Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

Από την "Ιθάκη" του Γιάννη Ιωάννου ( "Έθνος",25/7/2010) στις "Πολιτικές ρίζες" του Γιώργου Σταματόπουλου, στο "Πεντάλ" της Μαρίας Λαϊνά και στο "Μετά απ' όλα αυτά" του Σταύρου Σταυρόπουλου ( Ελευθεροτυπία, 31/7/2010) - "Κι από τα κάποια σωσίβια" του Κώστα Γεωργουσόπουλου






...Το κυρίαρχο σύμβολο του αμερικανισμού, το melting pot (αποκοπή από τις ρίζες της εθνικής κουλτούρας και ένταξη στην απρόσωπη κουλτούρα τού τίποτε), μπορεί να φαίνεται ότι επικρατεί παγκοσμίως, αλλά οι παραδοσιακές αξίες που συντρέχουν τον άνθρωπο αντέχουν ακόμη, έστω ως μικροί πυρήνες. Αντιστέκονται στην αφομοίωση, στην εκρίζωση των αξιών, στην επιβολή ενός ανέντιμου, σαδιστικού, άνωθεν προερχόμενου «εκσυγχρονισμού». Δεν μπορείς, όμως, να εκσυγχρονίσεις μια κοινωνία πίνοντας, διάβολε, το αίμα των μελών της. Κάποια στιγμή οι αυθόρμητες λαϊκές σχέσεις θα απαιτήσουν τον χώρο τους στο «χωνευτήρι» του καπιταλισμού, που, με περισσό ζήλο και αφοσίωση, υπηρετεί τούτη η κυβέρνηση.
Και βέβαια οι «παραδοσιακές» αξίες που αντιστέκονται δεν είναι το τρίπτυχο πατρίς - θρησκεία - οικογένεια, αλλά η αλληλεγγύη, η συμπάθεια, το συλλογικό πένθος, η συλλογική χαρά· το συνανήκειν. Συνακόλουθα, το τσάκισμα της ματαιοδοξίας, το πέταγμα της μάσκας υποκρισίας και δειλίας, η αποπεζοποίηση της ζωής, η είσοδος της ποίησης, του έρωτα και της πολιτικής στην κάθε μέρα, ολίγη υποστολή της οίησης και συμμετοχή στα κοινά φαντάζουν εκ των ων ουκ άνευ... (Γιώργος Σταματόπουλος)
                               ...................................................................................................................................

       Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
   Στη μέση του τοπίου / ένας βοσκός / γερμένος πάνω στο μπαστούνι του/ γιατί μπαστούνι είναι στην πραγματικότητα εκείνο που / νομίζουμε για γκλίτσα - / στηρίζεται / εκεί μελαγχολεί / παίρνει κάτι το μάτι του από τη λάμψη / καθώς εσύ οπλίζεις / αλλά και πάλι δεν κινείται / αφήνει στην καλή σου διάθεση πως θα το πεις αργότερα / τοπίο; / άνθρωπος; / φύση και άνθρωπος; / θ' αποφασίσεις να φλουτάρεις πίσω του τα πρόβατα; / ή θα υπερισχύσει του βουνού το πράσινο και ο λαιμός / θα δείχνει / τι σκέφτεται το πρόβατο αφού δεν ξέρει / πως είναι σύντομος ο βίος όταν βόσκεις. 
Καλό Σαββατοκύριακο σας εύχεται ο ποδηλάτης, και σας παρακαλεί να σκεφτείτε τον φονικό ανταγωνισμό, τη διάσωση της μετριότητας, την ακαδημαϊκή και πολιτική εξουσία - παράγοντες της παρακμής που πιστεύουν στην αιωνιότητά τους / αλλά δεν είναι αυτή η Πραγματικότητα, γιατί ευτυχώς, δεν είναι μία και δεν θα τη βρούμε παρούσα απλώς στο παρόν, παρότι εκεί ενοικεί ολοκάθαρα. Για σκεφτείτε κι αυτό το περίφημο "μητέρα είναι μόνο μία" ανεκδοτικό ή μη. Σκεφθείτε το απύθμενο βάθος αυτής της δυσδιάγνωστης καίτοι ευδιάκριτης παθογένειας, στο όνομα και στην ουσία της οποίας έχουν γραφτεί ποιήματα, όπερες, θεατρικά, αστυνομικά δελτία και μυθιστορήματα, έχουν χαραχτεί ταφικές επιγραφές, έχουν φιλοτεχνηθεί γλυπτά (βλέπε την  τρανταχτή περίπτωση της βερολινέζας γλύπτριας Καίτε Κόλβιτς) και λοιπά, και λοιπά. (Μαρία Λαϊνά)

...ΠΑΝΩ στη μαύρη αμμουδιά του Περίβολου ένα ζευγάρι ανταλλάσσει ωκεάνιους όρκους, που σε λίγο θα παραβεί. Σκαλίζουν κι άλλο τη λέξη «σ' αγαπώ», κάνουν μπεστ σέλερ την αιωνιότητα. Ο Μπαμπινιώτης θα πρέπει να γράψει καινούριο λήμμα. Για να εκφραστούν χρησιμοποιούν λέξεις άλλων, χειρονομίες άλλων. Για να κερδίσουν κάτι ελάχιστο, χάνουν τον εαυτό τους.
Ενα ιστιοφόρο κόβει βόλτες στ' ανοιχτά, τα πανιά του μοιάζουν με νυφικό. Φαίνεται, η θάλασσα το αποφάσισε. Η Χιονάτη περπατάει πάνω της υπό το άγρυπνο βλέμμα των επτά νάνων, που παραμένουν ψυχροί, ασυγκίνητοι μπροστά στη λευκότητά της. Μια μαμά παίζει μ' ένα πιτσιρίκι στο κύμα. Το στριφογυρίζει, βζουουπ. Το κρατάει απ' τη μέση, για να του μάθει να κολυμπά. Η ίδια μαμά θα του δείξει αργότερα, καθώς μεγαλώνει, τον τρόπο να πνίγεται.
ΠΑΛΙΑ η οικογένεια γινόταν η βάρκα που θα σε έσωζε απ' το πνίξιμο. Τώρα το καράβι βουλιάζει. Δεν μπορεί. Τα νερά στο αμπάρι φτάνουν έως τα γόνατα. Οι δύο στρατοί που βρίσκονται στο κατάστρωμα το παλεύουν. Αδειάζει ο ένας το νερό στα μούτρα του άλλου. Το νερό, όμως, παραμένει μέσα. Το καράβι βυθίζεται.
Και η Σαντορίνη βυθίστηκε κάποτε. Αυτή η νέα Σαντορίνη είναι καινούριο μοντέλο, παραμένει ακίνητη.
Πήγα στη Σαντορίνη χωρίς θεατές, χωρίς κάποιους που το βλέμμα τους να κατοχυρώνει αυτό που είμαι· με ιδιότητες και χαρακτηριστικά. Μόνος. Ο Σταντάλ λέει ότι μπορείς να αποκτήσεις τα πάντα με τη μοναξιά, εκτός από χαρακτήρα. Εχει δίκιο. Δεν υπάρχει κανείς να κρατήσει στοιχεία -έστω υποκειμενικά- για το οδοιπορικό σου.
Τα συρτάρια μου είναι γεμάτα από αλμυρά κομμάτια Σελήνης. Σαν κι αυτά του διάσημου άλμπουμ των Φλόιντ. Πρέπει να τα καταψύξω για να διατηρηθούν. Δεν μ' αγαπάω που σ' αγαπάω. Καθόλου... (Σταύρος Σταυρόπουλος)




Για κοίτα με στα μάτια λοιπόν...

