Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

"Στα χάη μου" όλο και πιο κοντά...

[ ΠΡΟΒΟΛΕΙΣ ] Είµαστε όλοι Κινέζοι

Του Μιχάλη Τσιντσίνη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 30 Σεπτεμβρίου 2010 (από την εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ")

ΤΟ ΚΟΜΜΑ τις επόµενες ηµέρες θα συγκαλέσει την ετήσια σύνοδο των ηγετικών στελεχών του. Κανείς δεν ξέρει πότε ακριβώς. Κανείς δεν ξέρει πού. Θα εκδοθεί, όπως πάντα, ένα λακωνικό ανακοινωθέν. Θα πέσουν πάνω του θινκ τανκς, αναλυταράδες και σινολόγοι για να αποκρυπτογραφήσουν τις µύχιες βουλές του Κόµµατος.

Το Κόµµα, ναι, άνοιξε τη χώρα στον κόσµο της αγοράς. Μετοχοποίησε τις µεγάλες επιχειρήσεις – τους «εθνικούς πρωταθλητές» – διατηρώντας τες ταυτόχρονα υπό τον έλεγχό του.

Ξηλώνει, όποτε το καλεί το... λαϊκό συµφέρον, τις διοικήσεις τους.

Υπενθυµίζει στους υψηλόβαθµους υπαλλήλους ότι η εξουσία εκπορεύεται και ασκείται ελέω του Κόµµατος.

Το Κόµµα αριθµεί 78 εκατοµµύρια µέλη. Κι ένα από αυτά – ένας σύντροφος που πρόκοψε – φτάνει το Σάββατο στην Αθήνα φορτωµένος µε χιλιάδες υποσχέσεις. Ο Γουέν Τζιαµπάο, νούµερο τρία στην ιλιγγιώδη γραφειοκρατία της Κίνας, θα παραστήσει την ελπίδα της εισαγόµενης ανάπτυξης. Θα έρθει ως ολόσωµο γιουάν στη χειµαζόµενη Ελλάδα.

Οι Κινέζοι είναι κάτι παραπάνω από φίλοι µας. Είναι συγγενείς µας.

Ακολούθησαν κι ακολουθούν τον δρόµο της ελεύθερης αγοράς, µασκαρεύοντας την κοινωνία µε ολίγα ψιµύθια αστικής δηµοκρατίας: Ολα είναι ελεύθερα (αν τα ελέγχει το κράτος και οι µανδαρίνοι του). Ολα είναι εφικτά (αν λαδωθεί το κηφηναριό). Ολοι είναι ίσοι (αν τους εγκρίνει το Κόµµα). Ηµασταν Κινέζοι πολύ πριν η Κίνα ανακαλύψει τον καπιταλισµό χωρίς ελευθερία. Ισως γι’ αυτό δεξιωνόµαστε µε τόση προθυµία – όχι η πολιτική ηγεσία, αλλά η κοινωνία – τους επενδυτές από το Πεκίνο. Αν η Cosco ήταν εταιρεία αµερικανική, η λάµψη από τις αστερόεσσες που θα καίγονταν στην Αθήνα, οι κραυγές για τους «αδίστακτους ιµπεριαλιστές» θα έφταναν µέχρι τη Σαγκάη. Και βάλε.

Οµως οι Κινέζοι είναι δικοί µας, γιατί αναπτύσσονται ελληνοπρεπώς: λαίµαργα, άνισα, κρατικιστικά. Η διαφορά µας µε την Κίνα είναι κυρίως διαφορά κλίµακας: Εκεί µπορεί πεντακόσια εκατοµµύρια εργατικά χέρια να θυσιαστούν στον Λεβιάθαν της ανάπτυξης. Εδώ «φάγαµε» περισσότερα απ’ όσα είχαµε – και τα φάγαµε όλοι µαζί… Τι νόηµα έχουν όλα αυτά; Θα πει «όχι» στις επενδύσεις ο ρακένδυτος; Θα ωφελούσε τη χώρα του Μνηµονίου ν’ αρχίσει τάχα µου να ηθικολογεί για τη δηµοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώµατα στα µούτρα του επίδοξου ευεργέτη της;

Οχι. Η ανάγκη επιβάλλει να κάνουµε τον Κινέζο. 

Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

Η αγάπη δεν είναι αρρώστια... μια εξομολόγηση και οι καλύτεροι στίχοι της Λίνας Νικολακοπούλου


«Σας γράφω γιατί είµαι άρρωστη...»
Του Γκαζµέντ Καπλάνι
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 28 Σεπτεμβρίου 2010 (εφημ."TA ΝΕΑ")

Κυριακή πρωί και ανοίγω τα e-mails µου. 





Βρίσκω ένα µήνυµα από µια αναγνώστρια: «Με λένε Αννα Λ. Σας γράφω γιατί είµαι άρρωστη. Πάσχω από ρατσισµό. Προσπάθησα να αντισταθώ, αλλά στο τέλος κόλλησα… Ο Θεός ή καλύτερα η µοίρα µού έπαιξε ένα πολύ περίεργο παιχνίδι. Αγάπησα και αγαπώ πολύ έναν Αλβανό. Τον ερωτεύτηκα από την αρχή. Πάντα όµως απωθούσα από τη σκέψη µου την καταγωγή του. Την απωθούσα µε βία. 





Δεν χώραγε αυτή η λέξη στο µυαλό µου... Τον αγαπώ και όµως φοβάµαι. Φοβάµαι γιατί ενώ εγώ έχω συνειδητοποιήσει ότι νοσώ και προσπαθώ να θεραπευτώ, ζω σε ένα νοσηρό περιβάλλον. Κανένας από τους δικούς µου δεν αποδέχτηκε ποτέ αυτή τη σχέση. Δεν άντεχα να κλείνω την πόρτα και να ακούω πίσω µου ψιθύρους. Μια µέρα ένιωσα θυµό µε εκείνον. Του είπα ότι προτιµώ να είµαι µε τον χειρότερο Ελληνα αρκεί να ακούω να µιλάει µόνο ελληνικά. 

Τον έχασα... Συνειδητοποίησα τότε ότι η αρρώστια µου µε έκανε να διώξω από κοντά µου τη µοναδική ύπαρξη που µου δόθηκε ποτέ εξ ολοκλήρου και χωρίς όρους. Ηµουν ανίκανη να τον κρατήσω κοντά µου και πλήγωσα ανεπανόρθωτα την αξιοπρέπειά του. Ενιωσα τόσο µικρή και τιποτένια. Και από τότε θέλω να γιατρευτώ. Είναι µαράζι αυτό που νιώθω... Εχω σκεφτεί ότι ο µοναδικός δρόµος για να είµαι µαζί του είναι αυτός της ξενιτιάς. Μόνο αν αντιµετωπιστούµε από τους άλλους και οι δυο ως ξένοι µπορεί να ζήσουµε µαζί. Ποτέ εδώ. Ποτέ κοντά στους δικούς µου... Φοβάµαι ότι τα παιδιά µας θα αντιµετωπίζονται ως υβρίδια, ως όντα συγκεχυµένης ταυτότητας. Γι’ αυτό νοµίζω ότι η µοναδική διέξοδος είναι η ξενιτιά…». 

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω το µήνυµα. Τόσο λυπηµένο µια τόσο όµορφη µέρα. Σκέπτοµαι και ξανασκέπτοµαι να απαντήσω, αλλά τι να πω; Δεν είναι η πρώτη φορά που ακούω και διαβάζω τέτοιες ιστορίες. Είναι η πρώτη φορά παρ’ όλα αυτά που συγκλονίζοµαι τόσο πολύ. 

