Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

"Αύγουστος ήταν που έπεσε ο Γράμμος…" της Ανδρονίκης Π. Χρυσάφη (Τετ 31/08/2011, tvxsteam)

...........................................................

Αύγουστος ήταν που έπεσε ο Γράμμος… της Ανδρονίκης Π. Χρυσάφη


Αποσπάσματα επιστολής της αγωνίστριας Κατίνας προς τη συναγωνίστρια Φανή, 
στις 18 Ιουνίου 1949, από τον «Ελεύθερο Γράμμο»:
…διαβάσαμε τα άρθρα του αρχηγού μας σηντροφο ζαχαριάδη ότη ο μονορχοφασισμός θελει να κάνη επηχήριση στο βήτσι. αλλά εμείς ξέρομε πολύ καλά γιατή ο εχθρός δεν θα πατήση στο βήτσι… ο σήντροφος ζαχαριάδης έτσι δηλόνη του βήτσι ηπόθεσι είναι ήκοση μέχρη 30 μέρες αρκή να ήμαστε εμείς παν προετημασμένη λαός και στρατός… γρήγορα θα φέρουμε τη λευθεριά μας και την λαηκή διμοκρατία και θα ζήσομε όπος θέλουμε εμείς ελεύθερη… θα μπορέσομε να κάνομε το 1949 από φασηστικό, χρόνο της νίκης, και να γηρίσομε όλοι στα σπίτια μας να ζήσομε ελεύθερη και ήσηχη [ζωή] δήχως σκλαβιά όπος θέλομε αιμείς…
Κρυσταλλοπηγή, φθινόπωρο του 1949
Αύγουστος ήταν που έπεσε ο Γράμμος. Εμείς τουλάχιστον τις μεγάλες μάχες δεν τις είδαμε, ήμασταν επικουρική ομάδα στον εθνικό στρατό, στα ορεινά χειρουργεία. Δίπλα μας, πάνω στο βουνό, τη Βάρμπα, ήταν η ταξιαρχία. Εκεί, μετά τις 20 Αυγούστου του 1949, λίγο πριν την τελική επίθεση, είδα κοντά στις Μηλιές κάτι που στα μάτια μου φάντασε εξωπραγματικό: σε μια κοιλάδα μέσα είχαν τοποθετηθεί 100 κανόνια στην αράδα, το ένα δίπλα στ’ άλλο.
Στον εθνικό στρατό επιστρατεύτηκα στα τέλη του 1947, όταν φούντωσε ο Εμφύλιος. Είχαν διακόψει τις αναβολές των φοιτητών και ξεκίνησαν να μας μαζεύουν όλους από τα πανεπιστήμια. Το 1949, βέβαια, είχαμε συγκεντρωθεί στη συνοριογραμμή, στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας. Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1949, όταν τελείωσε ο Εμφύλιος, αποσπάσθηκα από το ορεινό χειρουργείο εκστρατείας της 10ης Μεραρχίας στον Γράμμο και πήγα στην Κρυσταλλοπηγή. Ως τελειόφοιτος της ιατρικής με είχαν εκπαιδεύσει για νοσοκόμο και μου ανέθεσαν κάποια «ελαφριά» καθήκοντα, ενδοφλέβιες ενέσεις, εμβόλια, πυρετούς, κρυώματα, άδειες… Είχα μαζί μου τρεις ακόμη φαντάρους και ένα καλό αμερικανικό υγειονομικό αυτοκίνητο, για τις διακομιδές ζώντων και πεθαμένων… Η Κρυσταλλοπηγή ήταν έρημη, οι κάτοικοι είχαν φύγει όλοι και τρεις γριές μόνο αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τους υπόλοιπους. Έτσι τουλάχιστον αντιληφθήκαμε τις επόμενες ημέρες, γιατί ποτέ δεν τις είδαμε και καθαρά. Κάποια ημέρα διέκρινα μια σκυφτή σκούρα φιγούρα από μακριά, γρήγορα όμως έτρεξε να εξαφανιστεί. Τα πάντα ήταν έρημα, δεν υπήρχε καμία κίνηση, καμία ζωή, το χωριό έστεκε ακίνητο και αμίλητο πάνω στα σύνορα. 