Της ΝΑΤΑΣΑΣ ΜΠΑΣΤΕΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 31 Ιουλίου 2010
ΜΙΑ ΑΠΟ τις μεγαλύτερες ηθοποιούς της εποχής μας, η Ελεν Μπέρνστιν, είχε αναλάβει, κάποια στιγμή, τον ρόλο της ζητιάνας στο θέατρο. Αποφάσισε λοιπόν να βάλει τα πιο φθαρμένα ρούχα της και να σταθεί στη γωνιά μιας κεντρικής λεωφόρου της Νέας Υόρκης απλώνοντας το χέρι στους περαστικούς, για να αντλήσει εμπειρίες από την πραγματική ζωή. Στην αυτοβιογραφία της «Μαθήματα για να γίνω ο εαυτός μου» περιγράφει πως βρέξει- χιονίσει έμενε ακίνητη σε εκείνη τη γωνιά παρακολουθώντας τους πολυάσχολους περαστικούς και τις αντιδράσεις τους. Το πιο συγκλονιστικό, αφηγείται, ήταν μια κοινή στάση: Ολοι, και εκείνοι που δεν της έδιναν ελεημοσύνη αλλά κυρίως εκείνοι που της έδιναν, δεν την κοίταζαν ποτέ στα μάτια.

«Για τον άνθρωπο που στέκεται στη γωνιά, αφημένος στον οίκτο των άλλων, το χειρότερο δεν είναι ότι δεν έχει χρήματα.

Είναι ότι κανείς δεν θέλει να τον κοιτάξει στα μάτια, να τον αναγνωρίσει, να δει ποιος μπορεί να είναι. Δεν υπάρχει τίποτα πιο σκληρό από αυτό».

Μάτια, λοιπόν. Βλέμμα, ύφος. Μάτια. Σε μια παρέα προχθές, ένας παρατηρητικός διαπίστωνε πως «βρε παιδιά, έχει αλλάξει ο τρόπος που κοιτάμε». Σαν να έχουμε υψώσει τοίχους προς τα έξω, λέει. Και σαν να έχουμε γκρεμίσει τοίχους, κοινώς καταρρεύσει, προς τα μέσα. Πηγαίνουμε από μέρα σε μέρα, σαν ταξιδιώτες από σταθμό σε σταθμό πάνω στο τρένο του κορμιού μας, περνώντας δίπλα από χειρονομίες και πρόσωπα σαν δίπλα από τοπία- πάντα ίδια και πάντα διαφορετικά. Από τοπία και τόπους γεμάτη είναι αυτή η ζωή- ένας λέγεται χώρα, άλλος μακριά κι ένας άλλος λέγεται ποιος ξέρει πού διάολο βρίσκομαι.
ΣΕ ΑΥΤΑ τα υψώματα των βλεμμάτων που αναζητούν και ψάχνονται είμαστε πολλοί.

Μέρες καλοκαιριού και αναμονής.

Παγιδευμένοι σε φόβους για επερχόμενους κατακλυσμούς, επιτάξεις, δεσμεύσεις και κατασχέσεις ζωών ολόκληρων στον βωμό μιας ανάπτυξης που φαντάζει εκεί μακριά στο μέλλον, σχεδόν εκτός θέματος. Σ΄ έναν ινδιάνικο καταυλισμό στο Νιου Μέξικο, πριν από αρκετά χρόνια, ο σαμάνος της φυλής μάς είχε βάλει να τον κοιτάμε επί πολλή ώρα βαθιά στα μάτια «για να χαιρετιστούν οι ψυχές μας εκεί παλιά» μπας και αποκτήσουμε επαφή στο σήμερα. Η ομιχλώδης οδηγία του ήταν «να πνιγούμε στο παιδικό μας βλέμμα». Δεν τα καταφέραμε, γιατί έχουμε μάθει από κεκτημένη ταχύτητα να μην αφηνόμαστε σε αυτό που μας ξεπερνά. Κι έτσι γυρίσαμε πίσω με το ίδιο βλέμμα, αυτό της εντελώς ιδιωτικής χρήσης.

Βουτηγμένοι στη ζέστη και δίπλα στη θάλασσα οι αισθήσεις μας, αποδεκατισμένες από τις χειμωνιάτικες μάχες, γίνονται πιο πρόθυμες για γαλήνη. Το βλέμμα όμως δείχνει πολλές φορές να αντιστέκεται- «να γεύεται τον απαγορευμένο καρπό της προσδοκίας», που λέει και ο ποιητής. Και κάπως έτσι, ανάμεσα στην απόλυτη παράδοση και τη σθεναρή αντίσταση οδεύουμε μέσα σε αυτό το καλοκαίρι της αμφιβολίας. Κάπως έτσι, ανάμεσα σε χαράδρες ανασφάλειας και σκαρφαλώματα ψυχραιμίας, ανάμεσα σε μοναχικές διαπιστώσεις και ομαδικά ξεφαντώματα, με μάτια που αναζητούν άλλα βλέμματα για να ξαποστάσουν μοιάζει να βλέπουμε κι εμείς το όνειρο του Τσανγκ Τσου: τον μύθο με τον σοφό που ονειρεύεται ότι είναι πεταλούδα και όταν ξυπνά δεν ξέρει αν είναι σοφός που ονειρεύτηκε ότι ήταν πεταλούδα ή πεταλούδα που τώρα ονειρεύεται ότι είναι σοφός. 

Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

Από "Το Άγραφο Χαρτί" του Σάκη Τότλη (εκδόσεις "Ποταμός") / ...Τα θυμάμαι όλα πολύ καλά και με στηρίζουν πάντα...

   







   ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΙΣ ΠΑΡΑΓΚΕΣ δίπλα στον γκρεμό. Αυτές είναι οι πρώτες εικόνες που έχω στο μυαλό μου. Θυμάμαι που ήταν πράσινες. Ένα σβησμένο λαδοπράσινο πού όμορφο.