Σκέπτοµαι πως εµείς οι άνθρωποι κάνουµε το παν ώστε να κάνουµε τη ζωή µας πιο δύσκολη και δυστυχισµένη από όσο είναι. Γιατί θεωρώ δυστυχισµένη µια οικογένεια ή µια κοινωνία που επιβάλλει στα «µέλη» της να ερωτεύονται ή να παντρεύονται µε βάση την καταγωγή, την ιδεολογία ή τη θρησκεία. Κάνει δυστυχισµένη και δηλητηριάζει τη δική της ζωή και όσων έρχονται σε επαφή µαζί της. Πόσες και πόσες ερωτικές ιστορίες έµειναν ηµιτελείς ή είχαν τραγική κατάληξη γιατί η πίεση του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος ήταν αφόρητη; Εχω δει ανθρώπους να καταστρέφονται, να χάνονται, ψυχικά και κυριολεκτικά. Είναι µια πραγµατικότητα αόρατη, που την κρατάµε κρυφή, που σπάνια µιλάµε γι’ αυτήν. Ενας λόγος παραπάνω για να θαυµάζω το θάρρος της Αννας. Το µόνο που µπορώ να της πω είναι η ευχή να αντέξει και να ακολουθήσει την ατοµική της επιλογή. Κάποτε, θα πρέπει να µη συµβιβαστούµε µε τη δυστυχία των άλλων, ακόµα και δικών µας αγαπηµένων ανθρώπων που δεν επιλέξαµε, ώστε να µην κάνουµε δυστυχισµένη τη δική µας ζωή και όσων επιλέξαµε να αγαπάµε. Είναι κάτι που απαιτεί θάρρος µεγάλο και ψυχικό σθένος. Γυναίκες σαν την Αννα είναι οι αόρατες ηρωίδες που κάνουν τις κοινωνίες µας λίγο λιγότερο ξενέρωτες, λίγο περισσότερο ανθρώπινες…

LΙΝΚ: http://gazikapllani.blogspot.com-




































































































Απ' τα κουμπάκια ανάμεσα

Στίχοι Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική Νίκος Κυπουργός

Αργά, η αγάπη
τρυπώνει λαβώνει σα σπαθί
γοργα κυλάει στο βλέμμα στο αίμα στο φιλί

Tι κι αν σε κάστρο απάτητο ο άνθρωπος το νου διπλά κλειδώνει
με βήμα αλαφροπάτητο η αγάπη του, σαν άνοιξη ζυγώνει



Aργά, η αγάπη
τρυπώνει λαβώνει σα σπαθί
γοργα κυλάει στο βλέμμα στο αίμα στο φιλί

Tι κι αν φορείς πουκάμισο
που ως το λαιμό, που ως το λαιμό κουμπώνει
απ' τα κουμπάκια ανάμεσα
ο έρωτας, ο έρωτας τρυπωνει...






























































































































































































































Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Από την "Ελευθεροτυπία" (27/9/2010) έτσι με τη σειρά που διαβάστηκαν, έτσι με τη σειρά που μας έσπρωξαν στη λύπη... Κι ένα αγαπημένο τραγούδι σε α' και β' εκτέλεση με τον Johny Cash και τον Nick Cave, αντίστοιχα - παρηγοριά της ημέρας και της νύχτας.




