιδανικά «στην κορφή της ζωής, όπου ροδίζει/ της Λευτεριάς αμόλευτος αγέρας/ και σαν ήχος αθάνατης φλογέρας/ η ποίηση, αηδόνι θείο, καλοκαρδίζει&» Όχι πως δεν αγαπούν και οι ποιητές «μα τους θεριεύει ο πόθος του θανάτου/ με τ' αγιασμένα δαφνοστέφανά του».  Στις 28 Νοεμβρίου 1912 στο χωριό Δρίσκος, κοντά στα Γιάννενα, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν σφοδρή αντεπίθεση κατά των Γαριβαλδινών εθελοντών που ήδη είχαν προχωρήσει πολύ. Ο Μαβίλης μάχεται ηρωικά, επικεφαλής των στρατιωτών του που αποδεκατίζονται απ' τα εχθρικά βόλια.


 Σε μια στιγμή της μάχης μια σφαίρα του διατρυπά τα δύο μάγουλα χαλώντας και πολλά δόντια του. Ενώ μεταφέρεται αιμόφυρτος στο προσωρινό νοσοκομείο ένα δεύτερο βόλι τον βρήκε στο στόμα. Εκείνη τη στιγμή έφτανε στο χειρουργείο και ο αρχηγός, Αλέξανδρος Ρώμας. Είδε τον Μαβίλη και κατάλαβε. «Σε συγχαίρω απ' την καρδιά μου!» λέει δίνοντάς του το χέρι. Ο Μαβίλης μάζεψε τις στερνές του δυνάμεις, στάθηκε προσοχή και πήρε το χέρι του αρχηγού. Το αίμα που έτρεχε σ' όλο το δρόμο απ' τις πληγές των παρειών του πάγωνε το λαιμό του και του δυσκόλευε την αναπνοή. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Τους κάνει νοήματα να του δώσουν χαρτί, να γράψει. Τα αίματα στάζουν απ' όλες τις μεριές και οι βολές του πυροβολικού ακούγονται τώρα κοντύτερα. Αλλά δεν προφταίνει ούτε να γράψει. Ο παπα-Φώτης του κλείνει τα μάτια. Ο Πιπίνος Γαριβάλδης, ο μόνος εκείνη τη στιγμή στρατιωτικός, στέκεται προσοχή και τον χαιρετάει. Οι άλλοι σταυροκοπιούνται. Ο Μαβίλης είναι πλέον νεκρός, ξαπλωμένος στο πεζούλι της Αγίας Παρασκευής. Τον έχουν σκεπάσει με τον ματωμένο μανδύα του. Έχει περάσει πλέον στην αιωνιότητα κερδίζοντας «δώρα άγια τρία: ΘΑΝΑΤΟ, ΑΘΑΝΑΣΙΑ Κ' ΕΛΕΥΤΕΡΙΑ» όπως το ήθελε.

Iωάννου + Πετρουλάκης : ένας κι ένας...!

.......................................................


..όποιος σπέρνει ανέμους…



Σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη


{ Επιδρομή «λαϊκιστών» } Tου Παντελη Μπουκαλα ("Καθημερινή", 29/11/2012)

..........................................................



Επιδρομή «λαϊκιστών»




