Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

ΝΕΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ή ΕΠΙΚΑΙΡΟΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΣ ;

Αγαπητοί μου μαθητές και μαθήτριες,

αγαπητοί μου γονείς,

αγαπητοί μου συνάδελφοι,

Εδώ και καιρό, απ’ την αρχή της σχολικής χρονιάς, από τότε δηλαδή που μου ανατέθηκε το βαρετό και θλιβερό καθήκον να εκφωνήσω τον πανηγυρικό της ημέρας, αναρωτιέμαι: Μήπως είναι καλύτερα να σιωπήσω; Μήπως να σας καλέσω όλους να διαλυθείτε ήσυχα όπως ήρθατε γιατί καμιά κουβέντα, καμιά απαγγελία, κανένα τραγούδι δεν έχει τώρα νόημα σ’ αυτή την ταπείνωση που, χρόνια τώρα, ζούμε; Και δεν έχει νόημα τίποτα να πω, γιατί τίποτα δεν έχω να υπερασπιστώ και τίποτα να σας καλέσω να υπερασπιστείτε.

Τίποτα; Α, ναι! Μόνο αν είστε απ’ αυτούς που δουλεύουν απ’ το πρωί ως το βράδυ να σπουδάσουν τα παιδιά τους, που τρώνε το μηνιάτικο στα φροντιστήριά τους, απ’ αυτούς που θέλουν τα παιδιά τους να μορφωθούν και γι’ αυτό να αναδειχθούν, κι όχι επειδή έχουν ταλέντο στα κουνήματα, στο χαβαλέ και στο τηλεοπτικό ξεμπουρδέλεμα, που όνειρό σας δεν είναι η βίλα, το σκάφος και η τζιπούρα στους δρόμους της εκπορνευμένης πόλης, που δεν τσαμπουκαλεύεστε στο μετανάστη, που δεν τραγουδήσατε «Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέεε/ Αλβανέ, Αλβανέεε» στο EURO 2004, που ντραπήκατε με τα ντοπαρισμένα Ελληνόπουλα των Ολυμπιακών του 2004 και του 2008, που δε ρωτάτε «με ή χωρίς απόδειξη;» για την αμοιβή της δουλειάς σας αφού δε θέλετε να κρύψετε εισόδημα, που δεν έχετε μια θέση στο Δημόσιο για να αράξετε μέχρι τη σύνταξη, αλλά δουλεύετε με την υπευθυνότητα της «δικής σας υπόθεσης», που σας ματώνει την ψυχή η κακοποίηση του φυσικού μας περιβάλλοντος, που δεν αδιαφορείτε για τη βία και την αδικία που υπάρχει γύρω μας, που οργίζεστε γιατί επιτέλους δεν πάει άλλο με την ανικανότητα και το θράσος της εξουσίας, γιατί αρνείστε να σκέφτεστε μόνο την πάρτη σας, γιατί σας νοιάζει και σας πονάει αυτό που συμβαίνει έξω από την πόρτα του σπιτιού σας.

Κι αν όλα αυτά σας φαίνονται άσχετα με τον εορτασμό της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας, για σκεφθείτε την ανώνυμη νησιώτισσα που ασβέστωνε τα σκαλιά του σπιτιού της αλλά και τα σκαλιά του γείτονα, κι όλο το πεζοδρόμιο, καθώς δεν ξεχώριζε δική της και ξένη ιδιοκτησία, όλα τα δικά της ήταν και της κοινότητας, κι έτσι μοιραζόταν το καλό της γούστο και την νοικοκυροσύνη της• για σκεφθείτε τον ανώνυμο δημιουργό του δημοτικού μας τραγουδιού που σκάρωνε στίχους και μουσική εκφράζοντας, όχι μόνο τους δικούς του καημούς και τις δικές του λαχτάρες αλλά και των συμπατριωτών του, χωρίς να τον νοιάζει αν θα τον απαθανατίσει ατομικά η Ιστορία ή αν θα τα οικονομήσει απ’ το ταλέντο του• σκεφθείτε ακόμη-ακόμη αυτούς τους ίδιους ήρωες του ’21, που βγήκαν στο φως μέσα απ’ το σκοτάδι των αδυναμιών τους, που ξεπέρασαν την ατομικότητά τους, που έστω την τελευταία στιγμή θυσίασαν το συμφέρον τους και αν νίκησαν, νίκησαν όχι τον ξένο εχθρό, αλλά τον πιο δύσκολο εχθρό: τον εαυτό τους.