...Θυμάμαι κάτω στο λόγκο έναν άνθρωπο μικρό από τη μεγάλη απόσταση, ένα τόσο δα μπαρμπαδάκι. Μας φώναζε να πάμε κάτω.
   - Εεε... ελααάτε!... Ελααάτε κααάτω!...
   Η φωνή του έφτανε πολύ αδύνατη από την απόσταση και τον αέρα. Ήμουν με τ' αδέρφια μου. Σκαλωμένοι οι τρεις μας στο βράχο, στην άκρη του γκρεμού, χωρίς κάγκελα ή ένα σύρμα έστω. Με απορία και μεγάλο θαυμασμό για όλα. Για το μικροσκοπικό ανθρωπάκι, που μας φώναζε να ριχτούμε στο κενό. Για το κενό πάνω από το μεγάλο κάμπο. Για τον αέρα που μας πάλευε κι έπαιρνε τη φωνή του. Για τη μικρή φωνή του, που ερχόταν αδύναμη από μακριά, αλλά που ήταν ένα κάλεσμα πολύ καθαρό, φοβερό και μαγνητικό μαζί.
   - Ελαααάτε καααάτω!...
   Γιατί μας φώναζε; Τι ήθελε; Τα είχαμε χαμένα με αυτήν την άμεση εντολή, που πρόσταζε κάτι τόσο παράλογο, αν και δεν βλέπαμε ακριβώς τον παραλογισμό της, ούτε το χιούμορ της κι είχαμε μπερδευτεί πολύ όλοι. Ήμασταν μικροί και δεν μπορούσαμε να αγνοήσουμε μια προσταγή που ερχόταν από κάποιον μεγάλο. Ξέραμε ότι οι προσταγές των μεγάλων είναι απόλυτες και αυτοδίκαιες πάντα. Αλλά και πάλι τι να κάναμε; Να πέφταμε στον γκρεμό;
  - Εεε... ελαααάτε!... Ελαααάτε καααάτω!...
    Μείναμε σκαλωμένοι πάνω στο βράχο τελικά, μια κοιτώντας βουβά απορημένοι ο ένα ς τον άλλο, μια κοιτώντας κάτω στον κάμπο το μικρό μπαρμπαδάκι. Έκθαμβοι πάνω από το χάος και μπερδεμένοι για πάντα...
...................................................................................................................................


             Η παραμυθένια ξανθιά στη σκάλα


   Η πόρτα μας έβγαζε σε μια μικρή εσωτερική αυλή πλακόστρωτη και σε μια σκάλα με κίτρινα κάγκελα για το πάνω πάτωμα. Θυμάμαι μια πολύ όμορφη ξανθιά γυναίκα, με τα μαλλιά περμανάντ, να κατεβαίνει εκείνη την εσωτερική σκάλα. Όλο το μεγάλο σπιτικό ήταν στο πόδι. Μαζί της κατέβαιναν τη σκάλα θείες, γιαγιάδες, ξαδέρφες. Μια χαρούμενη κουστωδία. Γελούσαν ξαναμμένοι όλοι. Άλλος κρατούσε τις βαλίτσες της, άλλος της μιλούσε κολακευτικά. Όλοι αποζητούσαν την προσοχή της. Θα ήταν κάποιο σημαντικό πρόσωπο φαίνεται. Ήταν πολύ όμορφη. Ήταν σαν να ξεπροβοδούσαν μια πεντάμορφη βασιλοπούλα, που θα έφευγε για πάντα στα ξένα. 
   Την κοίταζα από απέναντι, από το δικό μας κεφαλόσκαλο στο ισόγειο, που είχαμε βγει κι εμείς στην πόρτα, στην εσωτερική αυλή με το πλακόστρωτο, η μάνα μου και οι δύο αδελφοί μου. Ήταν το ωραιότερο πλάσμα. Σκάλες πολύ προσεκτικές τα μαλλιά της τα κατάξανθα. Άσπρη, κοκκινομάγουλη, μακιγιαρισμένη σαν κούκλα. Φορούσε ένα κατάλευκο φόρεμα με πολλά πλισέ, φρεσκοσιδερωμένα, του κουτιού. Έλαμπε στη μέση της χαρούμενης φασαρίας με μάγουλα ξαναμμένα. Ήταν η ομορφότερη εικόνα που είχαν δει τα μάτια μου ποτέ.
   "Πώς μου 'ρχεται να ορμήσω, να την αγκαλιάσω και να τη φιλήσω..." μου ξέφυγε στη μάνα μου παραδίπλα.
   "Α, ξέρετε τι είπε ο Στέφος;" φωνάζει η μάνα μου ξαφνικά πιο χαρούμενα και πιο δυνατά από όλους εκεί πέρα. "Πώς μου 'ρχεται να ορμήσω, να την αγκαλιάσω και να τη φιλήσω", 
   Το είπε για να κερδίσει μια περίοπτη θέση στο επίκεντρο της γενικής προσοχής, όπως έκαναν όλοι. Και, πραγματικά, όλοι στράφηκαν με ιδιαίτερα αστραφτερά πρόσωπα προς τα μας και γέλασαν έντονα για λίγο, ένα έξτρα χαρούμενο μικρό κρεσέντο στη γενική ιλαρότητα, αλλά δε σταμάτησε η χαρούμενη πομπή κι ούτε δόθηκε καμιά ιδιαίτερη συνέχεια. Ήταν στιγμιαίο το κέρδος της.
   Εγώ είχα ζεματιστεί από το απρόσμενο ξεμπρόστιασμα το ξαφνικό, αλλά δεν μπορούσα  να καταλάβω, ούτε να αξιολογήσω τι ακριβώς είχε συμβεί εκείνη τη στιγμή. Σίγουρα ήταν η πρώτη φορά που έχανα την εμπιστοσύνη μου στους ανθρώπους. Όχι πως έβαλα μυαλό από τότε, ούτε έμαθα να κρύβομαι από τους άλλους. Είμαι κι εγώ σαν τη μάνα μου: όταν έχω κάτι αληθινό που αρέσει στον άλλον, του το λέω. Γιατί να πάει χαμένη μια τόσο εύκολη γενναιοδωρία;
   Έξω απ' αυτήν την εικόνα, δε θυμάμαι τίποτα για κείνη την παραμυθένια ξανθιά στη σκάλα, πώς την έλεγαν, ποια ήταν. Πιθανώς κάποια νοικάρισσα στο πάνω πάτωμα και κείνη τη μέρα θα έφευγε, μάλλον, και την αποχαιρετούσαν όλοι. Ποιος ξέρει...    
...................................................................................................................................