Tου Παντελη Μπουκαλα

Ιδού μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για όσους «φίλους του λαού» έχουν ορίσει ως πρώτιστο καθήκον τους την κατακεραύνωση των λαϊκιστών, που τους εννοούν όπως τους βολεύει: Να επιτεθούν στα παιδάκια του δημοτικού στον Δενδροπόταμο της Θεσσαλονίκης, που αντί να ασχοληθούν με τα μαθήματα και τα μίκυ μάους, το έριξαν στην πολιτική. Τι έκαναν; Εγραψαν επιστολή στη ΔΕΗ. Αντιγράφω: «Χθες οι ηλεκτρολόγοι της ΔΕΗ έκοψαν το ρεύμα από τα σπίτια μας. Δεν μας ενημέρωσαν και ήρθαν πρωί πρωί με την αστυνομία. Πέταξαν όλα τα φαγητά από το ψηγείο. Δεν ήταν σοστό αυτό που έκαναν»...
Εντάξει, θα είχαν αφήσει κάποιες μέρες απλήρωτη τη ΔΕΗ οι γονείς, ακούγοντας ίσως τόσους υπουργούς και αρχισυνδικαλιστές να λένε ότι «δεν θα κοπεί το ρεύμα των φτωχών». Ούτε από μαγκιά το έκαναν όμως ούτε χρωστούσαν τίποτα θηριώδη ποσά, «βιομηχανικά». Του ενός μαθητή ο πατέρας (εύλογα το εικάζουμε) είναι άνεργος, του άλλου βρίσκει δύο μεροκάματα τη βδομάδα, του τρίτου οι γονείς παίρνουν πια τα μισά. Ανθρώπινα πράματα. Πολύ ανθρώπινα. Ελληνικά. Της εποχής μας.
Ε, λοιπόν, αν δεν είναι αυτό λαϊκισμός, τι είναι; Μπορούν μόνα τους τα παιδιά να στρωθούν και να γράψουν τέτοιο γράμμα; Εντάξει. Δίχως ρεύμα κρυώνουν, αν δεν έχουν τζάκι ή σόμπα, κι αν έχουν λεφτά να αγοράσουν ξύλα ή πετρέλαιο. Και δεν μπορούν να δουν τηλεόραση ούτε να ξεδώσουν στο Ιντερνετ. Εχουν δηλαδή εμπειρίες και αισθήματα, όπως λένε οι μεγάλοι. Ε και; Φτάνουν τα αισθήματα για να σου μπει η ιδέα να γράψεις επιστολή; Οχι βέβαια. Χρειάζεται καθοδήγηση. Εδώ είναι φανερό ότι έχουμε προσηλυτισμό νηπίων. Παιδομάζωμα. Λαϊκισμό. Είναι φανερό δηλαδή ότι τα καημένα τα παιδιά τα ορμήνεψαν οι γονείς και τα δασκάλεψαν οι εκπαιδευτικοί. Και το εθνικώς πρέπον είναι να τους περιλάβει τώρα όλους (μαθητές, γονείς και δασκάλους), για να τους κατσαδιάσει και να τους ξεμπροστιάσει, κάνας αντιλαϊκιστής τηλεκήρυκας των οχτώ. Αμάν πια μ’ αυτή την ανορθογραφία. Ακούς εκεί, το «ψυγείο» με ήτα, «ψΗγείο», και το «σωστό» με όμικρον, «σΟστό»! Είναι χάλια αυτά; Και δικαιούνται οι ανορθόγραφοι να διαμαρτύρονται; Σωστά. Πολύ σωστά. Και ορθογραφημένα.
Αλλά ιδού και δεύτερη ευκαιρία πάταξης του λαϊκισμού: Επειδή το κολυμβητήριο της Ορεστιάδας έκλεισε (όπως και το ιστορικό του Ζαππείου), μια και δεν υπάρχουν λεφτά για πετρέλαιο, να ζεσταίνεται το νερό, τα παιδιά θα πηγαίνουν στην Αδριανούπολη της Τουρκίας για προπόνηση. Ε λοιπόν, κι εδώ καραμπινάτο λαϊκισμό δεν έχουμε; Οσοι το αποφάσισαν, το έκαναν για να εκθέσουν την Ελλάδα και να εκβιάσουν την πολιτεία. Οπως κάνουν και οι άρρωστοι των Δωδεκανήσων, που περνούν στις απέναντι μικρασιατικές ακτές για γιατρό, εξ αντιπατριωτικού λαϊκισμού ορμώμενοι. Εδώ πια δεν μιλάμε για κερκόπορτες αλλά για κυκλωπειόπορτες. Που τις ανοίγουν οι αναίσχυντοι λαϊκιστές για να μπουκάρουν με την άνεσή τους οι εχθροί της πατρίδας.

Μάριος Ποντίκας (1942 - ) : Ένας σπουδαίος και προφητικός θεατρικός μονόλογος από το θεατρικό του έργο "Κοίτα τους" ( 1990 - 1991)

.......................................................