 Ο Κύριος Χρήστος

Ο ΚΥΡ Χρήστος έπαιρνε τα πόδια του κάθε πρωί, χειμώνα-καλοκαίρι, και με το ίδιο ήρεμο ύφος κατηφόριζε την Καισαριανή, διέσχιζε το Παγκράτι και έβγαινε απέναντι από το ποτάμι, που σήμερα λέγεται Μιχαλακοπούλου και Β. Κωνσταντίνου και παλιότερα Ιλισός.
ΣΤΗΝ αντίπερα όχθη του ανηφόριζε προς το κέντρο και αφού πέρναγε μέσα από το Κολωνάκι εμφανιζόταν στο Σύνταγμα και τη γύρω περιοχή πουλώντας την πραμάτεια του, με τον ευγενικό και ήπιο τρόπο, που έχει καθένας, ο οποίος όχι απλώς ξέρει τη δουλειά του, αλλά ξέρει να σέβεται τη δουλειά του και τους πελάτες του.
Ο ΚΥΡ Χρήστος, ίσως ο πιο διάσημος λαχειοπώλης της Αθήνας, αφού περπάτησε χιλιάδες χιλιόμετρα για να προικίσει τις τρεις του κόρες και να τις σπουδάσει, άφησε την τελευταία του πνοή στο πεζοδρόμιο της οδού Σόλωνος, χτυπημένος αλύπητα από κλέφτες, που του πήραν τα λαχεία και τις εισπράξεις της ημέρας. Την Τετάρτη το βράδυ.
Η ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ δεν έγινε στον δρόμο. Εκεί κατέληξε ο κυρ Χρήστος αβοήθητος από άλλους συνανθρώπους -αν και η λέξη είναι πολύ κολακευτική γι' αυτούς- αφού κατέβηκε αιμόφυρτος από ένα δημόσιο λεωφορείο. Ενα από τα δημόσια λεωφορεία, όπου πολύ συχνά οι οδηγοί εξασκούν όλη τη γενναιότητά τους για να πουλήσουν εξουσία σε γέρους, ξένους, κυριούλες που πάνε στη δουλειά τους και λογής λογής μεταφερόμενους.
ΛΟΤΕ προσπερνώντας επιδεικτικά μια στάση, άλλοτε κρατώντας κλειστή μια πόρτα, άλλοτε οδηγώντας με ταχύτητες και φρένα ενός ράλι, άλλοτε αναιδείς στα παράπονα και τις υποδείξεις των επιβατών. Καλυπτόμενοι πάντα πίσω από την εξουσία του τιμονιού και την ασυλία που απολαμβάνουν από την εταιρεία -ο Θεός να την κάνει- για οποιαδήποτε καταγγελία. Και υπάρχουν πάμπολλες.
Σ' ΕΝΑ τέτοιο δημόσιο λεωφορείο δάρθηκε ανελέητα και ληστεύτηκε ο κυρ Χρήστος, χωρίς κανένας από τους λίγους επιβάτες και ο οδηγός να τον βοηθήσουν. Πώς άνοιξαν οι πόρτες και κατέβηκαν οι ληστές, πώς άνοιξε η πόρτα και σύρθηκε έξω αβοήθητος εκείνος, μάλλον δεν θα το μάθουμε. Θα πάει στα ψιλά.
ΕΚΕΙΝΟ που μαθαίνουμε την κάθε μέρα δεν είναι η βία που πυκνώνει γύρω μας. Αυτή υπάρχει ήδη από τον Κάιν. Το ανατριχιαστικό είναι ο εαυτούλης που θριαμβεύει όλο και πιο συχνά, όλο και πιο αυτονόητα, όλο και πιο επιθετικά με την απαίτηση να υπάρχει και να νικάει. Η απαίτηση δεν είναι πια η αυτοθυσία και η συνύπαρξη. Η απαίτηση είναι να σώσουμε το τομαράκι μας.
ΟΛΟΙ -ή οι λίγοι- αυτοί οι άνθρωποι, που έβλεπαν τον κυρ Χρήστο να δέρνεται, να ληστεύεται και μείναν βουβοί μάρτυρες αυτού του εγκλήματος, θα δικαιολογηθούν αυτομάτως από το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού. «Να πάνε να σκοτωθούν μ' αυτούς τους αλήτες που είχαν μπροστά τους; Τρελός είσαι; Εχεις έρθει στη θέση τους;».
ΕΧΩ έρθει. Και έχουμε έρθει πολλοί, όχι μόνο με κλεφτρόνια και περιθώριο, αλλά και με τραμπούκους, με οπλοφόρους, με ασφαλίτες, με τσαμπουκάδες. Για να μην πούμε ότι δεν είμαστε αυτό που πιστεύαμε. Κυρίως, για να μη γυρίσουμε σπίτι ή στο μαγαζί ή στον καθρέφτη μιας τουαλέτας, να δούμε τη φάτσα μας και να πούμε «φτου σου ρε κλάνια». Για να μην ξεφτιλιστούμε στον εαυτό μας τον ίδιο.
ΦΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ότι οι γενναίοι που βρέθηκαν μάρτυρες στις τελευταίες στιγμές του κυρ Χρήστου θα γύρισαν σπίτι, και στον καθρέφτη του σπιτιού τους θα είπαν με τη μισοκακόμοιρη φωνή, που γαλουχεί πια το πιο μεγάλο κομμάτι της χώρας:
«Μπράβο ρε μάγκα. Την έβγαλες κι απόψε».
ΚΥΡ Χρήστο, σε ποιους φώναζες μέσα στο λεωφορείο να σε βοηθήσουν;