             Οι γύρω αλάνες


   ...Το αυλάκι που περνούσε μπροστά από εκείνο το σπίτι συναντούσε, λίγο παρακάτω, ένα κατεστραμμένο στρατιωτικό αυτοκίνητο στην άκρη μιας αλάνας,μες στις τόσες αλάνες και τα χέρσα χωράφια που υπήρχαν ως εκεί που έφτανε το μάτι σου. Φοβερή φωλιά για παιχνίδι εκείνο το μισοκαμένο αυτοκίνητο! Εκεί παίζαμε τις περισσότερες ώρες με τις ξαδέρφες μας από το πάνω πάτωμα και πολλά γειτονόπουλα.
   Όλος εκείνος ο ανοιχτός χώρος, παντού, τριγύρω ήταν κατάσπαρτος με πολύ έντονα κίτρινα λουλούδια. Ένα σκούρο και γυαλιστερό κίτρινο, που όμοιό του δεν έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου. Τα φύλλα τους ήταν σκούρα πράσινα θυμάμαι κι αυτά, κοντά και πλατιά. Τα λέγαμε "το δάκρυ της Παναγίας". Φύτρωναν πυκνά πυκνά το ένα δίπλα στο άλλο. Σαν μαγικό χαλί πολύ πλούσιο. 
   Δίπλα στο αυλάκι φύτρωνε και "σαπουνάδα". Κάτι λουλούδια, σαν μικρά αγριογαρίφαλα. άσπρα, που, όταν πλέναμε τα χέρια μας, έβγαζαν αρκετή σαπουνάδα. Δε μου άρεσε. Μύριζε πολύ έντονα χορταρίλα.
   Εκεί κοντά στο αυτοκίνητο, σε μια αμμούδα δίπλα στο αυλάκι, βρίσκαμε σφαίρες καμιά φορά. Πολύ όμορφες σφαίρες με εκπληκτικό αεροδυναμικό σχήμα. Όταν τις ανοίγαμε, ήταν αστραφτερά καθαρές από μέσα. Ήταν από κόκκινο χαλκό. Τις χτυπούσαμε για ν' ανοίξουν, με πέτρες και όχι στο καψούλι, για να μη σκάσουν. Τα ξέραμε αυτά. Άλλες είχαν μαύρο γυαλιστερό μπαρούτι μέσα κι άλλες μικρά κίτρινα μακαρονάκια. Τα πετούσαμε στη φωτιά κι άρπαζαν αμέσως κι έλαμπαν ξαφνικά με άσπρη και μπλε φλόγα μεγάλη και πολύ καπνό. Μύριζαν έντονα μια συγκεκριμένη γλυκόπικρη μυρουδιά, που σου άφηνε μια γλυφάδα στον ουρανίσκο.
   Δεν τα λέγαμε αυτά στους μεγάλους φυσικά, γιατί φοβόντουσαν πολύ και πάνω στο φόβο τους ποιος ξέρει τι ήταν ικανοί να κάνουν. Μπορούσαν να μας τσακίσουν στο ξύλο. Μας έλεγαν να μην πηγαίνουμε κοντά σε κείνο το αυλάκι, γιατί έχει μια Λάμια μέσα, που τρώει παιδιά. Παραμύθια! Ποτέ μου δεν έμαθα πώς ακριβώς ήταν μια Λάμια. Δεν την είδα ποτέ μου. Μπορεί να ήταν συνέχεια στη σκιά πάλι κι αυτή, μέσα σε μια στενή γέφυρα από σωλήνα, που είχε παρακάτω, και να μην έβγαινε στο φως της ημέρας. Ποιος ξέρει...
....................................................................................................................................
             
               Αχ, έρωτα!

   Έρχονταν οι μανάδες ολωνών και μας μάζευαν με φωνές και αγριάδες. Αλλιώς πώς να αφήσουμε το παιχνίδι, τις πυγολαμπίδες, τις κούνιες στα δέντρα, τα κιλίμια απλωμένα στα μυρωδάτα χαμομήλια; Φοβόντουσαν αυτές. Περισσότερο για τα κορίτσια, γιατί, λέει τριγύριζε ένας Λοτζάνης εκεί, ένας πρόστυχος που έβγαζε το πουλάκι του στα κορίτσια από μακριά. Και είχαμε πολλά κορίτσια σε κείνους τους μπαξέδες. Μας έλεγαν οι μανάδες μας να του πετάξουμε πέτρες, αν τον βλέπαμε. Αλλά δεν τον είδαμε ποτέ. Θα ήταν κρυμμένος πάντα σαν εκείνη τη Λάμια κι αυτός. Ποιος ξέρει...
   Ήμουν εγώ εκεί, όμως. Ήμουνα πολύ μικρός ακόμα, εντάξει, αλλά τι να έκανα; Έπρεπε να ανταποκριθώ κάπως στην πρώιμη ζήτηση. Ένα απόγευμα, μόλις είχε πέσει ο ήλιος, την ώρα που οι πρώτες πυγολαμπίδες αναβόσβηναν στα πέρα χωράφια τα σκοτεινά, ένα μεγάλο κορίτσι με φώναξε κάτω από την κουβέρτα της μες στ' ανθισμένα χόρτα. Ήταν ζεστά. Σήκωσε το φουστάνι της, γυμνώθηκε από κάτω. Ήταν όμορφη. Ήταν σγουρή και παράξενα ελκυστική η απόκρυφη ομορφιά της. Ένα γλυκό μαγνητικό μυστήριο. Με έβαλε να ξαπλώσω πάνω της. Με γύμνωσε πρώτα και μένα. Εγώ ήμουν μικρός ακόμα, αλλά μου άρεσε πολύ. Μύριζε συναρπαστικά ο κόρφος της. Οι πόροι της όλοι ανάδιναν μια απίστευτη γλύκα, ένα αόρατο μεθυστικό σύννεφο. Μείναμε κάμποση ώρα εκεί μόνοι στα χωράφια, κάτω από τις κουβέρτες. Ώσπου ήρθε κάποια φίλη της και χωρίσαμε αναγκαστικά, πολύ γλυκά ζαλισμένοι και οι δύο. 
   Την άλλη μέρα με ξαναφώναξε από μακριά, με προσποιητά αδιάφορη φωνή. Ήταν κι εκείνη η φίλη της μαζί και δίσταζε. Δίσταζα κι εγώ. Ποιος ξέρει τι θα είχαν πει για μένα οι δυο τους. Με είχε φωνάξει και κείνη η φίλη της κάτω από την κουβέρτα της κάποια φορά, αλλά δεν είχα πάει. Δε μου άρεσε. Με φώναζαν και τώρα οι δυο τους ξανά και ξανά. Πρώτα η μία και μετά η άλλη. Εγώ ήθελα μόνο τη μία. Δεν απαντούσα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Κάθισα στα χορτα διστακτικός παραπέρα, δίπλα στο αυλάκι. Χτυπούσα το ήρεμο νερό αφηρημένος και αμήχανος με ένα καλάμι. Δεν ήθελα να προσβάλω καμιά τους, αλλά εγώ ήθελα μόνο τη μία, την όμορφη. Δίσταζα. Δεν πήγα τελικά. Δεν με ξαναφώναξε κι εκείνη. Θύμωσε κιόλας κι αισθάνθηκε την ανάγκη να πάρει τις αποστάσεις της από μένα. Μπορεί να νόμιζε ότι είχα αρνηθεί αυτήν, ενώ εγώ είχα αρνηθεί την άλλη. Δεν το κατάλαβε αυτό το τόσι απλό; Μπορεί, πάλι, να φοβήθηκε μην είμαι και μαρτυριάρης. Ποις ξέρει, ποιος μπορεί να ξέρει;...
   - Φύγε! Μου είπε προσποιητά μουτρωμένη από μακριά. Ο αλήτης! Να κάνει τέτοια πράγματα... Είπε στη φίλη της. Δεν ντρέπεται!
   Η άλλη δε μίλησε. Ποιος ξέρει τι θα είχαν πει μεταξύ τους για μένα. Αλλά δε με πείραξε που ήταν τόσο άδικη μαζί μου. Ήμουν μικρός, αλλά δε μου ήταν καθόλου δύσκολο να καταλάβω πως έπρεπε να κρατήσει κάποια προσχήματα μπροστά στην άλλη. Καταλάβαινα ότι της ήταν απαραίτητο να δείξει πως εγώ έφταιγα. Δεν μπορούσε να ομολογήσει ότι με είχε καλέσει αυτή η ίδια. Δε με πείραξε καθόλου, λοιπόν...


Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

"Αυτά θέλουν να θέλει ο κόσμος" (Δ.Γκιώνης) Με αφορμή μια συνέντευξη της Κ. Δανδουλάκη στο "Βήμα" (25/7/2010)

Κάτια Δανδουλάκη

«Δεν έχω καμία περιουσία»

Η πρωταγωνίστρια της σειράς που εφέτος κατέκτησε την κορυφή στον πίνακα τηλεθέασης μιλάει για την επιτυχία, την αποτυχία και για τις απώλειές της...

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΓΡΑΜΜΕΛΗ | Κυριακή 25 Ιουλίου 2010Με αυτό το χαμόγελο που καταφέρνει να συμπαρασύρει όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ανοίγει την πόρτα του σπιτιού της και με υποδέχεται για τη συνέντευξη. Αν και είχε προηγηθεί δωδεκάωρο γύρισμα, η Κάτια Δανδουλάκη έδειχνε φρέσκια, ακμαιότατη και νεότατη. «Σκέψου ότι τον χειμώνα έχω και διπλές στο θέατρο κάποιες ημέρες. Οταν σκέφτομαι την αργία που έρχεται ύστερα από 360 ημέρες τρελαίνομαι! Τη Μεγάλη Εβδομάδα και λίγες ημέρες το καλοκαίρι». Πληρώνετε όμως το τίμημα των επιλογών σας, τολμώ να επισημάνω... «Ναι, γιατί έχω επιχείρηση. Το θέατρο όμως είναι κινητήριος δύναμη για μένα». Καμία αντίρρηση, αλλά ποιος μπορεί να παραβλέψει ότι τη σεζόν που μας πέρασε η τηλεόραση ήταν αυτή που της χάρισε πολλά καθώς η καθημερινή σειρά όπου πρωταγωνιστούσε, η «Ζωή της άλλης», σάρωσε τις τηλεθεάσεις, έκανε ρεκόρ και κατάφερε μετακομίζοντας στις 21.00 να εκτοπίσει από την κορυφή ακόμη και τους δυσκολότερους ανταγωνιστές, όπως το «Αλ Τσαντίρι νιουζ». Μοιραία η συζήτηση στρέφεται λοιπόν σε αυτό...
- Πρωτοφανής η επιτυχία της «Ζωής της άλλης». Πώς το εξηγείτε αλήθεια;
 «Είναι ακραίο αυτό που συμβαίνει. Αυτή την ακρότητα την έχω ζήσει τρεις φορές: στους “Πανθέους”, όπου σταματούσαν και τα ταξί, στη “Λάμψη” τα πρώτα χρόνια και τώρα με αυτό. Εχω αναρωτηθεί πολλές φορές γιατί συμβαίνει αυτό, γιατί μου αρέσει να εξηγώ την επιτυχία και την αποτυχία. Η αλήθεια ειναι ότι στις επιλογές μου στην τηλεόραση έχω ένα ένστικτο να αποφασίζω. Εδώ λοιπόν νομίζω ότι μέτρησε το σενάριο, το οποίο είναι κλασικό, αστυνομικού ενδιαφέροντος, αλλά και με στοιχεία παλιού κλασικού μελό. Οταν αυτό μάλιστα συνδυάζεται με παράπλευρες ιστορίες με γρήγορη εξέλιξη και ανατροπές αλλά και με νέα παιδιά στο καστ παρέα με μεγαλύτερους ηθοποιούς όπως εγώ, τότε μάλλον έχουμε την απάντηση. Ο μύθος, λοιπόν, το γερό κανάλι από πίσω που το υποστηρίζει, ένας σκηνοθέτης που έχει κάνει επιστήμη την οργάνωση της παραγωγής- ήδη γυρίζουμε επεισόδια Δεκεμβρίου-, το εξειδικευμένο συνεργείο, ο ρυθμός του μοντάζ είναι οι λόγοι που κάνουν τη σειρά τόσο ελκυστική για όλες τις ηλικίες».

- Οντως εντυπωσιακό να παρακολουθούν τόσοι νέοι καθημερινή σειρά.

«Βέβαια, εφόσον ως τώρα θεωρούσαμε ότι μόνο οι νοικοκυρές παρακολουθούν τέτοιες σειρές. Γι΄ αυτό και είναι φαινόμενο που πρέπει να ψάξουμε πολύ. Οπως γρήγορα αλλάζει το τοπίο της εποχής μας, έτσι αλλάζει και στην τηλεόραση. Ετσι αλλάζει και στη σειρά. Οι ιστορίες αφορούν νέους, με έρωτες και ζήλιες. Εκφράζει τον 21ο αιώνα. Εχει βρει το κλειδί της εποχής».

Σας φόβισε η μετακίνηση στις 21.00 


το βράδυ; Σκεφτήκατε ότι μπορεί τα νούμερα να μη δικαίωναν την επιλογή αυτή;



«Το φοβόμουν πολύ. Ηταν τεράστιο ρίσκο. Κάποιοι φαντάζομαι ότι θα έχασαν τον ύπνο τους για να το αποφασίσουν. Δεν μετακινείς εύκολα μια σειρά που σου φέρνει τέτοια νούμερα! Μπορεί να τα χάσεις όλα. Εγώ δεν θα το έκανα. Αλλά τελικά όταν είναι αποφασισμένη η επιτυχία δεν τη σταματάει κανείς και τίποτα».

- Περάσατε και τον Λάκη Λαζόπουλο. Το φανταζόσασταν;







«Είναι πράγματι εντυπωσιακό! Είναι ένα μαστ που έχει γίνει, ένα κλικ στο μυαλό. Θα σου πω το εξής: από εδώ ως το περίπτερο με σταματάνε είκοσι άνθρωποι. Συνήθως στην επιτυχία σε σταματάνε δέκα και στην αποτυχία πέντε. Μαμάδες, παιδιά, παππούδες και γιαγιάδες με ρωτάνε τι γίνεται στη σειρά. Θέλουν να μάθουν τις εξελίξεις».


 - Είναι η πρώτη φορά που υποδύεστε τη γιαγιά και την κακιά.Πώς έτυχε τέτοιος κόντρα ρόλος;







«Οντως. Αλλά αυτό με ερέθισε. Αλλωστε υποδύομαι μια σύγχρονη γιαγιά επιχειρηματία, κάτι που είναι πολύ ελκυστικό για τις σημερινές γυναίκες. Είναι θετική εικόνα και καλό σημάδι για τη γυναίκα. Κάνω και την κακιά, που δεν την είχα ξανακάνει. Στην αρχή είχα πρόβλημα· έψαχνα να βρω την αιτία που αυτή η γυναίκα άφησε αυτό το μωρό. Δεν με ενδιαφέρει να παίζω τέρατα. Σιγά σιγά έψαξα και βρήκα κάποια στοιχεία, αν και για μένα τίποτε δεν μπορεί να δικαιολογήσει μια τέτοια ενέργεια. Είναι έγκλημα ανήκουστο».