Σκεφθείτε, τέλος, αυτούς τους στίχους του Θούριου του Ρήγα – που δεν τους μαθαίνουμε στα παιδιά μας:
« …Στην πίστιν του καθένας, ελεύθερος να ζη,
στην δόξαν του πολέμου, να τρέξωμεν μαζί.
Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,
Αράπηδες και άσπροι, με μιαν κοινήν ορμή,
Για την ελευθερίαν, να ζώσωμεν σπαθί
πως είμαστ’ αντρειωμένοι, παντού να ξακουσθεί…»
και αφιερώστε τους σ’ όλους αυτούς τους υστερικούς υπερπατριώτες που αρνούνται να δώσουν την ελληνική ιθαγένεια στα ξενάκια που εδώ γεννήθηκαν, που στα άθλια σχολεία μας μορφώθηκαν, που εδώ θέλουν να δουλέψουν, εδώ να ζήσουν, στο λαό μας ν’ ανήκουν κι όχι μόνο στις εθνικές μας ομάδες, και πείτε σε όλους αυτούς τους Babis ν’ ανοίξουν το Vovo τους στόμα και να ψελλίσουν καμιά κουβέντα αξιοπρέπειας τώρα που μας παίρνουν ακόμα και τα σώβρακα, γαλανόλευκα ή όχι δεν έχει σημασία. Ναι, είχε δίκιο το σύνθημα των αναρχικών γραμμένο κάποτε στους τοίχους του Ηρακλείου της Κρήτης: «Emigrants don’t leave us alone with the Greeks!» τουτέστιν : «Μετανάστες μη μας αφήνετε μόνους με τους Έλληνες!»
Για την αντιγραφή (κι ας με συγχωρέσει ο ταπεινός και ταπεινωμένος δασκαλάκος)
Μεθόδιος Αργουμέντης

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Ανεξάρτητα από την ευστοχία ή την αστοχία των εκάστοτε δηλώσεών του, ο Μ.Θ. είναι ίσως ο μοναδικός καλλιτέχνης που συνεχώς και αδιαλείπτως επιβεβαιώνει το ρόλο του ως ενεργός πολίτης και όχι μόνο ως καλλιτέχνης που αρκείται και απολαμβάνει τους καρπούς της τέχνης του και του – ούτως ή αλλιώς – μεγάλου έργου του. Κρίμα που δεν κατάφερε - και σ'  αυτό έχει ο ίδιος μερίδιο ευθύνης -  να γίνει ηγέτης αναφοράς...


Μεθόδιος Αργουμέντης
Ντροπή το Διευθυντήριο!

«Είναι ντροπή!

Διαβάζω στον Τύπο ότι σε λίγο θα εγκατασταθεί ένα «Διευθυντήριο» στη χώρα μας, που ουσιαστικά θα μας κυβερνά με δικτατορικό τρόπο. Τα μέλη του θα παίρνουν μόνα τους όλες τις καίριες αποφάσεις, οι οποίες θα έχουν το χαρακτήρα τελεσιγράφων, που θα πρέπει η χώρα μας να εφαρμόζει χωρίς δικαίωμα γνώμης. Τα σκληρά οικονομικά μέτρα που πρόκειται να λάβουν θα βυθίσουν τις οικονομικές τάξεις – τη μία μετά την άλλη – σε απόγνωση, που τελικά θα γενικευθεί και θα μας οδηγήσει σε δραματικές κοινωνικές συνθήκες και καταστάσεις.