Μάριος Ποντίκας (1942 - )


Ένας προφητικός θεατρικός  μονόλογος από το "Κοίτα τους"*
(παίχτηκε στην περίοδο 1990 - 1991 στο θέατρο "ΣΤΟΑ") 





Ένας άντρας - δημοσιοϋπαλληλικά καλοντυμένος -προχωρεί μέσα στη νύχτα με την ομπρέλα του ανοιγμένη και πίσω του τον ακολουθεί ένας ζητιάνος που 'χει χωθεί μέσα στα ρούχα του για ν' αποφύγει τη βροχή. Ό άντρας καθώς βαδίζει στρέφει το κεφάλι του πίσω και κοιτάζει ανήσυχος - για να σταματήσει  απότομα και να γυρίσει ολόκληρος προς το ζητιάνο που τρομάζει και επιχειρεί να φύγει. 



ΑΝΤΡΑΣ: Έλα εδώ ρε… Τι θες; Γιατί με πήρες από πίσω; Τι θες κι έρχεσαι από πίσω μου με το χέρι απλωμένο; Γιατί ζητιανεύεις; (Σιωπή) Μίλα ρε γιατί δε μιλάς; Δεν είσαι από δω, ε; Κούρδος είσαι; Άι στο διάολο, γέμισε ο κόσμος απόβλητα…
 Γιατί δεν πας στην πατρίδα σου ρε, παρά κάθεσαι εδώ και ζητιανεύεις; Γιατί φύγατε από την πατρίδα σας; (Ξαφνικά) Πόντιος είσαι. Τι με κοιτάς έτσι; Είσαι Πόντιος; (Μιμείται ποντιακό χορό) Πόντιος; Άμα είσαι Πόντιος, πες το και κάτι θα πάρεις. Έχουμε κι εδώ Πόντιους, αλλά γιατί είναι Έλληνες δεν το ‘χω καταλάβει. Πόντιε, μουγκός είσαι; Θα πάρεις πενηντάρικο, πες τι είσαι. Πενηντάρικο λέω… (το βγάζει το ανεμίζει, ο ξένος το κοιτάει, δε μιλάει, κινείται διστακτικά, ο άντρας το παίρνει πίσω)  Πες πρώτα τι είσαι. Πακιστανός. Πακιστάν; Γιατί δε μιλάς ρε κακομοίρη; Κοίτα, ρε… Όλες οι φυλές του κόσμου εδώ μαζευτήκανε και δε μας μιλάνε κι από πάνω. Δεν καταδέχονται. Τα κάνω εκατό, από πού ήρθες; (Έχει βγάλει κατοστάρικο και το ανεμίζει δύσκολα με την ομπρέλα στη μασχάλη) Κοίτα να δείς… Εγώ άμα βάλω κάτι πείσμα, δεν το εγκαταλείπω. Θα σε κρατήσω εδώ μέχρι το πρωί και μετά θα σε παραδώσω για απέλαση. Μου την έχεις δώσει. Κάνε το σταυρό να είσαι Έλληνας καθαρόαιμος. Από Στερεά και κάτω. Ρε μπας και είσαι Πολωνός; Έχω αρχίσει να νευριάζω, εντάξει; Σε ρωτάω; Πόλις…; Πόλαντ; Έχω πάρει μια βάρκα φουσκωτή από έναν Πολωνό – Πολωνός είσαι; Φουσκωτή βάρκα. Μπόουτ. Φσσσ-φσσς… (Μιμήσεις για φούσκωμα, θάλασσα, πλεύση) Πόλαντ; Πακιστάν; Τι; Έναν ποτήριν νερόν παρακαλώ (το είπε κυπριακά)  Γαμώ το θεό της Ελλάδας. Τα κάνω χίλιες, ρε πεινασμένε. (Βγάζει χιλιάρικο – ίδιες δυσκολίες στις κινήσεις. Εξαγριώνεται) Αλλά θα μιλήσεις! Απόψε ο κόσμος να χαλάσει, θα πεις ελληνικά. Και θα πληρωθείς. Τρεις λέξεις ελληνικές θα πεις κι έφυγες… Η πρώτη: «είμαι»! Η δεύτερη: «από»! Η τρίτη: από πού στο διάολο ήρθες. Αν είσαι Κύπριος και καταλαβαίνεις και δε μιλάς, σ’ έθαψα. Κωλόρατσα, ε κωλόρατσα. Πρόσεξε έτσι; Εγώ ούτε γάτα δεν έχω πειράξει στη ζωή μου αλλά μου την έχεις δώσει. Μ’ έχεις πάρει από πίσω με το χέρι απλωμένο και δε λες μια