- Έχετε πάντως το κοκαλάκι της νυχτερίδας στις τηλεοπτικές επιλογές σας.Στις θεατρικές γιατί δεν το καταφέρνετε;







«Ελα ντε! Ισως γιατί στο θέατρο υπεισέρχεται και κάτι άλλο. Στην τηλεόραση μου γίνεται πρόταση και με ήρεμη την ψυχή μου, γιατί δεν ρισκάρω κάτι οικονομικά, αποφασίζω. Στο θέατρο, επειδή μου αρέσουν πράγματα που εκ των προτέρων θεωρούνται αντιεμπορικά αλλά μου αρέσουν πολύ, θέλω και τα κάνω γιατί σκέφτομαι ότι δεν θα μου δοθεί αλλιώς η ευκαιρία. Άλλωστε, λέω, και να μην πετύχει, εγώ θα την πληρώσω! Εκεί αρχίζει το λάθος και γίνεται η αποτυχία. Στο θέατρο έχω ζήσει τεράστιες καλλιτεχνικές επιτυχίες που έχουν γίνει εμπορικές αποτυχίες. Τα έχω ζήσει όλα, όλους τους συνδυασμούς. Τα ταμεία έσπασαν στην περιοδεία με τη “Μήδεια” του Μποστ και όχι με το “Μάστερ Κλας” ή τον “Τζόρνταν”. Στο θέατρο εμπιστευόμουν τα θέλω μου. Η τηλεόραση με προφύλαξε ως προς αυτό γιατί δεν έλεγα “θέλω να κάνω στην τηλεόραση αυτό ή το άλλο”. Έλεγα ναι ή όχι στα σενάρια μπαίνοντας στη θέση του θεατή. Π.χ., το “Λένη” έτσι το έκανα. Μπήκα στη θέση κάθε γυναίκας. Βέβαια αυτή η τρέλα μου στο θέατρο με οδήγησε και σε πολύ ωραία πράγματα, για τα οποία επ΄ ουδενί μετανιώνω».


- Χάσατε όμως και πολλά χρήματα κάνοντας λάθος επιλογές...







«Πάρα πολλά. Είμαι άνθρωπος δίχως περιουσία. Δεν έχω κανένα περιουσιακό στοιχείο, μόνο χρέη. Εφέτος ευτυχώς θα συνεργαστώ με την Ελληνική Θεαμάτων και θα ανεβάσουμε τον “Θεό του μακελειού”- προσωρινός τίτλος-, το τελευταίο έργο της Ρεζά. Θα είμαστε μαζί με τον Γιάννη Φέρτη, την Κατιάνα Μπαλανίκα και τον Γιάννη Βούρο, σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή. Εχω μεγάλη εμπιστοσύνη στον Σταμάτη, εκείνος με παρότρυνε να ανεβάσουμε το έργο. Αν και στην αρχή δεν ήμουν τρελαμένη με το έργο, εκείνος με έπεισε. Το είδα μέσα από το δικό του πρίσμα, μέσα από την τρέλα του, και το λάτρεψα».


«ΕΙΜΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΑΠΑΘΗΣ»
- Φοβάστε τον κόσμο γύρω σας που αλλάζει ραγδαία;

«Οχι, δεν φοβάμαι. Μετά τα τελευταία έξι χρόνια της ζωής μου, που ήταν και τα πιο δύσκολα, δεν μπορεί να με αγγίξει κάποιος φόβος. Δεν φοβάμαι ούτε για την υγεία μου... Δεν αισθάνομαι ότι αφήνω κάτι πίσω μου το οποίο θα πληγώσω πάρα πολύ. Δύσκολο συναίσθημα. Αν το βάλω σε λέξεις αυτό, θα σου έλεγα ότι, επειδή έχω νιώσει το αίσθημα του πολύ μεγάλου πόνου, δεν μπορώ να νιώσω πολύ έντονα συναισθήματα πλέον όπως ο φόβος ή η λαχτάρα. Έχω πιο στωική αντιμετώπιση για τα πράγματα. Είμαι σχεδόν απαθής. Το παλεύω με τον εαυτό μου και θα το ξεπεράσω. Αλλά είναι ένα στάδιο που πρέπει να περάσω, είναι η φάση μετά το σοκ. Παρατηρώ τα πράγματα γύρω μου και προσπαθώ να τα καταλάβω. Είναι άγνωστη κατάσταση για μένα και δεν είναι τόσο γοητευτική. Μου άρεσε πολύ η εποχή των βλεμμάτων ως φλερτ και όχι το σημερινό μήνυμα. Προσπαθώ όμως να τα κατανοήσω, παρατηρώ με προσοχή, γιατί οφείλω και θέλω η υπόλοιπη ζωή μου να έχει χαρές. Προς το παρόν όμως έχω μια νοσταλγία. Οταν θέλω να νιώσω κάτι πηγαίνω προς τα πίσω. Με ρωτούν αν θα ξαναφτιάξω τη ζωή μου. Τι να φτιάξω; Δόξα τω Θεώ, μου δόθηκε τόσο απλόχερα και έζησα τα καλύτερα χρόνια μου... Τα έζησα για μεγάλη διάρκεια και είμαι ευγνώμων. Αλλά πλέον δεν μπορώ να ενθουσιαστώ εύκολα. Βλέπω ότι δεν φοβάμαι πια τίποτε».

- Τι σας λείπει πιο πολύ;

 «Μου λείπουν αυτοί που έχασα. Η αγκαλιά τους, την οποία αντικαθιστώ με τους φίλους μου. Μεγάλος θησαυρός αυτός. Μου λείπει και η ξεγνοιασιά στη ζωή μου. Θέλω να νταντέψω λίγο τον εαυτό μου. Πάντοτε ήμουν σε εμπόλεμη κατάσταση, τώρα δεν αισθάνομαι ότι έχω τη διάθεση να παλέψω με κάποιον. Καβαλάω το κύμα και πηγαίνω μαζί του και με πάει μια χαρά. Τελικά η ζωή σε πάει εκεί που θέλει. Στη ζωή μου όμως ό,τι ήθελα πάρα πολύ το κέρδισα. Αυτό που θέλω τώρα είναι να ζήσω με ξεγνοιασιά, δίχως άγχη. Έχω απλούς στόχους πια. Δεν με νοιάζει να παίξω μεγάλους ρόλους. Έχω χορτάσει μεγάλα πράγματα. Τώρα θέλω απλά, καθημερινά, αυτά που έχασα κυνηγώντας τα μεγάλα»


   *"Δεν έχω καμία περιουσία"
 Για να δημοσιεύσει μια εφημερίδα ένα ψέμα χρειάζονται μια πρωταγωνίστρια να το δηλώνει και μια δημοσιογράφος να το καταγράφει...