Το χειρότερο δε είναι ότι δεν πρόκειται τίποτα να διορθωθεί, γιατί οι αιτίες του Κακού δεν βρίσκονται στους αριθμούς αλλά στους ανθρώπους. Που οι πάντες εν γνώσει τους οδήγησαν τη χώρα, εκεί που την οδήγησαν, ο καθένας για δικούς του λόγους κι όλοι μαζί εμείς που τους ψηφίζουμε, παρακολουθούμε την κατάσταση πληγωμένοι, γιατί μας ξεγέλασαν ΟΛΟΙ, ΟΛΟΥΣ, καταχράστηκαν την εμπιστοσύνη ΟΛΟΙ, ΟΛΩΝ, και χάσαμε τον εαυτό μας και την πατρίδα μας. Δεν αγαπάμε τους εαυτούς μας, δεν αγαπάμε τη χώρα μας και γι’ αυτό τίποτα δεν μας σώζει.

Έτσι εκεί που φτάσαμε, τουλάχιστον ας μην ξεφτιλιζόμαστε μπροστά στους ξένους, γιατί είναι ντροπή ένας λαός με πληθυσμό 10.000.000 να μην έχει 10 ανθρώπους ικανούς και να χρειάζεται τη βοήθεια των ξένων.

ΕΙΝΑΙ ΝΤΡΟΠΗ!»

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

Νίκος Ξυδάκης - Θοδωρής Γκόνης: Κάιρο, Ναύπλιο, Χαρτούμ

Όλοι μου λεν πως δεν μπορώ
πώς δεν μπορώ
πώς δεν μπορώ
για να σε φέρω πίσω
μου λεν η πέτρα είναι βαριά
είναι βαριά
είναι βαριά
μα εγώ θα την κυλήσω

Κι εσύ κρυμμένος μέσα μου ζητάς
ένα ποτήρι να πιούμε
μαζί να τα πούμε

Όλοι μου λεν να μη ρωτώ
να μη ρωτώ
να μη ρωτώ
του κόσμου τους διαβάτες
γιατί εσύ πια περπατάς
γιατί εσύ πια περπατάς
σε άλλες τώρα στράτες

Κι εσύ κρυμμένος μέσα μου ζητάς
ένα ποτήρι να πιούμε
μαζί να τα πούμε

Όλοι μου λεν να μη ζητώ
να μη ζητώ
να μη ζητώ
τίποτα από σένα
γιατί η γη κι ο ουρανός
γιατί η γη κι ο ουρανός
δεν είναι πράγμα ένα

Κι εσύ κρυμμένος μέσα μου ζητάς
ένα ποτήρι να πιούμε
μαζί να τα πούμε

Μα 'γω το ξέρω πως θα ρθω
και θα σε συναντήσω
μόνο δεν ξέρω αν μπορώ
στον άλλο κόσμο που θα 'ρθω
γλυκά να σε φιλήσω

Κι εσύ κρυμμένος μέσα μου ζητάς
ένα ποτήρι να πιούμε
μαζί να τα πούμε



Στίχοι: Θοδωρής Γκόνης
Μουσική: Νίκος Ξυδάκης

Ο ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ

Αντιγράφω:

«Μαθητές και μαθήτριες

Τιμούμε σήμερα την επανάσταση του 1821.
Τιμούμε τους αγωνιστές της λευτεριάς, 25 του Μάρτη, έτος 1821.
Ο λαός μας – ο μικρός, ο μέγας – αποφασισμένος να αποτινάξει από πάνω του τα βαριά δεσμά της σκλαβιάς, αποφασισμένος να ζήσει λεύτερος ή να πεθάνει, ένωσε τις δυνάμεις του, όρθωσε το ανάστημά του, πάλεψε με τον Τούρκο δυνάστη – ένα δυνάστη πολλαπλά ισχυρότερο – και νίκησε• και έτσι έβαλε τα θεμέλια του σύγχρονου ελληνικού κράτους…»