λέξη. ΜΙΑ. Από υποχρέωση στη χώρα που σε φιλοξενεί και σου επιτρέπει ακόμα και να ζητιανεύεις. Τρως το ψωμί του Έλληνα ζητιάνου – λέγε μια λέξη. Πες μια λέξη ελληνική. Και μουγκός να ‘σουνα θα προσπαθούσες: ααααλλλλ… θα ‘κανες. Πες «είμαι»! «Είμαι», πες. Πες, «είμαι» λέω. Πες «είμαι Πέρσης». Είσαι Πέρσης; Μία. Πες εθνικότητα. Τι άλλο να κάνω για να καταλάβεις ότι κινδυνεύεις. Α, ρε Χίτλερ. (Ακουμπάει την ομπρέλα στο πόδι του, του πέφτει, δε δίνει σημασία, βγάζει πεντοχίλιαρο). Άμα πεις την εθνικότητα – στα ελληνικά όμως – έχεις πέντε χιλιάρικα. Να τα. Μην το βλέπεις ένα. Πέντε είναι. Δεν είμαι Κύπριος εγώ να κάνω πουστιές. Πέντε. Για μια λέξη. Πέρσης; Πολωνός; Πακιστάν; Τούρκος; Περιμένω. (Ο ζητιάνος αρπάζει την ομπρέλα και το βάζει στα πόδια, ο άντρας μένει μετέωρος στη βροχή) Δεν την είπε ο βάρβαρος. Και βούτηξε και την ομπρέλα. Την ομπρέλα τώρα γιατί την βούτηξε; Άφησε το πεντοχίλιαρο και πήρε την ομπρέλα. Αν ήταν Πολωνός, δε θα το έκανε. (Σκέφτεται) Άρα είναι υποανάπτυκτος. Είναι Κούρδος. Κυνηγημένο πράμα ήτανε. Φοβισμένο… Άρα; Απ’ αλλού; (Σκέφτεται) Από πού όμως; Από υποανάπτυκτη χώρα σίγουρα… Αλλιώς γιατί να πάρει την ομπρέλα; Να πάρει είδος και να αφήσει το χρήμα…; Από ποια πολιτισμένη χώρα το κάνουν αυτό; Κούρδος, Κούρδος, Αρμένιος – από κει. Πακιστάν, Ιράν, Ινδός μπορεί… Τέτοιες χώρες. Αλλιώς δε θα ‘παιρνε το είδος. Θα ‘παιρνε το χρήμα. Α, ρε τσογλάνι. Μούσκεμα έγινα. Αλλά δε μου γλιτώνεις. Θα δώσω περιγραφή. Όχι για την ομπρέλα. Για το θράσος. Για την περιφρόνηση. Θα ζητήσω απέλαση. Θα κάνω θέμα! Θα σε στείλω πίσω να σε κόψουνε στη μέση με το γιαταγάνι. Όποιος και να ‘σαι διωκόμενος είσαι. Κυνηγημένος. Ε, την έχεις βάψει. Όχι που μαζευτήκατε όλοι εδώ πέρα… (Σηκώνει το γιακά, κοιτάζει ψηλά, αποσύρεται να προφυλαχθεί) Καλά, θα δείτε… Θα δείτε. Ανάβει το πράμα, έχει ανάψει. Έξω όλοι… Όλοι… Πίσω… Πίσω. Καλά. Εντάξει. Θα σου κόβανε τα χέρια στην Περσία, κάθαρμα… Ηλίθιε. Να πάρεις την ομπρέλα να την κάνεις τι; Να την πουλήσεις; Χα! Χα! Χα!... Πήρε την ομπρέλα για να την πουλήσει – σκέψου μυαλό. (απότομα) Μ’ εφτυσε. Γι’ αυτό δεν το πήρε το πεντοχίλιαρο ο Κούρδος. Για να μου πει «σε γράφω». Για να μου πει «δε σ’ έχω ανάγκη… ΔΕΝ ΤΑ ΘΕΛΩ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΟΥ». Ααα, καθίκι. Δεν τα θες τα λεφτά μου, ε; Με περιφρονείς, ε; (προς τα κει που έφυγε ο ζητιάνος) Ρε κορόιδο. Ρε υποανάπτυκτε. Ποιον περιφρονείς, ρε; Χα!Χα!Χα!... Την ομπρέλα, ρε ζώο, γιατί την πήρες; Τι θα την κάνεις την ομπρέλα μπορώ να μάθω; (Φεύγει γελώντας τυλιγμένος στο παλτό του προσέχοντας πού πατάει για ν’ αποφύγει τις λακκούβες με τα νερά.)