   *"...φρέσκια, ακμαιότατη και νεότατη...":
  Θαύμα, θαύμα! και η καλή δημοσιογράφος μας δηλώνει τον ανυπόκριτο θαυμασμό της για το πώς η πρωταγωνίστριά μας τα καταφέρνει μετά από 12ωρο γύρισμα. Είναι προφανές ότι όταν είσαι ταλαντούχα και σωστή επαγγελματίας δεν κουράζεσαι ποτέ, αντίθετα ανανεώνεσαι συνεχώς...
      *"...αλλά τη σεζόν που μας πέρασε η τηλεόραση ήταν αυτή που της χάρισε πολλά καθώς..."
  Η καλή δημοσιογράφος εδώ γίνεται ακόμη καλύτερη καθώς τα περί θεάτρου τα ακούει βερεσέ σπεύδοντας να υπογραμμίσει την ξεχωριστή επιτυχία του τηλεοπτικού αριστουργήματος στο οποίο διέπρεπε η σταρ. Και θα ήταν ακόμη καλύτερη αν της πρότεινε - έτοιμη την είχε την πρόταση - να ασχολιόταν μόνο με την τηλεόραση, που και τόσος κόσμος την βλέπει, και έτσι συμφέρει περισσότερο από το να πρωταγωνιστείς   στο θέατρο.
   *"...είναι ακραίο αυτό που συμβαίνει..."
  Ακολουθεί μια ταυτολογία. Περίπου η επιτυχία ήρθε, επειδή ήρθε. Και εκείνη έχει πάντα το ένστικτό της ή, κατά την καλή μας δημοσιογράφο, το κοκαλάκι της νυχτερίδας και χαρίζει στον εαυτό της, και στους συνεργάτες της φυσικά, επιτυχίες - στην τηλεόραση πάντα. Αλλά και τι είναι επιτυχία στην τηλεόραση; Όχι, επιτυχία δεν εννοούμε την καλλιτεχνική - αν αξίζει δηλαδή αυτό που κάνουμε, αν συγκινεί κλπ. - εννοούμε το πόσοι μας βλέπουν και αν είναι περισσότεροι απ' αυτούς που βλέπουν τους "συγχρονικούς" μας αντιπάλους, ιδίως αν αυτοί είναι ο Λαζόπουλος με το τσαντίρι του! Μωρέ φιλοδοξία...!
      *"...Οι ιστορίες αφορούν νέους με έρωτες και ζήλιες. Εκφράζει τον 21ο αιώνα. Έχει βρει το κλειδί της εποχής..."
    Εδώ πραγματικά η πρωταγωνίστριά μας απογειώνεται. Και αναλαμβάνει την ευθύνη να απονείμει στη σειρά τον τίτλο του τηλεοπτικού πονήματος που εκφράζει και, επιπλέον, ερμηνεύει - καθώς έχει βρει το κλειδί της - την εποχή μας, και ουχί μόνον, αλλά και τον 21ο αιώνα! Και οι νέοι του 21ου αιώνα είναι οι νέοι "με έρωτες και ζήλιες", ή νέοι "καθ' εικόνα και ομοίωσιν" των νέων της "Ζωής της Άλλης". Κι αν δεν είναι έτσι, βλέποντας τη "Ζωή της Άλλης", δεν είναι καθόλου απίθανο να μας προκύψουν και τέτοιοι νέοι. Έχετε παρατηρήσει τα σουσούμια των παιδιών του δημοτικού, του πιο πιστού κοινού αυτών των απογευματινών ή μεσημεριανών καθημερινών σειρών της τηλεόρασης; Έχετε συζητήσει με 16χρονα κορίτσια κι αγόρια πώς χειρίζονται π.χ. τις σχέσεις τους με το άλλο φύλο; Μην ξαφνιαστείτε αν μπροστά σας παρουσιαστούν, ζωντανά ζωντανότατα, επεισόδια αυτών των σειρών! Αποθέωση της ανοησίας, της κακογουστιάς, της κατινιάς και της χυδαιότητας...
   *"είμαι σχεδόν απαθής.Το παλεύω με τον εαυτό μου και θα το ξεπεράσω...", "...θέλω η υπόλοιπη ζωή μου νάχει χαρές...", "...Μου λείπει η ξεγνοιασιά στη ζωή μου. Θέλω να νταντέψω λίγο τον εαυτό μου...", "Αυτό που τώρα είναι να ζήσω με ξεγνοιασιά, δίχως άγχη.Έχω απλούς στόχους πια..."  
   Πρώτο ενικό πρόσωπο και η κτητική αντωνυμία "μου" δεν αφήνουν κανένα περιθώριο ν' ασχοληθεί μ' αυτά που συμβαίνουν γύρω της. Όχι να ενεργήσει, όχι να δράσει, απλώς να σκεφθεί κάτι, να διατυπώσει έναν συλλογισμό και να εκφράσει ένα συναίσθημα γι' αυτούς που μπορεί να περάσουν το χειμώνα την πόρτα του θεάτρου της, να παρηγορηθούν από την τέχνη της, αν ο Θεός του μακελειού στην πατρίδα μας τους επιτρέψει ένα εισιτήριο στη λαϊκή απογευματινή στην νέα χειμωνιάτικη σεζόν.
  




   

Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Δημιουργία δεν είναι μόνο την πρώτη φορά!...








I CAN'T GET NO SATISFACTION


satisfaction,
satisfaction.
'Cause I try and I try and I try and I try.
I can't get no, I can't get no.

When I'm drivin' in my car
and a man comes on the radio
he's tellin' me more and more
about some useless information
supposed to fire my imagination.
I can't get no, oh no no no.
Hey hey hey, that's what I say.

I can't get no satisfaction,
I can't get no satisfaction.
'Cause I try and I try and I try and I try.
I can't get no, I can't get no.

When I'm watchin' my TV
and a man comes on to tell me
how white my shirts can be.
Well he can't be a man 'cause he doesn't smoke
the same cigarrettes as me.
I can't get no, oh no no no.
Hey hey hey, that's what I say.

I can't get no satisfaction,
I can't get no girly action.
'Cause I try and I try and I try and I try.
I can't get no, I can't get no.

When I'm ridin' round the world
and I'm doin' this and I'm signing that
and I'm tryin' to make some girl
who tells me baby better come back later next week
'cause you see I'm on losing streak.
I can't get no, oh no no no.
Hey hey hey, that's what I say.

I can't get no, I can't get no,
I can't get no satisfaction,
no satisfaction, no satisfaction, no satisfaction.




Σε όλους έχει τύχει να μας το κάνουν... ή μήπως το 'χουμε κάνει κι εμείς...;


Παράλληλοι μονόδρομοι

, Γράφει ο Γιάννης Χάρης

("ΝΕΑ", 24-25/7/2010)


Στα αποδυτήρια στο κολυμβητήριο μπαίνει σφυρίζοντας και χωρίς να κοιτάζει πουθενά ο μεγαλούλης κύριος. Ακουμπάει σ΄ έναν πάγκο τα πράματά του, ξεντύνεται, έπειτα φοράει το μαγιό του κτλ., πάντα σφυρίζοντας, δυνατά, σαν να ΄ναι κάπου μόνος του. Στην αρχή ενοχλήθηκα, χωρίς να καλοκαταλαβαίνω το γιατί· όσο περνούσε η ώρα, σχεδόν, τι σχεδόν, εξαγριώθηκα
Πάλι στο κολυμβητήριο, άλλη φορά, στα γεμάτα τώρα ντους κάποιος τραγουδάει: δεν σιγοτραγουδάει· τραγουδάει κανονικά, σαν να ΄ναι ολομόναχος στο μπάνιο του σπιτιού του.