«Ατομικό Δελτίο Εμβολιασμών» αγωνιστή του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, 1949

Μόλις φθάσαμε στην Κρυσταλλοπηγή εγκατασταθήκαμε σε ένα παραδοσιακό δίπατο σπίτι. Δυσκολευτήκαμε να βρούμε κάτι στέρεο να μείνουμε, αντάρτικο βλέπεις το χωριό, είχε χτυπηθεί από την αεροπορία. Όλα τα χωριά, μέχρι κάτω τις Πρέσπες, ήταν χτυπημένα από τα αεροπλάνα, ο τόπος είχε εκκενωθεί. Η επιμελητεία μας ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Τι θα φάμε, τι θα πιούμε, μάλλον δεν απασχολούσε κανέναν στον επίσημο στρατό της χώρας τη στιγμή εκείνη, είχαμε έλλειψη στοιχειωδών πραγμάτων. Συχνά πεινούσαμε. Αναγκασθήκαμε να καταφύγουμε στο χωριό. Οι γριές εξαφανισμένες, μόνο κάτι σκυλιά τριγυρνούσαν. Ανακαλύψαμε όμως λίγες κότες που τσιμπολογούσαν ανάμεσα στα χαλάσματα.
Ο στρατιώτης Γιάγκος Κ. ήταν αυτός που κυρίως ανέλαβε την τροφοδοσία μας. Κάθε μέρα γυρνούσε, έψαχνε όλο το χωριό και όταν σουρούπωνε επέστρεφε με μια πνιγμένη κότα κάτω από το αμπέχονο. Την κότα δεν τη μαδάγαμε, τη γδέρναμε, για συντομία και γιατί δεν υπήρχαν τα μέσα. Πού να βρεις ζεστό νερό και χρόνο; Το σπίτι που είχαμε καταλάβει είχε ένα ωραίο τζάκι, το ανάβαμε κάθε βράδυ και τηγανίζαμε το κοτόπουλο. Ο Γιάγκος, στα ψαξίματα που έκανε στο χωριό, είχε ανακαλύψει και φρέσκο βούτυρο στα κατώγια των σπιτιών, για ενάμιση μήνα τρώγαμε τηγανητό κοτόπουλο με βούτυρο. Χωριατόπαιδο επιτήδειο ο Γιάγκος, πήρε το μάτι του και κάτι κουβέλια στην άκρη του χωριού. Κατόρθωσε και έβγαλε το μέλι που περιείχαν, για ένα διάστημα παριστάναμε τους αριστοκράτες κάθε πρωί. Τρώγαμε μπομπότα, μέλι και βούτυρο.
Ο Γιάγκος, αν και ήταν ουσιαστικά αμόρφωτος ―λίγες τάξεις του δημοτικού είχε τελειώσει― είχε κάποιες αρετές. Ήταν έξυπνος και ευχάριστος, κάτι που το χρειαζόσουνα το φθινόπωρο του 1949 στον Γράμμο. Εγώ ένιωθα ότι βίωνα μια οδυνηρή περιπέτεια, αισθανόμουν ανασφαλής και διαρκώς φοβισμένος. Μια μέρα πήγα μαζί του στη γύρα που έκανε στο χωριό. Και τότε έμαθα το μυστικό του. Είχε ανακαλύψει ότι στα κατώγια των σπιτιών οι κάτοικοι φεύγοντας έθαψαν τα πολύτιμά τους, αυτά που θεωρούσαν ότι έπρεπε να προφυλαχτούν για να τα βρουν στην επιστροφή τους ακέραια. Ο Γιάγκος πήρε ένα ραβδί, μια βαριά ξύλινη βέργα και χτυπούσε το πατημένο χώμα που είχαν για δάπεδο τα κατώγια κοντά κοντά, με σύστημα. Όπου άλλαζε ο ήχος του χτυπήματος, όπου έβγαινε ένας κούφιος θόρυβος, καταλάβαινε ότι υπήρχε κενό από κάτω. Άρχιζε να σκάβει και να προβάλλουν μέσα από τη γη γυαλικά, πιάτα, κουβέρτες, πηρούνια, κουτάλια, υφαντά, ακόμα και τενεκεδάκια με τυρί ή βούτυρο. Οι άνθρωποι ήταν άφαντοι, τα όνειρα κατεστραμμένα, οι πραγματικότητες πλέον ρευστές και αβέβαιες, τα σπίτια μισογκρεμισμένα, ο τόπος ερειπωμένος, το χωριό αλλού, χωριό στην ουσία δεν υπήρχε, αλλά από τα σπλάχνα του άρχισαν να προβάλουν κουταλοπήρουνα, εικόνες της Παναγίας και προίκες ανύπανδρων κοριτσιών.
Τρεις μήνες περίπου μείναμε στην Κρυσταλλοπηγή. Ο Γιάγκος απελευθερώθηκε όταν τον ανακαλύψαμε και επιδόθηκε πλέον σε συστηματικό ψάξιμο. Χτυπούσε με το ραβδί και μες την ερημιά ξέθαβε. Μάζευε, συσκεύαζε τα πράγματα που ήθελε και έψαχνε τρόπο να τα διώξει από την Κρυσταλλοπηγή. Με το υγειονομικό αυτοκίνητο που είχαμε μεταφέραμε προμήθειες των ορεινών χειρουργείων, τραυματίες, πού και πού κανέναν νεκρό. Ο Γιάγκος οργανώθηκε. Συνόδευε το αυτοκίνητο, προκειμένου να βρει τρόπο να στείλει τα πράγματα στο χωριό του. Μαζί με τους «επίσημους» νεκρούς του ελληνικού κράτους που όδευαν για τα νεκροταφεία της Καστοριάς ή της Φλώρινας ταξίδευαν και τα λάφυρα του Γιάγκου. Οι προίκες ήταν πλέον άχρηστες για αυτές που τις είχαν μαζέψει. Τα κορίτσια των χωριών της περιοχής μαζί με τα κορίτσια που είχαν ονειρευτεί το 1949 ως «χρόνο της νίκης», χρονιά που θα γύριζαν στα σπίτια τους για μια «ελεύθερη και ήσυχη ζωή χωρίς σκλαβιά», ταξίδευαν πλέον φοβισμένα για άγνωστους προορισμούς, όπου οι υφαντές κουβέρτες και τα μαχαιροπήρουνα δεν ήταν στις προτεραιότητες. 