Παρακάτω:

«…Όλοι αυτοί μας χάρισαν το ανεπανάληπτο Εικοσιένα: με το καριοφίλι και το γιαταγάνι, με τον παπαδάσκαλο και το κρυφό σχολειό, (…) τις μυθικές μορφές του Κολοκοτρώνη, που ήταν η ψυχή της επανάστασης, του Διάκου που πέθανε σαν άλλος Λεωνίδας φυλάγοντας τις Θερμοπύλες…»

Και ακόμη πιο κάτω:

«…Είναι η ακατάλυτη ψυχή του Ελληνισμού που διαχρονικά μεγαλουργεί, πότε στο Μαραθώνα και τις Θερμοπύλες, πότε στην Αλαμάνα και στο Μεσολόγγι και πότε στα Αλβανικά βουνά, στην Εθνική Αντίσταση και στο Πολυτεχνείο.
Είναι παρόν και μέλλον. Είναι ο καθημερινός αγώνας του εργάτη και του αγρότη για καλύτερες συνθήκες ζωής, ο μόχθος του επιστήμονα, ο καθημερινός αγώνας των μαθητών και των φοιτητών για μόρφωση και προκοπή…»

Αναρωτιέστε από πού είναι τα παραπάνω αποσπάσματα; Σας φαίνονται γνωστά; Νομίζετε ότι είναι αρκετά παλιά, ανασυρμένα κάτω από παχύ στρώμα σκόνης ή κάτω από βιβλία με κιτρινισμένες από την υγρασία σελίδες στα κάτω ράφια μιας σκουριασμένης μεταλλικής σχολικής βιβλιοθήκης;
Νομίζετε ότι είναι αποσπάσματα κάποιου πανηγυρικού που εκφωνήθηκε σε κάποιο σχολείο πριν από 50, 40, 30 χρόνια; Από κάποιον δάσκαλο που επιφορτίσθηκε να τον εκφωνήσει ενώπιον μαθητών, συναδέλφων, γονέων, καθώς και ενώπιον των τοπικών αρχών και παραγόντων της εποχής; Νομίζετε, δηλαδή, ότι αφορούν κάποιες άλλες εποχές που πέρασαν ανεπιστρεπτί;
Και όμως πρόκειται για κείμενο που, σ’ ένα μήνα περίπου από τώρα, θα εκφωνηθεί – ή άλλο ίδιο σαν κι αυτό – εν έτει 2010, στο τέλος, δηλαδή της α’ δεκαετίας του 21ου αιώνα! Το κείμενο αυτό, που η αντοχή του στο χρόνο του χαρίζει αίγλη κλασσικού κειμένου, είναι κείμενο– υπόδειγμα πανηγυρικού, σαν τόσα πολλά ίδια, ίδιας αισθητικής και περιεχομένου, κείμενα που έχουν ανθολογηθεί σε σχολικές ανθολογίες – βοηθήματα για δασκάλους (!) και μαθητές – που κοσμούν τις σχολικές βιβλιοθήκες και στις οποίες καταφεύγουν οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί που έχουν αναλάβει τη διοργάνωση της γιορτής. Τα αντιγράφουν πιστά, στην καλύτερη περίπτωση τα προσαρμόζουν στα τοπικά δεδομένα, και τα εκφωνούν με τον απαραίτητο εθνικοπατριωτικό ή τον αντίστοιχο λαϊκοδημοκρατικό στόμφο (γιατί τα υποδείγματα αυτά και με ποιήματα του Ελύτη και του Ρίτσου είναι διανθισμένα), και έτσι εκπληρώνεται ένα υπηρεσιακό αλλά και – ανάλογα με την συναισθηματική συμμετοχή του εκφωνούντος – πατριωτικό καθήκον. Και μετά; Απαγγελίες ποιημάτων, σκετς και διάλογοι υψηλού εθνικού φρονήματος και βαθιά καλλιεργημένης κακογουστιάς, κακόφωνες μαθητικές χορωδίες με το ίδιο, χρόνια τώρα, ρεπερτόριο πατριωτικών ασμάτων. Αποτέλεσμα;