Μεγαλοβδομάδα στην Πάτμο, στο παρεκκλήσι που επικοινωνεί με μια πλαϊνή πόρτα με την εκκλησία του μοναστηριού, όσοι ξέρουμε το κόλπο, βρίσκουμε σχεδόν πάντα φιλόξενο στασίδι, και παρακολουθούμε-για την ακρίβεια ακούμε- με την άνεσή μας την ακολουθία. Δίπλα μου ο μεγαλόσωμος ηλικιωμένος κύριος, εγώ νέος τότε, μια κάθεται, μια σηκώνεται και σουλατσάρει χαζεύοντας τις αγιογραφίες, και κάθε τόσο τραβάει κι από ένα βροντώδες σεκόντο: καταστροφή! Δεν είναι φάλτσος, ούτε κακόφωνος, ίσα ίσα κάποια σχέση πρέπει να ΄χε με τη μουσική, τη δυτική οπωσδήποτε, που πουθενά όμως δεν κολλάει με τη μονοφωνική βυζαντινή. Τον κοίταξα μια, τον κοίταξα δυο, στο τέλος του είπα πως, άμα θέλει, ας πάει επιτέλους στο ψαλτήρι, πάντως εκεί ήμασταν για να ακούσουμε κι όχι για να ψάλουμε (έψελνε τότε εξαιρετικά ένας πιτσιρικάς καλόγερος, Σεραφείμ αν θυμάμαι καλά), δυσανασχέτησε έντονα ο κύριος, κάτι είπα, κάτι είπε, τον αποστόμωσα μόνο όταν σκέφτηκα να το παίξω σκανδαλισμένος τάχα πιστός: «Μία φορά πάνε το χρόνο εκκλησία και έχουν την απαίτηση και να ψάλουν» μονολόγησα μεγαλόφωνα και όσο πιο στυφά μπορούσα.

Τούτο το καλοκαίρι, σε συναυλία στο Ηρώδειο, ένας συμπαθής νεαρός μπροστά μου διηύθυνε όλη σχεδόν την πέμπτη συμφωνία του Μάλερ. Με όλο του το σώμα: το πόδι που κρατούσε το ρυθμό, το δεξί κυρίως χέρι, το πάνω μέρος του κορμού, δεξιά-αριστερά, πάνω-κάτω, μπρος-πίσω, το κεφάλι προς όλες τις κατευθύνσεις κι αυτό. Συμπαθής, είπα, ο νεαρός, ήταν όμως ένα θέαμα μόνος του μπροστά σου, ένα θέαμα που παρεμβάλλεται ανάμεσα σ΄ εσένα και στο κυρίως θέαμα, και έτσι σε περισπά, φτάνει να σ΄ ενοχλήσει. Πέρα λοιπόν από την αυτονόητη ενόχληση με τον μεγαλόφωνο σχολιασμό, το κουβεντολόι, τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ή τα πατατάκια («Μ΄ αρέσουν τα ποπκόρν και τα νάτσος στο σινεμά, παρότι κάποιοι ενοχλούνται. Νόμιμα και προς... φάγωμα δεν διατίθενται στα κυλικεία;» διάβασα, μάθημα αντικοινωνικής συμπεριφοράς, πρόσφατα στοΒημαγκαζίνο ), πέρα λοιπόν από την κραυγαλέα εξωστρέφεια της Εποχής της Τηλεόρασης, που παρακολουθούμε δηλαδή τις πάσης φύσεως εκδηλώσεις σαν να ΄μαστε αραχτοί, η παρέα, στον καναπέ του σπιτιού μας, ενόχληση μπορεί να συνιστούν ακόμα και αθόρυβες και καταρχήν διακριτικές εκδηλώσεις:

Δυο-τρία χρόνια πριν, σε παράσταση του φεστιβάλ, το ΄χω γράψει στο μπλογκ μου μα μου τυχαίνει όλο και πιο συχνά, καθόμουν πίσω από τρία συμπαθέστατα νέα παιδιά, του θεάτρου, όπως αποδείχτηκε μετά, που μιλούσαν αναμεταξύ τους απολύτως προσεχτικά και ψιθυριστά, τίποτα δεν σε αποσπούσεηχητικά, αλλά τρία κεφάλια έσμιγαν, χώριζαν και ξανάσμιγαν συνεχώς μπροστά σου, θέαμα μες στο θέαμα: μια ολόκληρη μιμική, ανάλογα με το τι σχολίαζαν, τίναγμα κεφαλιού σε έκπληξη, τράνταγμα των ώμων στο βουβό, πάλι ευτυχώς, γέλιο κτλ.

Πάλι δυο-τρία χρόνια πριν, η σπουδαία Ρένη Πιττακή σόλο στο φεστιβάλ, μικρός ο χώρος, μαύρο πηχτό σκοτάδι, και μόνο ένα φως πάνω στην ηθοποιό. Μόνο; Και η αναμμένη οθόνη του κινητού της μπροστινής μου, στις μπροστινές μάλιστα σειρές! Της είπα, της ξανάπα, δεν γινόταν παραπάνω, θα ενοχλούσα πια εγώ, αυτό είναι άλλωστε το εκβιαστικό δίλημμα και αδιέξοδο, πως, αν βουτήξεις επιτέλους το κινητό και το πετάξεις πέρα, θα καταστρέψεις την παράσταση. Στο τέλος, φεύγοντας, ζήτησε και το λόγο, και πια ανέλαβε ο Σεραφείμ, ο φίλος μου όχι ο καλόγερος της Πάτμου, και μόνο στα χέρια που δεν ήρθαν.

Ιστορίες αντικοινωνικής συμπεριφοράς 
Σελίδες να 'χα, πάλι δεν θα χωρούσαν οι ιστορίες. Όχι με τις κραυγαλέες περιπτώσεις της βάναυσης παραβίασης του χώρου μας ή της επιθετικής εισβολής του ιδιωτικού στοιχείου στον δημόιο χώρο, αλλά με τις ανεπαίσθητες, τις "έλα μωρέ", τις "σιγά τώρα!", όπου τα όρια είναι όντως δυσδιάκριτα κι όμως υπάρχουν. Και έπειτα, όχι με τις ιστορίες μοναχικών πράξεων, μιας κοινωνίας αθροίσματος ή μηχανικής παράταξης μεμονωμένων ατόμων, αλλά με ιστορίες όπου άλλοτε ασύνειδα άλλοτε συνειδητά, μπορεί και επιδεικτικά, ο ένας παραβλέπει την ύπαρξη του άλλου, ιστορίες δηλαδή καθαρά αντικοινωνικής συμπεριφοράς.
Σ' αυτό το συνειδητά και επιδεικτικά ήθελα να φτάσω, π.χ. στα τζιπ, όχι τα μικρομεσαία, εννοείται, αλλά τα τζιπ νεκροφόρες, τανκς σωστά, τρακτέρ μέσα στην πόλη, που η αγορά τους και μόνο συνιστά αντικοινωνική πράξη...
Εδώ σταματά ο καλός γραφιάς των "Νέων" και μας δίνει ραντεβού τον Σεπτέμβρη. Εμείς όμως δεν αργούμε. Το πιο πιθανό είναι ν' αραιώσει λίγο η επικοινωνία μας. "Λίγο" γιατί οι καιροί είναι δύσκολοι, μπορεί και πονηροί, οπότε τα μάτια μας, τ' αυτιά μας, η σκέψη και το αίσθημά μας πρέπει να μείνουν ενεργά συνεχώς για ό,τι καλόν και για ό,τι ανεπιθύμητον...