«Ημερεσία Διαταγή» του ΔΣΕ, 8-4-1949, με την οποία απονέμονται βαθμοί υπαξιωματικών σε μαχητές που στις επιχειρήσεις Νάουσας και Φλώρινας έδειξαν «παλληκαριά, τόλμη και αποφασιστικότητα, ικανότητες διοικητικές και επιμονή στην εκτέλεση των διαταγών». Ανάμεσα στα ονόματα αναφέρονται και δύο μουσουλμάνοι, που προάγονται σε δεκανείς.

Ο Γιάγκος, όμως, το φτωχόπαιδο από τα ορεινά της Κορινθίας, δεν είχε ενδοιασμούς. Έφτιαξε τη δική του προίκα, μέχρι και μια ντουλάπα ολόκληρη, κομμάτι κομμάτι κατάφερε να τη στείλει στη μάνα του. Με την προίκα αυτή μπόρεσε να κάνει μια αρχή. Όχι μόνο παντρεύτηκε, αλλά, από τα διάφορα «δώρα» που έκανε στους τοπάρχες, βολεύτηκε, μπήκε τελικά κλητήρας σε μια δημόσια υπηρεσία, τακτοποιήθηκε.
Εμείς, οι υπόλοιποι, πήραμε κάτι ψευτοπράγματα. Εγώ μόνο κάτι εικονίσματα έστειλα στη μάνα μου, τα είχα βρει σε ένα παραγώνι, σε ένα μισογκρεμισμένο σπίτι.
Τι τα θες; Άγριοι καιροί, η παράνοια βασίλευε. Τώρα που τα ξανασκέφτομαι δείχνουν όλα τόσο αφύσικα και εξωπραγματικά. Και όμως τα ζήσαμε, επιζήσαμε του 1949…

Μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, 1948

Η παραπάνω διήγηση περιέχει στοιχεία από τις αναμνήσεις του ψυχιάτρου Κ.Δ.Ηλ. και δημοσιεύεται με αφορμή την θεωρούμενη επέτειο της λήξης του εμφυλίου πολέμου (29/8/1949).