Μια ίδια κι απαράλλαχτη εικόνα που «χρεώνεται» σε όλους τους δασκάλους, αναλαμβάνουν-δεν αναλαμβάνουν τη διοργάνωση της γιορτής, εικόνα ισοπεδωτική, που μάλλον ταιριάζει σε εκπαιδευτικούς ολοκληρωτικού πολιτικού συστήματος. Πολύ λίγοι εκπαιδευτικοί θα τολμήσουν να ξεφύγουν από την προγονοπληξία και την εθνική μας αυταρέσκεια, καθώς και από τις συνακόλουθες γενικολογίες και αερολογίες. Γιατί όμως αυτός ο μαζικός πειθαναγκασμός; Γιατί τόσο λίγοι θα τολμήσουν να ψελλίσουν κάτι διαφορετικό απ’ αυτά που ακούμε, εμείς και τα παιδιά μας, τόσα χρόνια;
Πνευματική οκνηρία – δημιούργημα δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας, εσωτερικευμένος φόβος απέναντι σε ορατή και αόρατη εξουσία, ή ρεαλιστική μέχρι κυνισμού στάση που πηγάζει από τη νοοτροπία «τόσα πληρώνομαι και δεν είμαι διατεθειμένος-η να προσφέρω ούτε λεπτό παραπάνω σε χρόνο, σε διαθεσιμότητα και σε προσωπική έκφραση» ;
Όμως τα παιδιά μας την αληθινή και θαρραλέα σκέψη, αν όχι και γνώμη, του δασκάλου τους έχουν ανάγκη, δηλαδή τ ο α λ η θ ι ν ό τ ο υ π ρ ό σ ω π ο. Πρόσωπο ζωντανό, αυτόνομο, ελεύθερο, ερευνητικό, ρηξικέλευθο, και γιατί όχι, επαναστατικό! Έχουν ανάγκη έναν δάσκαλο που διεκδικεί ν α δ ε ί χ ν ε ι, κ α ι ό χ ι ν α κ ρ ύ β ε ι, τ ο π ρ ό σ ω π ό τ ο υ,
ν α ξ ε χ ω ρ ί ζ ε ι και όχι να ισοπεδώνεται και να προσμετριέται. Κι επειδή ξεχωρίζει γι’ αυτό και α γ α π ι έ τ α ι. Έναν δάσκαλο που δημιουργεί στο σχολείο ξ ε χ ω ρ ι σ τ ή ζ ω ν τ α ν ή π ρ α γ μ α τ ι κ ό τ η τ α, που δεν προορίζει τον εαυτό του άκριτο εκτελεστή εγκυκλίων του υπουργείου, ούτε οικονομικό συντελεστή και λογιστή μιας ανάπτυξης ερήμην των ανθρώπων. Ένα δάσκαλο που δεν διεκπεραιώνει κομματικές γραμμές που αποφασίστηκαν σε κομματικά γραφεία πριν από εμάς για εμάς, που δεν μιλάει την «ξύλινη» γλώσσα τους, ούτε υπηρετεί φανατισμούς εκκλησιαστικών και παραεκκλησιαστικών κύκλων που χωρίζουν τους πολίτες, σε πατριώτες και προδότες. Έναν δάσκαλο που πάλλεται, που δημιουργεί, με «λογισμό και μ’ όνειρο» άλλους κόσμους στη θέση αυτού του μίζερου που μας περιβάλλει, που σ υ γ κ ι ν ε ί επειδή σ υ γ κ ι ν ε ί τ α ι σαν τον καλό ηθοποιό που μας συνεπαίρνει στο θέατρο και του αφηνόμαστε με εμπιστοσύνη να μας ταξιδέψει…

Ο Μεθόδιος Αργουμέντης έγραψε