*: από το γ' τόμο "Απάντων των Θεατρικών" του Μάριου Ποντίκα (εκδόσεις "Αιγόκερως", 2007).

Προσπάθησαν να κάψουν δυο Πακιστανούς... για πλάκα (28 Νοε 2012 | tvxsteam tvxs.gr)

.......................................................

Προσπάθησαν να κάψουν δυο Πακιστανούς... για πλάκα

tvxs.gr/node/112527
 
 
Το βράδυ της περασμένης Κυριακής, στις δώδεκα και μισή τα μεσάνυχτα, τέσσερις νεαροί, ελληνικής υπηκοότητας, και ηλικίας 17, 19, 20 και 23 ετών αποπειράθηκαν να κάψουν το σπίτι στο οποίο διέμεναν δυο αλλοδαποί από το Πακιστάν στην περιοχή των Σπάτων. Η αστυνομία τους συνέλαβε και τους οδήγησε στον εισαγγελέα, όπου εκείνοι κατά την απολογία τους δήλωσαν ότι προέβησαν σε αυτή την πράξη «για πλάκα και μην έχοντας τίποτα άλλο να κάνουν».
 
Συγκεκριμένα οι τέσσερις νεαροί τα μεσάνυχτα της Κυριακής προς Δευτέρα, μετέβησαν, φορώντας κουκούλες, σε μονοκατοικία στα Σπάτα, στην οδό Μυκηναϊκών Τάφων, όπου διαμένουν δύο αλλοδαποί υπήκοοι Πακιστάν, ηλικίας 26 και 32 ετών. Τρεις από αυτούς εισήλθαν στην αυλή της μονοκατοικίας και ο πρώτος με σφυρί που κρατούσε, έσπασε το τζάμι της πόρτας εισόδου, ο δεύτερος πετούσε πέτρες στα παράθυρα και ο τρίτος αφού κατάβρεξε με βενζίνη το έδαφος που ήταν σταθμευμένη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας φίλου των αλλοδαπών, προσπάθησε με αναμμένο χαρτί να βάλει φωτιά, χωρίς όμως να το επιτύχει. Οι δράστες μετά την επίθεση επιβιβάστηκαν σε αυτοκίνητο, στο οποίο τους ανέμενε ο τέταρτος συνεργός τους και εξαφανίστηκαν, καθώς οι μετανάστες κάλεσαν σε βοήθεια και οι γείτονες βγήκαν από τα σπίτια τους για να δουν τι συμβαίνει.
Η Αστυνομία, γνωρίζοντας τον αριθμό κυκλοφορίας του οχήματος με το οποίο διέφυγαν, καθώς τον είχαν συγκρατήσει οι γείτονες, τους αναζήτησε στα Σπάτα, την Λούτσα και την ευρύτερη περιοχή. Μετά από επισταμένη έρευνα τους εντόπισαν και τους συνέλαβαν.
Ύστερα από έρευνα που διεξήχθη στο σπίτι του 19χρονου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένα κυνηγετικό όπλο, χωρίς άδεια κατοχής, και δυο κάλυκες φυσιγγίων.
Οι δυο Πακιστανοί δεν μπόρεσαν να εξηγήσουν γιατί στοχοποιήθηκαν, ενώ οι γείτονες καταθέτοντας στις Αρχές τόνισαν ότι πρόκειται «για παιδιά που δεν έδωσαν ποτέ αφορμή».

Την Τρίτη το πρωί οι τέσσερις συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπου απολογούμενοι δήλωσαν ότι «πήγαμε για πλάκα να κάψουμε τους Πακιστανούς. Δεν είχαμε τι να κάνουμε το απόγευμα κι αποφασίσαμε να πάμε να τους χτυπήσουμε».