"Ξιφομαχία στα χιόνια" του Χρήστου Οικονόμου ("Βιβλιοθήκη" της "Ελευθεροτυπίας", 13/8/2011)

....................................................................................

 



Βιβλιοθήκη της "Ελευθεροτυπίας", Σάββατο 13 Αυγούστου 2011


το άγγιγμα του Σκιαθίτη

Ξιφομαχία στα χιόνια



Μου 'πανε να γράψω κάτι για τον Παπαδιαμάντη, λέω στην Ιουλία. Κάτι σε στυλ εξομολογητικό. Καμιά ιδέα; Είναι Σάββατο απόγευμα, το τελευταίο του Φλεβάρη, και καθόμαστε στην κουζίνα του πατρικού της, στη Σκάρμιτσα. Εγώ κάθομαι δηλαδή, εκείνη πλένει μαρούλια στο νεροχύτη. Το μεσημέρι σταμάτησε να χιονίζει και τώρα, καθώς σουρουπώνει, κάτω στον κάμπο το χιόνι παίρνει ένα μυστήριο γαλάζιο χρώμα. Απ' το γείσο της σκεπής τα κρύσταλλα κρέμονται μυτερά σαν σπαθάκια.
Γράψε για τα παιδιά, λέει η Ιουλία, χωρίς να γυρίσει.
Ποια παιδιά;
Τον Γέρο και την Πατρώνα. Που γλείφανε τα σπαθάκια επειδή πεινούσαν τα καημένα.
Βάζει τα μαρουλόφυλλα στη λεκάνη και ύστερα σκουπίζει τα χέρια της με μια πετσέτα.
Κοίτα μόνο μην το κάνεις πολύ νατουραλιστικό και μελό, μου λέει. Μη γράψεις πάλι για φτώχειες κι ανεργίες και τέτοια. Και πρόσεξε να μη μυρίζει βούτυρο.
Την κοιτάω.
Να μη θυμίζει Βουτυρά, λέει και μου κλείνει το μάτι.
Με χαϊδεύει βιαστικά στον λαιμό και ύστερα πάει μέσα να δει τη μάνα της.
*
Δεν το 'χαμε σκοπό ν' ανεβούμε στο χωριό με τέτοιο καιρό, αλλά το πρωί η μάνα της πήγε στην εκκλησία -Ψυχοσάββατο σήμερα- και γλίστρησε στα σκαλιά κι έπεσε. Τίποτε σοβαρό, ευτυχώς. Ζήτησε όμως να 'ρθουμε να τη δούμε και ήρθαμε. Ενα κατοστάρικο είχα όλο κι όλο στην τσέπη. Εβαλα τα μισά βενζίνη και στο Δομοκό σταμάτησα στην τράπεζα. Νόμιζα ότι είχανε βάλει το δεκαπενθήμερο, αλλά δεν. Μόλις είδα στο καντράν το υπόλοιπο -δέκα ευρώ και κάτι- μου 'ρθε να το σμπαραλιάσω. Η Ιουλία, όμως, βράχος.
Μην κάνεις έτσι. Πρώτη φορά ξεμένουμε; Δεν πειράζει.
Πειράζει και παραπειράζει. Πώς θα την περάσουμε μ' ένα πενηντάρικο; Ούτε για βενζίνη δεν φτάνουν. Μας βλέπω να γυρνάμε με οτοστόπ.
Μη στενοχωριέσαι σου λέω. Κάτι θα γίνει, θα δεις.
Ζεσταίνω τα χέρια μου στη σόμπα που μπουμπουνίζει και μετά βάζω μια στάλα τσίπουρο Αποστολάκη με γλυκάνισο -δυο δάχτυλα, ίσα για την πίκρα- και στέκομαι στο παράθυρο. Κοιτάω τα σπαθάκια που κρέμονται απ' τη σκεπή και θυμάμαι. Ο Γέρος aνεβίβασε σκαμνίον τι επί του λιθίνου ερείσματος του παραθύρου, aνέβη επί του σκαμνίου, εστηρίχθη διa της aριστεράς επί του παραθυρόφυλλου, aνοικτού, εστηλώθη μετά τόλμης προς τcν οροφήν, aνέτεινε τcν δεξιάν, καd aπέσπασεν εν κρύσταλλον, εκ των κοσμούντων τους «σταλαμούς» της στέγης. Ήρχισε νa το εκμυζά βραδέως και ηδονικώς, καο έδιδε και εις την Πατρώνα, νa φάγη. Επείνων τa κακόμοιρα.
Τι να γράψω;
Να γράψω για τον Γέρο και την Πατρώνα;
Ή για τον Γιωργή της Μπούρμπαινας και την Αρχόντω, που του την άρπαξε κείνος ο ξένος, ο φρόνιμος νοικοκύρης, με τα χωράφια του, με τα σπίτια του, με τα καλά του - του ήρχετο νa ξεστηθωθεί, νa πτύση εις τaς χείρας, και νa του είπη: Παλεύουμε, μπάρμπα;
Τι να γράψω; Τι να πρωτογράψω; Πώς να στριμώξω τον Παπαδιαμάντη σ' εφτακόσιες λέξεις;
Βάζω ένα δάχτυλο τσίπουρο ακόμα και ανάβω τσιγάρο. Εξω νύχτωσε, έχει ξαστεριά απόψε. Τσεκάρω ότι έχω ακόμα το πενηντάρικο στην τσέπη. Υστερα, ανοίγω το παράθυρο και σκαρφαλώνω στο περβάζι και κόβω δυο μεγάλα σπαθάκια -τα μεγαλύτερα- που κρέμονται απ' τη στέγη. Στη στιγμή τα χέρια μου ξυλιάζουν.
Η Ιουλία μπαίνει στην κουζίνα και με κοιτάει.
Εντάξει, μου λέει. Γι' απόψε έχουμε φαγητό. Δεν χρειάζεται να φάμε πάγο.
Πάμε λίγο έξω; Είναι ωραία έξω απόψε.
Φοράει γάντια, κασκόλ, σκούφο -εγώ μονάχα το δερμάτινο- και βγαίνουμε στο δρόμο κρατώντας τα σπαθάκια σαν πασχαλινές λαμπάδες. Το χιόνι τρίζει στο πέρασμά μας. Κοιτάμε τον ξάστερο ουρανό και τα χνότα μας ανεβαίνουν ψηλά, σαν σήματα καπνού.
Φυλάξου!
Γυρίζω και την κοιτάω. Εχει πάρει στάση ξιφομάχου - το 'να χέρι στη μέση, το άλλο τεντωμένο μπροστά, σφίγγοντας το σπαθάκι.
Ορεξη που την έχεις.
Φυλάξου, σου λέω.
Και τότε αρχίζουμε να ξιφομαχούμε, εκεί, στη μέση του δρόμου, χοροπηδώντας με τα διάφανα σπαθάκια μας πάνω στο χιόνι που τρίζει, κάτω από τ' άστρα που σπιθίζουν στον παγωμένο ουρανό. Αλλά όχι για πολύ. Σ' ένα απότομο χτύπημα, το σπαθάκι φεύγει απ' τα χέρια μου και η Ιουλία μού μπήγει το δικό της στην καρωτίδα.
Παραδίνεσαι;
Είναι άδικο, λέω. Φοράς γάντια.
Ασ' τα αυτά. Παραδίνεσαι;
Παραδίνομαι.
Τραβάει το σπαθάκι κι έρχεται κοντά και μεμιάς τα χνότα μας μπερδεύονται και ζεσταίνονται και μου θαμπώνουν τα γυαλιά.
Την αγκαλιάζω και θυμάμαι. Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε νa συλλάβη με τaς χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρόν του...
Τρέμω ολόκληρος. Με φιλάει στον λαιμό - εκεί που μου 'μπηξε το σπαθάκι-, στα χείλια, πλάι στ' αυτιά.
Μη φοβάσαι, μωρό μου, μου λέει. Μη φοβάσαι.